Παράπλευρες ενεργειακές και μη παρεμβάσεις 1 (13/01/10).

Ενρίκο Μπερλινγκουέρ - (Συνέντευξη στην εφημ. «Ρεπούμπλικα», 28/07/1981)

Στάθης Λουκάς, 13/01/2010

«Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις θα φρίξει»

Ο. Ελύτης, ΄Αξιον Εστί, Προφητικόν.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η συνέντευξη του Ε. Μπερλινγκουέρ. Λόγω έλλειψης χώρου, έχουν αφαιρεθεί οι ερωτήσεις του Ε. Σκάλφαρι. Έγινε προσπάθεια το κείμενο να έχει τη λογική του συνέχεια, χωρίς παρεμβάσεις αλλαγών και με ελάχιστες αφαιρέσεις, που αφορούσαν θέματα δευτερεύοντα σε σχέση με τα κυρίαρχα, που είναι: η ηθική διάσταση της κρίσης της πολιτικής, η austerità ( = αυστηρότητα, εγκράτεια: επιλογή του συν.) στη διαχείρηση των πόρων και η αναγκαιότητα για μια διαφορετική ανάπτυξη.

Αυτή η θεματολογία και προβληματική έχει σχέση και με τη συζήτηση που γίνεται -και δεν γίνεται – στο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και στη χώρα μας. Μερικά από τα προβλήματα που ο Μπερλινγκουέρ προφητικά αντίκρυσε εδώ και τριάντα σχεδόν χρόνια σήμερα έχουν αποκτήσει μια τεράστια ένταση και αποδεικτικότητα. Ίσως έχει δίκιο ο Π. Ινγράο: «Πιστεύω ότι ο Μπερλινγκουέρ είχε το μεγάλο προτέρημα να κατανοήσει βαθιά το κομβικό σημείο, το πρόβλημα προοπτικής που είχαμε μπροστά μας» (P.Sansonetti, Ti ricordi Berlinguer, Unità, 2004). Και η πρόκληση για μας είναι, ξεκινόντας απ’αυτόν, να πάμε πέρα απ’αυτόν κι όχι να επιστρέψουμε στους έλληνες επίγονους του Μπορντίγκα.

«...Τα σημερινά κόμματα είναι πάνω απ’όλα μηχανές εξουσίας και πελατειακών σχέσεων: ελλιπή και αλλοιωμένη γνώση της ζωής και των προβλημάτων της κοινωνίας και του κόσμου - ιδέες, ιδανικά, προγράμματα, λίγα ή ασαφή και η πρόκληση για μας είναι ξεκινόντας απ’ αυτόν να πάμε πέρα απ’ αυτόν και όχι να επιστρέψουμε στους έλληνες επίγονους του Μπορντίγκα αισθήματα και κονωνικο-πολτικό πάθος, μηδέν. Διαχειρίζονται συμφέροντα, τα πιό διαφορετικά, τα πιό αντιφατικά, καμιά φορά και αμφίβολα, πάντως χωρίς καμιά σχέση με τις απαιτήσεις και τις αναδυόμενες ανθρώπινες ανάγκες, ή διαστρεβλώνοντάς τα, χωρίς να επιδιώκεται το κοινόν καλό. Η ίδια οργανωτική τους δομή προσαρμόστηκε πιά σ’αυτό το μοντέλο, και δεν είναι πιά οργανωτές του λαού, σχηματισμοί που προωθούν την πολιτικο-κοινωνική ωριμότητα και πρωτοβουλία: περισσότερο ομοσπονδίες ρευμάτων, καμαρίλων, κάθε μια με ένα «μπος» και ένα «υπο-μπος». [...]

Τα κόμματα έχουν κάμει κατάληψη του κράτους και των θεσμών του, ξεκινώντας από την κυβέρνηση. Εχουν κάμει κατάληψη των Ο.Τ.Α, των οργανισμών προνοίας, του πανεπιστημίου, της ραδιοτηλεόρασης, μερικών μεγάλων εφημερίδων [...].Τέλος πάντων, όλα έχουν πιά διαμοιρασθεί ή θα ήθελαν να τα διαμοιράσουν. Η κατάσταση είναι δραματική. Όλες «οι ενέργειες» που οι διαφορετικοί θεσμοί και οι σημερινοί διοικητές τους καλούνται να κάνουν αντικρύζονται κυρίως σε συνάρτηση με τα συμφέροντα του κόμματος ή του ρεύματος ή της φατρίας στην οποία πρέπει να αποδοθεί το αξίωμα. Ένα τραπεζιτικό δάνειο παραχωρείται αν εξυπηρετεί αυτό το σκοπό, εάν επιφέρει οφέλη και πελατειακές σχέσεις. Μια διοικητική έγκριση δίνεται, μια εργολαβία κατακυρώνεται, μια πανεπιστημιακή έδρα αποδίδεται, ένας εργαστηριακός εξοπλισμός χρηματοδοτείται, εάν οι ευεργετούμενοι κάνουν δήλωση πίστης στο κόμμα που τους εξασφαλίζει αυτά τα οφέλη, ακόμα και όταν πρόκειται μόνον για ενέργειες και αναγνωρίσεις που έπρεπε να γίνουν. [...]

Κατά τη γνώμη μου πολλοί ιταλοί κατανοούν πολύ καλά την καπηλεία του Κράτους που γίνεται, τις καταπιέσεις, τα ρουσφέτια και τις διακρίσεις. Αλλά μεγάλο μέρος απ’αυτούς ευρίσκεται σε κατάσταση εκβιασμού. Απέκτησαν οφελήματα (που ίσως τα δικαιούνταν κιόλας, αλλά που τα πετύχανε μόνο δια μέσου των καναλιών των κομμάτων και των ρευμάτων τους) ή ελπίζουν να αποκτήσουν κι άλλα ή φοβούνται να μην αποκτήσουν πιά [...]

Λοιπόν: πρώτον εμείς θέλουμε να παύσουν τα κόμματα να κάνουν κατάληψη του Κράτους. Τα κόμματα πρέπει, όπως λέει το Σύνταγμά μας, να συμβάλουν στη δημιουργία της πολιτικής βούλησης του έθνους. Κι αυτό μπορεί να το κάνουν όχι καταλαμβάνοντας όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του κράτους, όλο και περισσότερα κέντρα εξουσίας σε κάθε χώρο, αλλά ερμηνεύοντας τα μεγάλα ρεύματα της θεώρησης των πραγμάτων, οργανώνοντας τις ευγενείς επιδιώξεις του λαού, ελέγχοντας δημοκρατικά τις ενέργειες των θεσμών. Αυτός είναι ο πρώτος λόγος της δική μας διαφορετικότητας. [...]

Εμείς σκεπτόμαστε ότι τα προνόμια πρέπει να καταπολεμηθούν και να καταργηθούν όπου κι αν φωλιάζουν, ότι οι φτωχοί και οι περιθωριοποιημένοι, οι μη προνομιούχοι, πρέπει να προστατευθούν και πρέπει να τους δωθεί φωνή και συγκεκριμένη δυνατότητα να μετρούν περισσότερο στις αποφάσεις για να αλλάξουν την κατάστασή τους. Ότι ορισμένες ανθρώπινες και κοινωνικές ανάγκες, που σήμερα αγνοούνται, πρέπει να ικανοποιηθούν με προτεραιότητα σε σχέση με άλλες· ότι η επαγγελματικότητα και η αξιοσύνη πρέπει να επιβραβεύονται, ότι πρέπει να είναι εξασφαλισμένη η συμμετοχή κάθε πολίτη – άνδρα ή γυναίκας- στα δημόσια πράγματα.

Κανένα από τα κυβερνητικά κόμματα δεν τα έκαμε αυτά. Εμείς οι κομμουνιστές έχουμε εξήντα χρόνια στις πλάτες μας και αποδείξαμε ότι αυτά τα επιδιώκαμε και τα κάναμε στα σοβαρά. Στη φυλακή με τους εργάτες είμαστε εμείς, στα βουνά με τους αντάρτες είμαστε εμείς, στις λαϊκές συνοικίες με τους ανέργους είμαστε εμείς, με τις γυναίκες, με το περιθωροποιημένο προλεταριάτο, με τους νέους είμαστε εμείς, σε ορισμένους δήμους, και ορισμένες περιφέρειες που διακυβερνήθηκαν με τιμιότητα είμαστε εμείς.

Υπήρχαν και άλλοι, αλλά κυρίως εμείς. Kαι ας περάσουμε στο τρίτο σημείο της διαφορετικότητας. Εμείς σκεπτόμαστε ότι ο τύπος της οικονομικής και κοινωνικής καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι αιτία μεγάλων διαστρεβλώσεων, αμέτρητων δαπανών και κοινωνικών ανισοτήτων, τεράστιας σπατάλης πλούτου. Δεν θέλουμε να ακολουθήσουμε τα μοντέλα του σοσιαλισμού που πραγματοποιήθηκαν μέχρι τώρα, απορρίπτουμε τον κεντρικό προγραμματισμό της οικονομίας, νομίζουμε ότι η αγορά μπορεί να έχει ένα ουσιαστικό ρόλο, ότι η ατομική πρωτοβουλία είναι αναντικατάστατη, ότι η ιδιωτική επιχείρηση έχει ένα δικό της χώρο και ότι μπορεί να διατηρήσει ενά δικό της σημαντικό ρόλο. Όμως είμαστε πεπεισμένοι ότι όλες αυτές οι πραγματικότητες δεν λειτουργούν πιά μέσα στις καπιταλιστικές μορφές [...] δεν λειτουργούν πιά. Κι είμαστε επίσης πεπεισμένοι ότι πρέπει και μπορεί να γίνει συζήτηση για τον τρόπο υπέρβασης του καπιταλισμού σαν μηχανισμού και συστήματος, μια κι αυτός, σήμερα, δημιουργεί όλο και μεγαλύτερες μάζες ανέργων, περιθωριοποιημένων, και εκμεταλλευμένων. Βασικά εδώ ευρίσκεται όχι μόνο ο λόγος της σημερινής οικονομικής κρίσης, αλλά και των φαινομένων βαρβαρότητας, της διάδοσης των ναρκοτικών,της άρνησης της εργασίας, της δυσπιστίας, της πλήξης, της απελπισίας. Είναι έγκλημα να έχει κανείς αυτές τις ιδέες;

(σ.σ.: Στον ισχυρισμό του Σκάλφαρι ότι δεν υπάρχει διαφορά με όσα σκέπτεται ένας πεπεισμένος Ευρωπαίος σοσιαλδημοκράτης, συνεχίζει )

Υπάρχει λοιπόν μια ουσιαστική διαφορά. Η σοσιαλδημοκρατία (μιλάω βέβαια για τη σοβαρή σοσιαλδημοκρατία) πάντοτε μεριμνούσε πολύ για τους εργάτες, για τους συνδικαλισμένους εργαζόμενους, και λίγο ή καθόλου για τους περιθωριακούς, τους υποπρολετάριους, τις γυναίκες. Τώρα πράγματι που έχουν εξαντληθεί τα παλιά όρια της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που επιτρέπανε τη σοσιαλδημοκρατική πολιτική, τώρα που σε όλη την καπιταλιστική δύση εκρίχτηκαν τα προβλήματα που υπενθύμιζα προηγουμένως, υπάρχουν σημεία κρίσης στον αγγλικό λαμπουρισμό και στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία. Ακριβώς γιατί τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ευρίσκονται μπροστά σε προβλήματα άγνωστα μέχρι τώρα σ’ αυτά, ή που αυτά είχαν αγνοήσει.

[....]

Η ηθική διάσταση της κρίσης της πολιτικής δεν εξαντλείται στο γεγονός ότι, επειδή υπάρχουν κλέφτες, διεφθαρμένοι, καταχραστές στις υψηλές σφαίρες της πολιτικής και της δημόσιας διοίκησης, πρέπει να ξεσκεσπαστούν, να καταγγελθούν και είναι ανάγκη να πάνε φυλακή. Η ηθική διάσταση της κρίσης της πολιτικής, στην Ιταλία σήμερα, είναι αδιαχώριστη από την κατάληψη του κράτους από τη μεριά των κυβερνητικών κομμάτων και των ρευμάτων τους, είναι αδιαχώριστη από τον πόλεμο μεταξύ διαφόρων ομάδων, είναι αδιαχώριστη από την αντίληψη για την πολιτική και τις μεθόδους κυβέρνησης, που απλά πρέπει να εγκαταλειφθούν και να ξεπεραστούν. Νά γιατί λέω ότι η ηθική διάσταση της κρίσης της πολιτικής είναι στο κέντρο του ιταλικού προβλήματος. Νά γιατί τα άλλα κόμματα μπορούν να αποδείξουν ότι είναι δυνάμεις ανανέωσης μόνο άν ξεσκεπάσουν πλήρως την ηθική κρίση, φθάνοντας μέχρι τα πολιτικά αίτια της. Εκείνο που πρέπει να μας ενδιαφέρει στ’αλήθεια είναι η τύχη της χώρας. Αν συνεχίσουμε μ’αυτό τον τρόπο, υπάρχει κίνδυνος η δημοκρατία να περιορισθεί, αντί να απλωθεί και να αναπτυχθεί· να βουλιάξει στο τέλμα.

[....]

Εμείς [το 1977] υποστηρίξαμε ότι ο άκρατος ατομικός καταναλωτισμός παράγει μόνο διασπάθιση πλούτου και παραγωγικές διαστρεβλώσεις, αλλά από πάνω και ανικανοποίηση, αποπροσανατολισμό, δυστυχία. Υποστηρίζουμε επίσης ότι, πάντως, – μπροστά στην αύξηση της απόστασης, στο εσωτερικό τους, ανάμεσα σε ζώνες ανεπτυγμένες και καθυστερημένες, και μπροστά στην αφύπνιση και στο προχώρημα των πρώην αποικιών και την ανεξαρτησία τους – η οικονομική κατάσταση στις βιομηχανικές χώρες δεν επέτρεπε πια την εξασφάλιση μιας οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, διατηρόντας τον «πολιτισμό της κατανάλωσης», με όλες τις επιβλαβείς επιπτώσεις, ακόμα και ηθικές, που ενυπάρχουν σ’αυτή. Η διάδοση των ναρκοτικών ανάμεσα στους νέους, λόγου χάρη, είναι ένα από τα σοβαρά σημάδια αυτών των επιπτώσεων και στην πραγματικότητα κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη. Μιλούσαμε όμως για την austerità (=αυστηρότητα, εγκράτεια: επιλογή του συντ.). Είμαστε οι μόνοι που υπογραμμίσαμε την ανάγκη να καταπολεμήσουμε τις σπατάλες, να αυξήσουμε την εξοικονόμηση, να περιορίσουμε την περιττή ιδιωτική κατανάλωση, να επιβραδύνουμε την διεστραμμένη δυναμική των δημοσίων δαπανών, να δημιουργήσουμε καινούργιες πηγές πλούτου και καινούργιες πηγές εργασίας. Είπαμε ότι ακόμα και οι εργαζόμενοι θα έπρεπε να συμβάλλουν, από τη μεριά τους, σ’αυτή τη μεγάλη προσπάθεια επανόρθωσης της οικονομίας. Είπαμε επίσης ότι το σύνολο των θυσιών έπρεπε να γίνει εφαρμόζοντας μιά αρχή της αυστηρής ισότητας, που έπρεπε να έχει σα στόχο το να δώσει το ξεκίνημα σε ένα διαφορετικό πρότυπο ανάπτυξης και σε διαφορετικούς τρόπους ζωής (πιό φειδωλούς και πιό ανθρώπινους). Αυτός υπήρξε ο δικός μας τρόπος να τοποθετήσουμε το πρόβλημα της austerità και του ταυτόχρονου αγώνα ενάντια στον πληθωρισμό και στην ύφεση, δηλαδή την ανεργία. Αποσαφηνήσαμε και αναπτύξαμε τις θέσεις μας αυτές στο ΧV Συνέδριο μας τον Μάρτη του 1979. Δεν εισακουσθήκαμε.

[...]

Πρέπει να αντιμετωπισθεί και το κόστος της εργασίας, και να συγκρατηθεί στο σύνολό του, επεμβαίνοντας κυρίως απο την πλευρά της αύξησης της παραγωγικότητας. Θέλω όμως να σας υπογραμμίσω με σκέτη ειλικρίνεια ότι όταν ζητούνται θυσίες από τη χώρα και ζητούνται πρώτ’απ’όλα – όπως συνήθως - από τους εργαζόμενους, ενώ έχουμε πίσω μας ένα πρόβλημα σαν την P2 ( σημ.σ.: παράνομη μασσονική στοά ), είναι πολύ δύσκολο να εισακουσθείς και να γίνεις πιστευτός. Όταν ζητούνται θυσίες στον κόσμο της εργασίας χρειάζεται μια μεγάλη συναίνεση, μια μεγάλη πολιτική αξιοπιστία και η ικανότητα να παταχθούν υπερβολικά και απαράδεκτα προνόμια. Εάν αυτά τα στοιχεία δεν υπάρχουν, το επιχείρημα δεν θα έχει αίσιο τέλος, θα αποτύχει.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι