H αγροτική Ελλάδα φροντίζει τον αγροτικό της τομέα αφάνταστα λιγότερο από τη Δανία!

Ευάγγελος Νικολαϊδης, Τη συνέντευξη πήραν οι Παύλος Κλαυδιανός και Γιάννης Σχίζας, Εποχή, 23/01/2005

Tι πρόβλημα υποδηλώνουν, τελικά, οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των βαμβακοπαραγωγών;


Το εμφανές πρόβλημα είναι το εισόδημά τους. Ωστόσο, πίσω από αυτό βρίσκονται τα χρόνια προβλήματα της ελληνικής γεωργίας, ο υψηλός βαθμός εξάρτησης από τις επιδοτήσεις, η διαρθρωτική αδράνεια, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα. Βέβαια, δεν είναι μόνο οι βαμβακοπαραγωγοί. Αυτοί είναι, θα λέγαμε, οι ευνοημένοι - αδικημένοι. "Υπάρχει και μια άλλη Ελλάδα", για να παραφράσω ένα παλιό σύνθημα της κυβερνητικής τώρα ΝΔ, που την … παραβλέπουμε, και μάλιστα συστηματικά.


Μπορούμε να προσδιορίσουμε το ρόλο του αγροτικού τομέα σήμερα στην Ελλάδα;


Είναι ο "μεγάλος παρεξηγημένος". Αντιμετωπίζεται κυρίως κάτω από το πρίσμα της φθίνουσας συμμετοχής του στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), ενώ ο πραγματικός ρόλος του είναι ευρύτερος από την απλή συμμετοχή του στα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη. Εμπλέκεται στη διαμόρφωση διαρθρωτικών χαρακτηριστικών και διαδικασιών της οικονομίας (διακλαδικές σχέσεις, περιφερειακή ανάπτυξη), ενώ ταυτόχρονα έχει κοινωνικές και περιβαλλοντικές πτυχές. Πριν απ’ όλα, όμως ο ρόλος του είναι να παράγει τρόφιμα, και μάλιστα τρόφιμα για τον Άνθρωπο και όχι για τον "καταναλωτή". Βέβαια, το ρόλο αυτό θα πρέπει να τον εκπληρώνει με τρόπο "φιλικό" προς το περιβάλλον. Συνακόλουθα αν σας απαντούσα ότι ο ρόλος του αγροτικού τομέα εξαντλείται στην συμμετοχή του με 7% στο Α.Ε.Π., με 6,7% στις εξαγωγές και με 3,3 % στις εισαγωγές, τότε θα έλεγα λιγότερη από τη "μισή αλήθεια". Και βέβαια θα αναφερόμουνα στο μέσο όρο. Πίσω, όμως, από το μέσο όρο υπάρχουν νομοί, και δεν είναι λίγοι, όπου η συμμετοχή του στο προϊόν υπερβαίνει και το 20%.


Αν τον συγκρίνουμε μ’ αυτόν των χωρών της ΕΕ των 15;


Θα έλεγα ότι η σύγκριση είναι σύνθετη, υπερβαίνει τη συνήθη απλοϊκή άποψη, ότι στην Ελλάδα ο αγροτικός τομέας "είναι σημαντικότερος". Πράγματι, όσον αφορά στη συμμετοχή στο Α.Ε.Π. και στην απασχόληση, το ειδικό βάρος είναι υψηλότερο. Αλλά όπως ανέφερα, ο ρόλος του αγροτικού τομέα είναι πολυδιάστατος. Έτσι, όσον αφορά στις διακλαδικές σχέσεις, η σημασία του είναι, δυστυχώς, πιο περιορισμένη. Αυτό σημαίνει απεμπόληση αναπτυξιακών δυνατοτήτων της συνολικής ελληνικής παραγωγικής βάσης. Μικρότερη είναι και η συμμετοχή του στις επενδύσεις. Αυτό το "ανισοβαρές" σχήμα είναι η πηγή αρκετών προβλημάτων. Ενώ δηλαδή η γεωργία είναι σημαντική σε ορισμένους τομείς (απασχόληση, εξαγωγές) δεν της αποδίδεται η αντίστοιχη σημασία (επενδύσεις, αγροτική πολιτική κ.ά.), με αποτέλεσμα να μην εξαντλείται ο αναπτυξιακός ρόλος που θα μπορούσε να έχει στο δεδομένο επίπεδο ανάπτυξης της χώρας. Όσον αφορά στην ανταγωνιστικότητά της, ίσως να αρκεί η αναφορά στο διαρκώς διευρυνόμενο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου με την ΕΕ-15, τη στιγμή που με τις άλλες χώρες είναι θετικό.


Μ’ άλλα λόγια, υποστηρίζεις ότι οι ανεπτυγμένες χώρες "φροντίζουν" περισσότερο τον αγροτικό τους τομέα από ό, τι η αγροτική Ελλάδα;


Όσο και αν ακούγεται περίεργο είναι αλήθεια. Στη χώρα μας, παρά το ότι στα λόγια ο ρόλος του αγροτικού τομέα θεωρείται "σημαντικός" κλπ, κλπ, στην πράξη αντιμετωπίζεται υποτιμητικά, απαξιωτικά. Αν πράγματι του αποδίδονταν η σημασία που έχει, τότε δε θα χαρακτηρίζονταν από χρόνια αποεπένδυση. Συγκεκριμένα η συμμετοχή του στις επενδύσεις δεν θα ήταν η μισή από την αντίστοιχη στο Α.Ε.Π. Αντίθετα, στη Δανία και Γερμανία η συμμετοχή του στις επενδύσεις είναι διπλάσια από τη συμμετοχή του στο Α.Ε.Π., ενώ στην Ιταλία και την Ισπανία είναι μιάμιση φορά υψηλότερη. Συνεπώς, ανεπτυγμένη οικονομία δε σημαίνει υποβαθμισμένο αγροτικό τομέα. Έτσι, το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια στασιμότητα, σε αντίθεση με την ΕΕ-15 που εμφανίζει ελαφρά άνοδο. Ακόμη δυσμενέστερη είναι η σύγκριση με τις μεσογειακές χώρες: ενώ στην Ελλάδα έχει σταθεροποιηθεί περίπου στο 95% του επιπέδου που είχε το 1995, στην Πορτογαλία και στην Ισπανία έχει αυξηθεί πάνω από το 120%, στην Ιταλία γύρω στο 110% και στη Γαλλία γύρω στο 105%.


Συμπεριλαμβάνονται και οι επιδοτήσεις;


Ναι. Και μάλιστα συνιστούν μεγάλο τμήμα του αγροτικού εισοδήματος. Ειδικά στην Ελλάδα οι επιδοτήσεις συνιστούν περίπου το 23,0% της αξίας παραγωγής ενώ ο αντίστοιχος δείκτης για την Ε.Ε.-15 κυμαίνεται γύρω στο 10,0%. Με άλλα λόγια ο βαθμός αποσύνδεσης του αγροτικού εισοδήματος από την παραγωγική διαδικασία είναι στην Ελλάδα υπερδιπλάσιος. Aυτό προβάλλεται και ως επίτευγμα της αγροτικής πολιτικής. Βέβαια, δύσκολα θα βρεθεί κάποιος να αρνηθεί αυτούς τους πόρους. Όμως, η αποσύνδεση του αγροτικού εισοδήματος από την παραγωγική ικανότητα σε τόσο μεγάλο βαθμό, όσο "βολική" και αν είναι βραχυχρόνια, δεν παύει να είναι μία επισφαλής πηγή εισοδήματος. Ήδη το βλέπουμε αυτό και θα το συναντάμε όλο και συχνότερα. Ταυτόχρονα, όμως, συνιστά και άμεση παραδοχή της ανικανότητας του αγροτικού τομέα να στηρίξει το αγροτικό εισόδημα. Κάτι τέτοιο θα ήταν αποδεκτό και διαχειρίσιμο σε μία χώρα με περιορισμένο αγροτικό πληθυσμό. Όταν όμως συμβαίνει σε μία χώρα όπως η Ελλάδα με οικονομικά ενεργό πληθυσμό στη γεωργία που υπερβαίνει το 15% και δεδομένων μάλιστα των δρομολογημένων εξελίξεων (συμφωνίες στο πλαίσιο του Π.Ο.Ε., διεύρυνση Ε.Ε.), οι οποίες με βεβαιότητα αναμένεται να μειώσουν τη στήριξη του αγροτικού τομέα, τότε συνιστά εν δυνάμει εκρηκτικό οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα. Δεν είναι δυνατόν μία χώρα με τόσο αγροτικό πληθυσμό να στηρίζεται μακροχρόνια σε τόσο μεγάλο βαθμό στις επιδοτήσεις. Η είσπραξη των επιδοτήσεων θα συνιστούσε πράγματι εθνική επιτυχία αν συνοδεύονταν από ανάπτυξη.
Ας δούμε λίγο πιο συγκεκριμένα το θέμα των επιδοτήσεων.
Σε συνθήκες μειωμένης ανταγωνιστικότητας η στήριξη του αγροτικού εισοδήματος μέσω των επιδοτήσεων είναι ασφαλώς ανακουφιστική. Και ασφαλώς υπήρξε μεγάλο όφελος απ’ αυτές. Εν απουσία όμως αναπτυξιακής πολιτικής, η υπερβολική στήριξη στις επιδοτήσεις, απλώς αναπαράγει την καθυστέρηση και την εξάρτηση του αγροτικού εισοδήματος από πηγές εκτός παραγωγής. Εμπόδισε την αναδιάρθρωση και διατήρησε τις παραδοσιακές δομές, αδρανοποίησε τα αναπτυξιακά ανακλαστικά. Η αναπτυξιακή καθυστέρηση, όμως, επαναφέρει βασανιστικά το πρόβλημα του αγροτικού εισοδήματος. Αναπόφευκτα, κάτω από την πίεση των προβλημάτων τα αιτήματα των αγροτών καθίστανται "δίκαια" και η πολιτική που τα υιοθετεί ή/και τα επιλύει με πυροσβεστικό τρόπο, έστω και προσωρινά, αυτο-ανακηρύσσεται ως "φιλοαγροτική", επιτείνοντας έτσι τη σύγχυση σε όλα τα επίπεδα (κυβέρνηση, πολιτικά κόμματα, αγρότες, κοινή γνώμη). Πρόκειται για μία ιδιότυπη μορφή προστατευτισμού των αγροτών, που όμως αφήνει εκτεθειμένη την παραγωγική βάση στην επερχόμενη απελευθέρωση και όξυνση του ανταγωνισμού και κατά προέκταση και τους ίδιους τους αγρότες.


Τι ήταν το λάθος σχετικά με τις επιδοτήσεις;


Ο μονομερής προσανατολισμός της αγροτικής πολιτικής σ" αυτές. Καθήκον όμως της αγροτικής πολιτικής, εκτός από τη διαχείριση, είναι να βλέπει μακριά. Και επίσης να τα βλέπει όλα. Να μη παραβλέπει ό,τι δεν αρέσει. Για παράδειγμα δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει ότι ακόμη και οι ευνοημένες περιοχές, χωρίς τον παράλληλο εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη, οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο και βρίσκονται σε κρίση. Οι παραγωγοί προσαρμόσθηκαν "ορθολογικά" στην επιδοματική λογική χωρίς να καταβάλουν προσπάθειες ουσιαστικού εκσυγχρονισμού. Αυτή η "ορθολογική", αλλά στερούμενη προοπτικής πρακτική οδήγησε σε διαρθρωτική ακαμψία και αναπαραγωγή της προσδοκίας για συνέχιση της επιδοματικής στήριξης. Δημιούργησε μία ψευδαίσθηση ανάπτυξης. Επιπλέον, ώθησε σε εντατική παραγωγή, αλόγιστη χρήση χημικών, κατασπατάληση των υδατικών πόρων και ασκεί πλέον πίεση για αποκατάσταση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Πρόκειται δηλαδή για αίτημα εκτροπής πόρων από την ανάπτυξη προς την επανόρθωση των "λαθών" της αγροτικής πολιτικής.


Ποιος είναι τελικά ο ρόλος των επιδοτήσεων, ως εργαλείου πολιτικής και ποια η έξοδος;


Οι επιδοτήσεις, η στήριξη γενικά του αγροτικού τομέα είναι αναγκαίο και χρήσιμο εργαλείο αγροτικής πολιτικής. Όπως κάθε εργαλείο, το θέμα είναι πώς χρησιμοποιείται. Η κατάχρηση, η αποσπασματική χρήση χωρίς άλλα μέτρα πολιτικής, χωρίς ανάπτυξη, οδηγεί σε αδιέξοδο. Το βλέπουμε εδώ και πολλά χρόνια στην ελληνική γεωργία. Χωρίς να παραγνωρίζεται η αναγκαιότητα και ο καθοριστικός ρόλος των επιδοτήσεων στη διαμόρφωση του αγροτικού εισοδήματος, ασκείται κριτική διότι οι επιδοτήσεις, σε συνδυασμό με τις πολιτικές σκοπιμότητες, ακυρώνουν κάθε σοβαρή αναπτυξιακή προσπάθεια μεσο-μακροπρόθεσμης αλλά ουσιαστικής απόδοσης και "χρησιμοποιούνται" στην αναπαραγωγή ενός ξεπερασμένου πρότυπου ανάπτυξης. Συνεπώς, χρειάζεται μία σταδιακή αποκλιμάκωση της εξάρτησης του αγροτικού εισοδήματος από τις επιδοτήσεις. Η αποκλιμάκωση, πλέον εξαιρετικά δύσκολη και το πιο πιθανό να γίνει άτακτα με την ασκούμενη αγροτική πολιτική να ακολουθεί προσπαθώντας να περιορίσει τις απώλειες, δεν θα πρέπει να αφεθεί στην "ελεύθερη πτώση" του αριθμού των αγροτών. Πρέπει, αντίθετα, να προκύψει από την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα που θα του επιτρέψει να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της εγχώριας και διεθνούς αγοράς.


Πόσο μας περιορίζει το διεθνές πλαίσιο (νέα ΚΑΠ, ΠΟΕ) στην άσκηση πολιτικής;


Ασφαλώς το διεθνές πλαίσιο θέτει όρια. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια άσκησης εθνικής πολιτικής. Η Κ.Α.Π. δεν εξαντλεί τις δυνατότητες παρέμβασης στον αγροτικό τομέα και δεν "απαλλάσσει" από την άσκηση εθνικής πολιτικής σε σειρά κρίσιμων ζητημάτων. Χρειάζεται όμως αλλαγή αντίληψης για τον τρόπο "χρησιμοποίησης" της Κ.Α.Π. Η αγροτική πολιτική θα πρέπει να υπερβεί την αντίληψη της απλής εκταμίευσης πόρων, τη χρησιμοποίηση της Κ.Α.Π. ως υποκατάστατου για τις ελλείψεις της. Όσον αφορά την ΕΕ ως πλαίσιο, θα απαντήσω με … ποδοσφαιρικούς όρους! Αυτό είναι σήμερα το γήπεδο. Είμαστε αναγκασμένοι να παίξουμε σε αυτό. Με λιγότερους παίκτες, με στημένη διαιτησία, με γκολ από τα αποδυτήρια. Δεν υπάρχει άλλο γήπεδο, παίζουμε εκτός έδρας. Για αυτό πρέπει να κλωτσάμε τη μπάλα, άντε και τον αντίπαλο, όχι τους συμπαίκτες μας. Αυτό το γήπεδο πρέπει να τα μετατρέψουμε σε δική μας έδρα. Θα πρέπει να υπερβάλουμε εαυτόν, ώστε οι θεατές να καταλάβουν ότι παίζουμε καλύτερη μπάλα και να αποφασίσουν να μας στηρίξουν, να μπουν και αυτοί στο παιχνίδι, "να μπουν μέσα". Μόλις μπουν οι θεατές θα λήξει το ματς.


Υπάρχει ακόμη ρόλος και των Συνεταιρισμών δηλαδή;


Οι συλλογικοί θεσμοί έχουν απαξιωθεί πλήρως. Τα αίτια είναι πολλά. Θα αναφέρω δύο: Πρώτον, η απεξάρτηση του αγροτικού εισοδήματος από την παραγωγική διαδικασία και η αντίστοιχη εξάρτησή του από τις επιδοτήσεις. Σε ένα τέτοιο σύστημα τι ρόλο μπορεί να έχει ο συνεταιρισμός; Δεύτερον, πόσοι από όσους εμπλέκονται με το συνεταιριστικό κίνημα (από πολύ ψηλά, έως τον "τελευταίο" αγρότη) γνωρίζουν τι είναι συνεταιρισμός, σε τι διαφέρει από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, συνακόλουθα πώς πρέπει να διοικείται και με τι κριτήρια να αξιολογείται, πώς εφαρμόζονται στην πράξη; Για την αναγέννηση, πλέον, των συνεταιρισμών απαιτούνται πολλές προϋποθέσεις. Μεταξύ άλλων, ο αναπροσανατολισμός της γεωργίας από "εισπράκτορα επιδοτήσεων" σε φορέα οικονομικής ανάπτυξης. Μόνο τότε ο αγρότης θα αναζητήσει στους συλλογικούς θεσμούς την οικονομική, τεχνική κλπ στήριξη, τη γνώση που μπορούν να του παρέχουν. Η γνώση, εντέλει, της αξίας του συνεταιρισμού, του συνεργατισμού, "αυτομάτως" θα λύσει αρκετά προβλήματα χωρίς να χρειάζονται άλλες ρυθμίσεις.
Μιας όμως και αναφερόμαστε σε θέματα γνώσης, θα πρέπει υπογραμμιστεί η τεράστια και κατεπείγουσα ανάγκη διάδοσης τεχνογνωσίας και τεχνικής στήριξης των αγροτών. Πώς θα παραχθούν υγιεινά τρόφιμα; Πως θα γίνει ορθολογική χρήση των φυσικών πόρων; Πώς θα μειωθεί το κόστος; Πώς θα βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα κοκ; Υπάρχει τεράστιο κενό, εγκατάλειψη.


Η βιολογική γεωργία, τι μέρος του ελληνικού αγροτικού ζητήματος μπορεί να λύσει και με τι προϋποθέσεις; Έχουμε συγκριτικό πλεονέκτημα;


Η "μεσογειακή διατροφή", όπως και η βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία πρέπει να ενισχυθεί. Η χώρα μας έχει συγκριτικό πλεονέκτημα (ορεινές περιοχές, νησιά, μεγάλη γεωμορφολογική-κλιματική διαφοροποίηση, ντόπιες ποικιλίες κ.ά.). Η τεχνογνωσία και τεχνική στήριξη που ανέφερα προηγουμένως πρέπει να δοθεί απλόχερα στη βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία. Και βέβαια η παραγωγή θα πρέπει να συνοδευτεί από αντίστοιχες προσπάθειες στη μεταποίηση και στην εμπορία. Ο δρόμος είναι μακρύς, αλλά "σωστός", πιο νόστιμος, πιο εύγευστος και πριν απ’ όλα πιο υγιεινός!
Πόσο μπορούν να συμβάλλουν η πολυαπασχόληση, η πολυλειτουργική γεωργία;
Η πολυαπασχόληση-πολυλειτουργικότητα συμπληρώνουν το αγροτικό εισόδημα και συμβάλλουν στην ανάπτυξη της υπαίθρου. Πρέπει, λοιπόν, να ενισχυθούν. Δεν αντιμετωπίζουν όμως το πρόβλημα της αγροτικής παραγωγής που θα εξακολουθεί να συνιστά κρίσιμη πηγή εισοδήματος στην ύπαιθρο. Ωστόσο, καλό είναι να ξέρουμε ότι δεν είναι στον ίδιο βαθμό εφικτές σε όλες τις περιοχές. Ενώ σε ορισμένες περιοχές ήδη συμβάλλουν στην ανάπτυξη της υπαίθρου, σε άλλες χρειάζεται συστηματική πολιτική ώστε αυτές οι συμπληρωματικές πηγές εισοδήματος να αναπτυχθούν. Επίσης, υπάρχουν περιοχές που δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την παραγωγική τους βάση και θα εξακολουθούν να εξαρτώνται σε καθοριστικό βαθμό από τη γεωργία. Οι "νέες" πολιτικές για την ανάπτυξη της υπαίθρου, ορθές κατά τα άλλα, δεν θα έχουν αποτελέσματα χωρίς την αγροτική ανάπτυξη που συνιστά τη ραχοκοκαλιά της, δεν θα πρέπει να γίνουν άλλοθι για την εγκατάλειψη της αγροτικής πολιτικής. Θα πρέπει να είναι το συμπλήρωμά της και να μην λειτουργούν ως άλλοθι των αδυναμιών και παραλείψεών της. Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι επίσης το ζήτημα της διάχυσης του οφέλους από αυτές τις δραστηριότητες.


Επαναφέρεις συνεχώς τον εξοβελισμένο όρο "αγροτική πολιτική".


Μα, το αγροτικό πρόβλημα είναι πολιτικό. Τα κόμματα που εδώ και τρεις δεκαετίες εναλλάσσονται στην κυβέρνηση απέδειξαν ότι δεν είναι σε θέση να το αντιμετωπίσουν, διότι, πέραν της ανεπάρκειάς τους δεν αντέχουν το περίφημο "πολιτικό" (δηλαδή κομματικό) κόστος. Οι περίφημες "ισχυρές αυτοδύναμες κυβερνήσεις" είναι τραγικά αδύναμες και ανίκανες να θίξουν στο παραμικρό τα κακώς κείμενα στον αγροτικό τομέα. Άρα τα προβλήματα του αγροτικού τομέα συνηγορούν προς μία άλλη λύση στο πολιτικό σύστημα της χώρας πέραν του ανακυκλούμενου δικομματισμού.

Θέμα επικαιρότητας:
Αγροτικό

Σύνολο: 11 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι