Η Ιστορία καλεί την Αριστερά

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 30/01/2010

Ως γνωστόν, αν θέλουμε μια ψύχραιμη, μετρημένη και κατά το δυνατόν αντικειμενική ανάλυση της κατάστασης, ο τελευταίος άνθρωπος που θα ρωτήσουμε είναι ο πολιτικός.

Απλός ο λόγος. Ολοι ξέρουμε εκ των προτέρων πως, όποτε ανοίγει το στόμα του, το μήνυμα είναι πάντα το ίδιο: Ψηφίστε εμάς και όχι τους άλλους. Γι’ αυτό ανεχόμαστε όχι μόνο την υπερβολή, αλλά και την τάση να μετατρέπει τις επιθυμίες του σε διαπιστώσεις.

Κάπως έτσι πρέπει να διαβάσουμε τις πρόσφατες δηλώσεις Αλαβάνου, σύμφωνα με τις οποίες η Ιστορία καλεί την Αριστερά και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να συγκροτήσει ένα πλειοψηφικό μέτωπο που θα ανατρέψει την κατά (νεοφιλελεύθερον) κρημνόν πορεία της χώρας. Καλό ως εμψυχωτικό και συσπειρωτικό κήρυγμα προς τους πιστούς. Και δεδομένου ότι το μέλλον είναι άδηλον, ουδείς μπορεί να το αποκλείσει εξ ορισμού. (Οπως, επίσης, ουδείς μπορεί να πει με απόλυτη σιγουριά ότι μια ομάδα της Β’ Εθνικής δεν θα κερδίσει το Κύπελλο Ευρώπης σε τρία χρόνια.) Αλλά αν το πάρουμε τοις μετρητοίς και συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι προέρχεται από μια μερίδα ενός κόμματος που θεωρεί επίτευγμα την είσοδο στη Βουλή, μοιραία θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι η επαφή με την πραγματικότητα έχει απολεσθεί.

Δεν πρόκειται όμως για απλή και αναμενόμενη υπερβολή. Γιατί πίσω από αυτή την υπέρμετρη αισιοδοξία κρύβεται το εξής ευρύτατα διαδεδομένο ιδεολόγημα: ότι η δύναμη της Αριστεράς στην Ελλάδα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που καταγράφεται στις εκλογές. Πώς εξηγείται αυτό το παράξενο φαινόμενο;

Νομίζω ότι υπάρχουν δύο απαντήσεις. Η πρώτη, ας τη χαρακτηρίσουμε συμβατή με την εικόνα που έχει η Αριστερά για τον εαυτό της, αποδέχεται την αναντιστοιχία και την αποδίδει στο σύστημα ή σε κακόβουλες ενέργειες, με κύριους ενόχους τον δικομματισμό, τον εκλογικό νόμο, τα ΜΜΕ γενικά (όπου, παραδόξως, η παρουσία αριστερών είναι δυασανάλογα μεγάλη) και κάποιους εξέχοντες δημοσιολογούντες, οι οποίοι «τα βάζουν με την Αριστερά». Αμάρτημα θανάσιμο, αν σκεφτεί κανείς ότι η Αριστερά έχει πάντα έναν καλό λόγο για τους πολιτικούς αντιπάλους της και ποτέ δεν τα έβαλε με κανέναν!

Η δεύτερη απάντηση, ας τη χαρακτηρίσουμε αιρετική, δεν αποδέχεται την αναντιστοιχία και τη θεωρεί αποτέλεσμα μιας σκόπιμης ιδεολογικής σύγχυσης. Συγκεκριμένα, της τάσης να βαφτίζεται «αριστερός», συνειδητός ή έστω εν δυνάμει, όποιος διαμαρτύρεται για κάτι ή μάλλον για οτιδήποτε. Κι επειδή στην Ελλάδα όλοι διαμαρτύρονται, όλοι θεωρούν εαυτούς αδικημένους και όλοι αντιστέκονται -όπως επιβάλλει ο αντιστασιακός χαρακτήρας του Ελληνα, που αποδεικνύει άλλωστε και την ιστορική συνέχεια της φυλής- αυτός ο αχταρμάς της απροσδιόριστης και συχνά αντιφατικής αγανάκτησης γίνεται η τεράστια δεξαμενή, από την οποία κάποια μέρα ο ΣΥΡΙΖΑ ή το ΚΚΕ θα αντλήσουν τις αστείρευτες δυνάμεις που θα γιγαντώσουν το πλειοψηφικό αριστερό κίνημα. Αρκεί να «ανοίξουν τους κρουνούς της λαϊκής αγανάκτησης», για να θυμηθούμε το σήμα της πάλαι ποτέ ραδιοφωνικής εκπομπής του Τράγκα.

Ως ερμηνευτικό σχήμα είναι αρκετά αποτελεσματικό (με την έννοια ότι σώζει τα φαινόμενα ή μάλλον τις ψευδαισθήσεις), όσο ο πολιτικός λόγος της Αριστεράς παραμένει εγκλωβισμένος στον θολό βυθό του λαϊκισμού και της δημαγωγίας. Αν όμως αναλογιστούμε ότι τα εν λόγω κόμματα έλκουν το ιδεολογικό τους γένος από τον Μαρξ και την παράδοσή του, αν θυμηθούμε ότι αυτή η παράδοση μάς κληροδότησε τα θεωρητικά και πολιτικά όπλα για να πολεμήσουμε, μεταξύ άλλων, τις απλουστεύσεις και τα εύκολα λόγια, τότε μόνο θλίψη θα αισθανθούμε για την καθ’ ημάς Αριστερά σήμερα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι