Πολιτική δεσμευτικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη

Στέφανος Δημητρίου, Κυριακάτικη Αυγή, 03/01/2010

Η Αριστερά, και κυρίως η ανανεωτική Αριστερά, εκφέρει ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο ο οποίος αφορμάται από μια βασική παραδοχή, ότι δηλαδή η δυνατότητά μας να κατανοούμε και να εξηγούμε τον κόσμο μέσα στον οποίο πράττουμε προϋποθέτει τη σύμφυση αξιών και πολιτικής. Αυτή η προϋπόθεση, η αναγνώριση δηλαδή αυτής της σύμφυσης, είναι για την ανανεωτική Αριστερά το έκτυπο ιδεολογικό της γνώρισμα.

Σε ό,τι αφορά την ελληνική Αριστερά, η εν λόγω σύμφυση αποτυπώνεται διακριτώς στην πολυαίμακτη ιστορική της πορεία, καθώς και στην εθελόθυτη προσφορά ζωής πολλών αγωνιστών της. Όντως σεμνυνόμαστε για το κίνημά μας. Ωστόσο, αυτή η σύμφυση δεν είναι πάντοτε εντελώς κατανοητή ως προς το περιεχόμενό της. Ένας τρόπος, για να καταλάβουμε το τι σημαίνει η σύνδεση αξιών και πολιτικής για την ανανεωτική Αριστερά, είναι η θεώρησή της ως γνώμονα με τον οποίο μετράμε την πρόοδο που σημειώνουμε στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τον κοινωνικό κόσμο, τον κόσμο της σημερινής κοινωνίας. Αυτή η προσπάθεια για κατανόηση και εξήγηση του κόσμου − προσπάθεια άκρως απαραίτητη για όποιον ενασμενίζεται στην ιδέα της αλλαγής αυτού του κόσμου − την οποία και θεωρεί κανονιστικό αίτημα, ουδέποτε σημειώνεται εν κενώ. Αντιθέτως, το ερώτημα, το οποίο εστιάζει το ενδιαφέρον στο πώς κατανοούμε τον κόσμο που θέλουμε να αλλάξουμε, δέχεται απάντηση προερχόμενη από την καντιανή σκέψη: κατανοούμε τον κόσμο και τη σχέση μας με αυτόν μέσω εννοιών, όπως μέσα από έννοιες υφαίνεται και ο ιστός των πεποιθήσεων που έχουμε ως σηματωρό κατά την πορεία μας μέσα στον κοινωνικό κόσμο. Μέσα από αυτόν τον ιστό βλέπουμε προς την προοπτική της αλλαγής αυτού του κόσμου.

1. Η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης ως αξία και ριζοσπαστική πεποίθηση

Το πρόβλημα της δικαιολόγησης των πεποιθήσεων είναι πρόβλημα που απαιτεί τη σύνταξη επιστημονικής μονογραφίας και, ως εκ τούτου, υπερβαίνει κατά πολύ και τις προθέσεις και τις δυνατότητες αυτού του άρθρου. Αυτό που πρέπει όμως να τονίσουμε είναι ότι προς το παρόν μάς είναι αρκετή ως αφετηρία για την πραγμάτευση των ανωτέρω μια κοινοτόπως παραδεκτή θέση: η δικαιολόγηση της πολιτικής δημοκρατίας, των δικαιωμάτων, αλλά και των ριζοσπαστικών κοινωνικών αιτημάτων, αξιώνει την προβολή ουσιαστικών επιχειρημάτων και επαρκών λόγων που θα συνηγορούν υπέρ της αποδοχής τους. Κάτι τέτοιο, βεβαίως, επ’ουδενί αρκεί για την αποδοχή και την εφαρμογή τέτοιων αιτημάτων, εφόσον, ακόμη και αν αναγνωριστεί η αξία τους, η ικανοποίησή τους θα προσκόπτει σε δομές συμφερόντων. Με άλλα λόγια, πράγματι κατανοούμε τον κόσμο μέσα από πλέγματα εννοιών, όμως αυτές οι έννοιες, όταν δεν χρησιμοποιούνται με σκοπό τη εννοιολογική άσκηση και τη θεωρητική γυμνασία ως προς την ανάλυσή τους και τη σύσταση συλλογισμών και επιχειρημάτων, πράγμα λυσιτελέστατο και εξόχως αναγκαίο, αλλά αντιστοιχούνται στον κοινωνικό κόσμο, τότε είναι έννοιες «πραγματικά βαριές». Είναι έννοιες που τις βαρύνει ο φόρτος των συμφερόντων και των ανταγωνιστικών επιδιώξεων, ατομικών και ομαδικών. Είναι πλέον έννοιες αναπροσδιοριζόμενες ως προς το περιεχόμενό τους μέσα στον κόσμο της ακαταγώνιστης ισχύος, των συγκρούσεων, αλλά και των μεταρρυθμίσεων, των αλλαγών, των ανατροπών και της κριτικής. Η κοινωνική δικαιοσύνη είναι ίσως μια από τις πλέον δεσπόζουσες έννοιες, στη συζήτηση περί κοινωνικής αλλαγής.

Η δικαιολόγηση της πολιτικής δημοκρατίας, αλλά και των αλλαγών που αποσκοπούν στην πραγμάτωση των κοινωνικών και πολιτικών αξιών τού δημοκρατικού σοσιαλισμού, προϋποθέτει τη διηνεκή αναφορά σε αυτήν ακριβώς την έννοια, καθώς και στο αξιακό της περιεχόμενο. Αυτή η αναφορά επίσης δεν σημειώνεται εν κενώ. Αντιθέτως, γίνεται εντός πλαισίου και, για την ακρίβεια, εντός συγκεκριμένων περιστάσεων, δηλαδή μέσα σε περιστάσεις δικαιοσύνης (δανείζομαι προφανώς τον όρο του Ντέιβιντ Χιουμ για τις «περιστάσεις δικαιοσύνης – circumstances of justice», χωρίς να προχωρώ σε ανάλυση του όρου, καθώς και σε προβλήματα, ως προς τη σχετική ιδέα περί δικαιοσύνης και τη δεσμευτικότητά της, που αναφύονται από αυτόν). Πρόκειται για περιστάσεις, δηλαδή για συνθήκες εντός των οποίων αναγνωρίζεται η ανάγκη για συγκρότηση πολιτικών θεσμών από τους οποίους θα προκύψουν κανόνες που θα ρυθμίζουν δικαιικώς τις κοινωνικές σχέσεις και τις αντινομίες που μπορούν να αποδιαρθρώσουν τη συνοχή αυτών των σχέσεων μέσα από συγκρούσεις συμφερόντων και ανταγωνιστικών δυνάμεων. Προς τι όμως η αναφορά σε τέτοιες περιστάσεις; Οι περιστάσεις δικαιοσύνης αποτελούν τρόπο, για να προχωρήσουμε στη δικαιολόγηση της δικαιοσύνης, στα δικαιώματα που αυτή εγγυάται και εν συνεχεία στον αναστοχασμό και τη δικαιολόγηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, οπότε πλέον θα αχθούμε προς τη δικαιολόγηση και των κοινωνικών και όχι μόνο των ατομικών δικαιωμάτων. Η αναφορά στις περιστάσεις δικαιοσύνης περιέχεται στις προτάσεις του συλλογιστικού μας βηματισμού και είναι μία από τις αρθρώσεις του επιχειρηματολογικού corpus με το οποίο μπορούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα περί το πώς δικαιολογείται αυτή η έννοια και η αξιακή της διάσταση ως εμβληματικό ιδεολογικό γνώρισμα του προγραμματικού λόγου της ανανεωτικής Αριστεράς.

Οι περιστάσεις της δικαιοσύνης μπορούν να κατανοηθούν ως στερητικές συνθήκες, ως συνθήκες έλλειψης της δικαιοσύνης. Τέτοιες συνθήκες είναι ο περιορισμός βιοτικών πόρων, η κατοχή βασικών μέσων παραγωγής και η άνιση κατανομή του παραγόμενου πλούτου, άρα και ο κοινωνικός αποκλεισμός όλων όσοι αδικούνται από αυτήν την άνιση κατανομή. Σε αυτές τις συνθήκες έλλειψης της δικαιοσύνης οδηγούν τα ιδιοτελή κερδαλέα κίνητρα που αποτρέπουν από τη συμμόρφωση σε κανόνες γενικών συμφερόντων (κίνητρα που προβάλλονται από συντεχνιακές συνομαδώσεις και εχθρεύονται κανόνες οι οποίοι αποσκοπούν στην εξισορρόπηση ατομικών- συντεχνιακών επιδιώξεων και κοινωνικών συμφερόντων), καθώς και οι ποικίλες και απάνθρωπες μορφές αδικίας που προκύπτουν από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Μπορούμε λοιπόν να σκεφτούμε τις περιστάσεις δικαιοσύνης ως συνθήκες έλλειψης της τελευταίας, οδηγούμενοι από το ακόλουθο ερώτημα: τι μπορεί να προκύψει ή να παραχθεί από μια όλως αρνητική κατάσταση όπως η έλλειψη; Μπορεί να προκύψει το αντίθετό της, δηλαδή η ευλόγως (λόγω της έλλειψης που περιεγράφη) διατυπωμένη ανάγκη για θεμελίωση αυτού ακριβώς που λείπει. Αυτό που κυρίως λείπει από τις σύγχρονες κοινωνίες, χωρίς να παροράται η ανανεωτική Αριστερά επιμέρους, αλλά καθοριστικές, πτυχές του φαινομένου, είναι η δικαιοσύνη, εν προκειμένω η κοινωνική δικαιοσύνη.

2. Ο πυρήνας του προβλήματος: ποιες αρχές δικαιοσύνης αποδεχόμαστε σήμερα και πώς τις δικαιολογούμε;

Για να επεξεργαστούμε και να αντιμετωπίσουμε το ερώτημα αυτής της ενότητας, πρέπει να πληρούνται τρεις προϋποθέσεις: α). να διαθέτουμε κριτήριο με το οποίο να επιλέξουμε τις προς αποδοχή αρχές δικαιοσύνης, β). να συγκροτήσουμε συνθήκη δικαιολόγησης της αποδοχής αυτών των αρχών, στην οποία θα συγκροτηθούν και θα διατυπωθούν τα επιχειρήματα και οι επαρκείς λόγοι που θα δικαιολογούν τις παραδεδεγμένες αρχές και θα απαντούν στο ερώτημα γιατί αποδεχόμαστε αυτές τις αρχές και όχι άλλες, γ). να προσδιορίσουμε την ιστορική παράδοση μέσα από την οποία θα αναζητήσουμε και θα συστηματοποιήσουμε τα α και β. Αυτά τα α, β, γ αποσκοπούν στο να επιτευχθεί η δικαιολόγηση του πρώτου από τα προβλήματα που διατυπώνονται στον τίτλο αυτού του άρθρου, δηλαδή της πολιτικής δεσμευτικότητας. Συνεπώς, θα πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα περί το πώς δικαιολογείται αυτή η δεσμευτικότητα και μάλιστα καθ’ υπέρβαση των δογματικών ταυτολογιών της μορφής «είμαστε αριστεροί και γι’ αυτό είμαστε υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης, είμαστε υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης και γι’αυτό είμαστε αριστεροί». Η δικαιολόγηση, εκτός του αναλυτικού έργου, θα χρειαστεί την επίρρωση της δικαιολογητικής επιχειρηματολογίας και μέσω του ιστορικού σχηματισμού των εννοιών μας.

Εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι ως πολιτικός χώρος αποσυνδέουμε το αξιακό αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης από την αναγκαία, πλην περιορισμένη και ανεπαρκή, καταγγελία των συνθηκών αδικίας και των συναφών μορφών πρακτικής και επιβολής της αδικίας. Παρότι διαπύρως εκφωνούμε τον καταγγελτικό μας λόγο, θα πρέπει να κάνουμε και τα αναγκαία βήματα προς τον θετικό προσδιορισμό αυτού που λείπει από τις περιστάσεις δικαιοσύνης τις οποίες περιγράψαμε, δηλαδή τον προσδιορισμό των αρχών της δικαιοσύνης που οραματιζόμαστε για την κοινωνία, σήμερα, αγωνιζόμενοι για μεταρρυθμιστικές αλλαγές με αριστερό προσανατολισμό.

Α. Ως προς το κριτήριο: Η ιδεολογική και πολιτική παράδοση της Αριστεράς, στην Ευρώπη, μέσα από τις ευρωπαϊκές επαναστάσεις, τον ριζοσπαστισμό του Διαφωτισμού, καθώς και της απότοκης αλλά και κριτικής προς αυτόν μαρξικής σκέψης, έχουν αναδείξει ως ιστορικώς επίκαιρη αρχή − για τις αστικές νεωτερικές, αλλά και για τις σύγχρονες καπιταλιστικές, κοινωνίες − την αναγνώριση ίσης ελευθερίας και αυτονομίας όλων των ανθρώπων. Όμως, αυτή η αναγνώριση πρέπει να υποστηρίζεται από τη συγκρότηση των θεσμικών προϋποθέσεων που θα εγγυώνται ότι η εν λόγω αρχή θα έχει περιεχόμενο υπερβαίνον το απλό τυπικό κριτήριο ισότητας. Αντιθέτως, θα προσβλέπει στην εξασφάλιση της έμπρακτης ισότητας, δηλαδή της δυνατότητας καθένας να προσδοκά δικαίως ίση αντιμετώπιση από την πολιτική εξουσία, αλλά και να προσβλέπει στη δίκαιη ικανοποίηση των εύλογων αναγκών του. Συνεπώς, επιτάσσεται ο διαρκής μεταρρυθμιστικός αγώνας, για να στραφεί η πολιτική εξουσία στη σύσταση θεσμών που θα προωθούν τις κοινωνικές, οικονομικές, αλλά και τις οικολογικές προϋποθέσεις για την ουσιαστική ενάσκηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των κοινωνικών δικαιωμάτων στη δημόσια σφαίρα αλλά και στο σημείο τομής του δημόσιου με το ιδιωτικό (αν δεν έχεις του στοιχειώδεις βιοτικούς πόρους είσαι βεβαίως ελεύθερο υποκείμενο αλλά χωρίς εξασφαλισμένη επιβίωση).

Το κριτήριο επιλογής τέτοιων αρχών οφείλει να διακρίνει ανάμεσα σε αρχές νομικής και πολιτικής δικαιοσύνης, ώστε με μεθοδολογική αρτιότητα να προσδιορίσει τις διαφορές, αλλά και την κανονιστική συνάφεια, των δύο προηγούμενων μορφών δικαιοσύνης με την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτό σημαίνει ότι η δέσμη των κοινωνικών δικαιωμάτων θα προσφέρεται σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς πολίτες, αλλά θα ισχύει και για αλλοδαπούς χωρίς πολιτική ιδιότητα, παρόλη τη διαφορά του νομικοπολιτικού καθεστώτος ανάμεσα στις δύο κατηγορίες. Παρόλο που ένα τέτοιο κριτήριο θα εθεωρείτο από συντηρητικούς κύκλους της κοινωνίας κριτήριο προερχόμενο από τις πιο βίαιες επαναστατικές παραδόσεις, η ενδελεχέστερη και πιο συγκροτημένη κατανόησή του θα το προσδιόριζε εντός της παράδοσης της φιλελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας και των προηγηθεισών επαναστάσεων, στις οποίες αναγνωρίζεται ως ιστορικώς ανεξάλειπτη κανονιστική υποτύπωση. Με άλλα λόγια, η παράδοση από την οποία προέρχεται η ενεστώσα Αριστερά έχει αναζητήσει το εν λόγω κριτήριο ήδη στο κεφαλαιοκρατικό πλέγμα των σχέσεων παραγωγής και ανταλλαγής, το οποίο θέλει να μετασχηματίσει και να υπερβεί, με σηματωρό την αξία της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Β. Ως προς την επιλογή των αρχών: Οι αρχές κοινωνικής δικαιοσύνης αξιώνουν ισότιμη πρόσβαση σε κοινωνικούς και φυσικούς πόρους, ώστε να ικανοποιείται το αίτημα και το δικαίωμα αξιοπρεπούς ζωής για όλους. Ένα τέτοιο αίτημα, για να μη χαθεί μέσα στην αοριστολογία του, θα πρέπει να συνδυάζεται με την αξίωση για ισότιμη κατανομή του κοινωνικού πλούτου, άρα θα εκτείνεται από το κατώτατο όριο της ιστορικής κλίμακας, δηλαδή την ανάγκη μεταρρύθμισης της σημερινής κοινωνίας προς τις συνθήκες κοινωνικής συνεργασίας και αλληλεγγύης, μέχρι το ανώτατο, δηλαδή την υποθετική, τώρα, αλλά ιστορικώς δυνατή και επιδιωκτέα, συνθήκη κοινωνικής αλληλεγγύης και υπέρβασης όλων των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Η περί την κοινωνική δικαιοσύνη προβληματική θα πρέπει να καλύπτει αυτήν ακριβώς την κλίμακα. Δηλαδή να μην επιζητεί το άλμα που θα μας οδηγήσει στον υπέρτατο αξιακό αναβαθμό της κλίμακας, αλλά να διεκδικεί ήδη την κοινωνική μεταρρύθμιση που προϋποθέτει αλλαγές τώρα αλλά και με προορισμό τη γενική κοινωνική χειραφέτηση. Χρειάζεται δηλαδή και μια ορθολογική και περιεκτική θεωρία κοινωνικής αναπαραγωγής, διότι η επιδιωκτέα κοινωνική ευημερία, κυρίως για όσους την στερούνται, είναι ένας από τους ριζοσπαστικούς στόχους των αριστερών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, ο οποίος υπερβαίνει την απλή σοσιαλδημοκρατική ισότητα των ευκαιριών. Αντιθέτως, εκτείνεται μέχρι του αιτήματος για ουσιαστική ισότητα, όπως την ιεραρχεί και την προτάσσει ο δημοκρατικός σοσιαλισμός της ανανεωτικής Αριστεράς.

Γ. Ως προς την ιστορική παράδοση: Η αναστοχαστική εξέταση των αρχών της κοινωνικής δικαιοσύνης, τις οποίες προτάσσει η ανανεωτική Αριστερά, οδηγεί στη σύνδεση των κανονιστικών όρων μιας ευτεταγμένης πολιτικής συνθήκης με τους πραγματικούς όρους της νεωτερικής κοινωνίας και της αντίστοιχης ιστορικής δικαιοταξίας. Αυτό που διατηρείται και σήμερα ως ηθικοπολιτικό καταπίστευμα από αυτήν την παράδοση και το οποίο συνυφαίνεται με την ίση ελευθερία και αυτονομία όλων είναι η διαρκής απαίτηση για άρση των συνθηκών που παρακωλύουν την αυτονομία στον κοινωνικό κόσμο. Αυτό μπορεί να είναι ένα θεωρητικό αίτημα. Όμως, τόσο ο Διαφωτισμός όσο και η ριζοσπαστική μαρξική κριτική προς αυτόν μάς έχουν διδάξει ότι η βία, ως μαμή της ιστορίας, μπορεί ενίοτε να γεννά εκτρώματα που απέχουν πολύ από τις αξίες της κοινωνικής δικαιοσύνης. Προφανώς και θα αποτελούσε ασύγγνωστη ιστορική αφέλεια το να αφαιρέσει κάποιος τη βία από την ατραπό που έχει διανύσει η ιστορική πορεία που εκινείτο προς την πραγμάτωση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Όμως, η ηθικοπολιτική και αξιακή δεσμευτικότητά της αξιώνουν την αναδιατύπωσή της επί τη βάσει αρχών προσδιορισμένων από κριτήρια που θα έχουν χαλκευτεί εντός της πλούσιας και ριζοσπαστικής παράδοσης τόσο των ιστορικών επαναστάσεων όσο και των σύγχρονων μεταρρυθμιστικών εγχειρημάτων. Συνεπώς, η δικαιολόγηση της πολιτικής δεσμευτικότητας των αρχών της κοινωνικής δικαιοσύνης προϋποθέτει να αναγνωρίσουμε ότι το αξιακό υπόβαθρο της πολιτικής δημοκρατίας αποσαρθρώνεται, όταν οι αδικούμενοι και δυσπραγούντες της κοινωνίας στερούνται το δικαίωμα να μεταρρυθμίσουν και να μετασχηματίσουν τις κυριαρχικές και εκμεταλλευτικές σχέσεις, αλλά επιπλέον ότι αυτοί οι ίδιοι είναι οι κυρίως πληττόμενοι και καταπιεζόμενοι − ακόμη και μέχρι του σημείου να συνθλίβονται στοιχειώδη δικαιώματα − όταν η επιδίωξη της κοινωνικής δικαιοσύνης ή της ελευθερίας ταυτίζεται με την αοριστόλογη διακονία της λεγόμενης αντιθεσμικής πρακτικής. Βεβαίως, όμως, όλα αυτά αποτελούν πεποιθήσεις. Άλλωστε από αυτές και από τη απαιτητέα δικαιολόγησή τους ξεκινήσαμε. Μόνο που η τελευταία δεν χρειάζεται βία, για να επιτευχθεί. Το πρόβλημα δεν είναι το πώς θα βγούμε από τον ιστό των πεποιθήσεών μας, ώστε να αντικρίσουμε καθαρά τις πεποιθήσεις μας. Άλλωστε νομίζω ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει. Το πρόβλημα είναι πώς θα βρούμε μια άκρη από την οποία θα ξεκινήσουμε να ξηλώνουμε τον ιστό, για να τον υφάνουμε από την αρχή. Ίσως τότε η δεσμευτικότητα των αξιών για τις οποίες έχουμε συγκεκριμένες πεποιθήσεις να καταστεί ισχυρότερη. Η προσήλωση στην κοινωνική δικαιοσύνη, για να είναι δεδικαιολογημένως και όχι δογματικώς δεσμευτική, ίσως επιτάσσει έναν τέτοιον αναστοχαστικό έλεγχο: να αναρωτηθούμε ποια «αράχνη» έχει υφάνει τον ιστό των πεποιθήσεών μας.

Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει στον Τομέα Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι