Κοινωνία και αγορά

Τζόρτζιο Ρούφολο: Η σχέση ανάμεσα στην αγορά και την κοινωνία είναι το θεμελιώδες ζήτημα που διαιρεί τώρα αριστερά και δεξιά

Θανάσης Γιαλκέτσης, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 06/02/2005

Το ακόλουθο άρθρο του ιταλού οικονομολόγου Τζόρτζιο Ρούφολο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «La Repubblica».
Το κυρίαρχο ζήτημα για τη θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά είναι -σήμερα- η σχέση ανάμεσα στην αγορά και την κοινωνία. Το θέμα αυτό μπορεί να τεθεί μόνον αν αποκλειστούν οι ακραίες ιδεολογικές λύσεις, οι οποίες ωστόσο υποστηρίχτηκαν ευρέως και επιδιώχθηκαν καταστροφικά: εκείνη μιας κοινωνίας χωρίς αγορά και εκείνη μιας αγοράς χωρίς κοινωνία. Στο θεωρητικό επίπεδο, ο στοχαστής που έθεσε αυτό το θέμα με τον πιο διαυγή τρόπο υπήρξε αναμφίβολα ο Καρλ Πολάνιι, ούγγρος σοσιαλιστής, μη μαρξιστής, οικονομολόγος, κοινωνιολόγος, ανθρωπολόγος, τον οποίο δεν άκουσε, παραγνώρισε ή και αγνόησε η αριστερά. Στο πρακτικό επίπεδο, η πιο αποτελεσματική απάντηση υπήρξε η κεϊνσιανή στις δεκαετίες 1950 και 1960, η οποία επιβεβαίωσε την πλήρη συμβατότητα ανάμεσα σε οικονομία της αγοράς και κοινωνική συνοχή, υπό τον όρο ότι το κράτος θα αντιμετωπίσει το αληθινά μεγάλο ελάττωμα της πρώτης: τη δομική της τάση προς την ανεπάρκεια της ζήτησης. Η αναμφισβήτητη ουσιαστική επιτυχία των κεϊνσιανών μακροοικονομικών πολιτικών δημόσιας υποστήριξης της ζήτησης εξαρτιόταν ωστόσο από δύο θεμελιώδεις προϋποθέσεις: την οικονομική κυριαρχία του εθνικού κράτους μέσα στα όριά του και τη ρητή ή σιωπηλή συμφωνία μεταξύ επιχειρηματιών και εργαζομένων για την αναδιανομή των κερδών που πήγαζαν από την αύξηση της παραγωγικότηατς (η λεγόμενη εισοδηματική πολιτική).

Αυτές οι προϋποθέσεις σήμερα δεν υπάρχουν πλέον. Η παγκοσμιοποίηση υπονόμευσε την οικονομική κυριαρχία του εθνικού κράτους, καθιστώντας αδύνατες τις αυτόνομες μακροοικονομικές πολιτικές. Το ξέσπασμα του ανταγωνισμού που υποκινείται από τις νέες τεχνολογίες και παροξύνεται από την παγκοσμιοποίηση ανέτρεψε την εισοδηματική πολιτική. Ολα αυτά επαναπρότειναν εκείνο που ο Καρλ Πολάνιι όριζε στρεβλή ουτοπία μιας ολικής εμπορευματοποίησης και αποπολιτικοποίησης, ενός ολοκληρωτισμού της αγοράς.

Μια αγορά «απελευθερωμένη» από τους προσανατολισμούς νοήματος και από τους κανόνες του πολιτικού έλέγχου είναι σαν ένας ποταμός που σαρώνει στην πορεία του τις ίδιες τις όχθες του. Ο ίδιος ο Πολάνιι είχε εντοπίσει την προέλευση της ουτοπίας της ελεύθερης αγοράς στην εμπορευματοποίηση των παραγωγικών παραγόντων (γη, εργασία και νόμισμα) που συντελείται βαθμιαία στην ιστορία του σύγχρονου καπιταλισμού. Μόνον παραμένοντας έξω από την αγορά, αυτά τα στοιχεία μπορούν να εκπληρώνουν τη λειτουργία τους ως «όχθες», όρια, ρυθμιστές της ίδιας της αγοράς. Οταν αντιμετωπίζονται σαν εμπορεύματα, χρησιμοποιούνται ενάντια στον αυθεντικό τους προορισμό.

Η γη, αν αποσπαστεί από τους φυσικούς της κύκλους και υποταχθεί στη λογική της εκμετάλλευσης με σκοπό το μέγιστο κέρδος, παράγει μόλυνση και διαταραχή της οικόσφαιρας. Η εργασία, όταν χρησιμοποιείται ως απλό εργαλείο παραγωγής, χάνει τον χαρακτήρα της ως συστατικού γνωρίσματος της ανθρώπινης προσωπικότητας και γίνεται άθυρμα της βιομηχανικής συγκυρίας. Το νόμισμα, όταν χρησιμοποιείται όχι ως απλός δείκτης πλούτου αλλά ως πλούτος καθεαυτός, γίνεται αντικείμενο κερδοσκοπικών χρηματιστικών δραστηριοτήτων, εντελώς αποσπασμένων από την εξέλιξη της πραγματικής οικονομίας.

Η παγκοσμιοποίηση των αγορών και ιδιαίτερα εκείνη των κεφαλαίων παρόξυνε αυτές τις ενδογενείς στη διαδικασία ανεξέλεγκτης εμπορευματοποίησης αντιθέσεις. Το μεγάλο πρόβλημα που τίθεται στη μεταρρυθμιστική αριστερά είναι το να αναλάβει τον κοινωνικό έλεγχο αυτής της διαδικασίας. Αυτό προϋποθέτει μια στρατηγική προγραμματισμού, γιατί σήμερα η ανισορροπία ανάμεσα σε μιαν οικονομία της αγοράς που βασίζεται στους συσχετισμούς δύναμης και στις δυνατότητες της πολιτικής εξουσίας που βασίζονται στην ευθύνη για την κοινωνική συνοχή έχει γίνει απαράδεκτη. Οι πιο κρίσιμες ζώνες αυτής της ανισορροπίας παραμένουν αυτές που υπέδειξε ο Πολάνιι: η γη, η εργασία, το νόμισμα.

Από αυτές τις τρεις θα έπρεπε επομένως να ξαναξεκινήσουμε για μια ριζική μεταρρύθμιση του οικονομικού συστήματος. Σε ό,τι αφορά τη «γη», το πρόβλημα τίθεται σήμερα ως ζήτημα οικολογικής βιωσιμότητας, ως ζήτημα επιβίωσης του ανθρώπινου γένους πάνω στη γη. Ο πυρήνας αυτού του προβλήματος εξάντλησης και μόλυνσης είναι το ενεργειακό αδιέξοδο, το γεγονός δηλαδή ότι όλη η οικονομία βασίζεται σε μη ανανεώσιμες και ρυπογόνες μορφές ενέργειας. Από δω πηγάζει και η πρόδηλη προτεραιότητα: να επιταχυνθούν οι αναγκαίες έρευνες και επενδύσεις που θα καταστήσουν οικονομικά δυνατή μια οικονομία των ανανεώσιμων πόρων (ήλιος, υδρογόνο).

Σε ό,τι αφορά την εργασία, η αναγνώρισή της ως συστατικού στοιχείου της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, και όχι ως εμπορεύματος, προϋποθέτει την ανάληψη από το κράτος της ευθύνης για πλήρη και καλή απασχόληση. Οσο για το «νόμισμα», οι συνέπειες οικονομικής αστάθειας και πρόδηλης ηθικής αδικίας από την κερδοσκοπική του χρήση (η απόλυτη ελευθερία που η απεχθής νεοφιλελεύθερη υποκρισία παραχωρεί στην κίνηση των κεφαλαίων, ενώ την αρνείται στην κίνηση των ανθρώπων) καθιστούν αναγκαία θετικά μέτρα που θα ευνοούν τις αναγκαίες επενδύσεις για τη χρηματοδότηση των δημόσιων αγαθών σε σχέση με τα ιδιωτικά αγαθά.

Μια κομβική πλευρά της σύγχρονης κοινωνικής και οικονομικής κρίσης είναι πράγματι η αυξανόμενη ανισορροπία ανάμεσα σε δημόσια αγαθά (εκπαίδευση, υγεία, ασφάλεια, πολεοδομικός σχεδιασμός κ.λπ.) και ιδιωτικά αγαθά. Οι πόροι κατευθύνονται με κάθε μέσο (διαφήμιση, φορολογία κ.λπ.) προς τις ιδιωτικές καταναλώσεις και μάλιστα τις πιο ευτελείς, με το ηθικά παράδοξο πρόσχημα της «ελευθερίας του καταναλωτή» και με εκείνο το οικονομικά αβάσιμο της εθνικής ανταγωνιστικότητας. Γίνεται έτσι πιο φανερή η αντίφαση, που είχε καταγγείλει πριν από μισό περίπου αιώνα ο Γκαλμπρέιθ, ανάμεσα σε ιδιωτική αφθονία και δημόσια αθλιότητα (...).

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι