Μια πολιτική μάχη που πρέπει να δώσουμε

Στρατής Μπουρνάζος, Κυριακάτικη Αυγή, 14/02/2010

Εδώ και δύο μήνες μια μεγάλη ιδεολογική και πολιτική μάχη εξελίσσεται στην ελληνική κοινωνία. Μια μάχη με σημασία, ενδιαφέρον, αλλά και μια ιδιοτυπία. Σ’ αυτήν πολεμάει μονάχα μία πλευρά: η ακροδεξιά.

Μιλάω, ίσως το καταλάβατε, για το νομοσχέδιο που αφορά την ιθαγένεια και την ψήφο των μεταναστών. Από τη στιγμή που δημοσιοποιήθηκε, αποτελώντας βασική προεκλογική εξαγγελία του ΠΑΣΟΚ (ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, του Γιώργου Παπανδρέου), η ακροδεξιά, στις ποικίλες εκφάνσεις και διακλαδώσεις της, ξεκίνησε μια συστηματική επίθεση: παρεμβαίνοντας στη δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση, μαζεύοντας υπογραφές για δημοψήφισμα, υποδαυλίζοντας την παραπληροφόρηση και τα φοβικά αντανακλαστικά, πλαισιωμένη βέβαια από τους σύγχρονους ταγούς της εθνικοφροσύνης, μεταξύ των οποίων και «σεσημασμένοι» μητροπολίτες όπως ο Άνθιμος Θεσσαλονίκης ή ο Αμβρόσιος Καλαβρύτων. Η ακροδεξιά έπαιζε εν πολλοίς μονότερμα, λόγω της απουσίας σχεδόν αντιπάλου. Όσο για την κυβέρνηση, αντί να αναδεικνύει την τομή που σηματοδοτεί το νομοσχέδιο, την υποβάθμιζε διαρκώς, διαβεβαιώνοντας τους «ανησυχούντες» ότι αυτό αφορά πολύ λίγους μετανάστες, ότι θα είναι αμείλικτη με τους λαθρομετανάστες και ότι έχει λάβει τα δέοντα μέτρα για να μην πλακώσει η αραπιά.

Δεξιότερα Κουροπάτκιν!

Έτσι, το γεγονός ότι το σχέδιο νόμου που κατατέθηκε τελικά στη Βουλή είναι εμφανώς χειρότερο από το αρχικό μοιάζει σχεδόν προδιαγεγραμμένο: αναπόφευκτα η πλάστιγγα έγειρε προς τα δεξιά, αφού αυτή η πλευρά παρενέβη δυναμικά δίνοντας τον τόνο. Το ακροδεξιό-ρατσιστικό-εθνικιστικό μπλοκ, με βασικό πολιτικό εκφραστή το ΛΑΟΣ, κατέγραψε έτσι μια αξιόλογη πολιτική επιτυχία. Αφενός, επειδή οι αλλαγές στο νομοσχέδιο κάθε άλλο παρά αμελητέες είναι, τόσο για τα αποτελέσματά τους (λ.χ. η πενταετής νόμιμη παραμονή και των δύο γονέων ως προϋπόθεση για την κτήση της ιθαγένειας περιορίζει δραστικά τον αριθμό των παιδιών που μπορούν να πολιτογραφηθούν) όσο και για τη συντηρητική λογική και ρητορική (συστατικές επιστολές, πολύπλοκες εξετάσεις ελληνομάθειας, οι «λόγοι ασφαλείας» ως κριτήριο) που τις περιβάλλει.

Αφετέρου, επειδή η ΝΔ επί της ουσίας ταυτίστηκε με την οπτική του ΛΑΟΣ. Η εξέλιξη αυτή, βέβαια, δείχνει και την πολιτική αδυναμία πολλών άλλων: του ΠΑΣΟΚ και της κυβέρνησης που δεν κατορθώνουν να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά την πρωτοβουλία τους και υποχωρούν, προσβλέποντας στη συναίνεση Σαμαρά, την οποία ωστόσο δεν εξασφαλίζουν (οι υποχωρήσεις, σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως έλεγε προχθές ο Δ. Χριστόπουλος, δεν κατευνάζουν τους «ανησυχούντες» αλλά εντείνουν τις αντιδράσεις)· της ΝΔ που ακροδεξιοποιείται· των μετριοπαθών-«υπεύθυνων»-φιλελεύθερων κλπ. δεξιών και κεντροδεξιών που απλώς απέδειξαν, για μια ακόμαφορά, την ανυπαρξία τους εν Ελλάδι· και βέβαια της Αριστεράς, που δεν κατάφερε να τραβήξει το νομοσχέδιο προς τη δική της πλευρά.

***

Εδώ και χρόνια η Αριστερά, σε όλες της τις εκδοχές (ΣΥΝ, ΣΥΡΙΖΑ, δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, αντιρατσιστικές κινήσεις και πρωτοβουλίες -- οριακά ακόμα και το ΚΚΕ, αν και με δειλό ή συγκεχυμένο συχνά τρόπο)1 πρωτοστάτησε στις πρωτοβουλίες για τους μετανάστες, τα δικαιώματα και τα προβλήματά τους: οργάνωσε διαδηλώσεις, καμπάνιες, στέκια, μαθήματα ελληνικών, έστησε επαφές με μεταναστευτικές κοινότητες, στάθηκε αλληλέγγυα, κατήγγειλε την αστυνομική βία και τις απελάσεις -- μια δράση που συμπυκνώνεται συμβολικά στα αντιρατσιστικά φεστιβάλ, που αποτελούν πλέον πολιτικό γεγονός, κάθε χρόνο, σε πολλές πόλεις της χώρας. Με δυο λόγια, η Αριστερά, καθώς και κομμάτια του αντιεξουσιαστικού-αναρχικού χώρου, έχουν ασχοληθεί συστηματικά, την τελευταία εικοσαετία, με το μεταναστευτικό, πράγμα φανερό στην πράξη, τον λόγο και τις αναλύσεις τους.

Κι όμως, αυτή η πλούσια εμπειρία, ευαισθησία και δράση δεν οδήγησε σε μια αντίστοιχη εγρήγορση τη στιγμή της κατάθεσης του νομοσχεδίου· υπήρξε μάλλον μια αμηχανία. Μπορώ να σκεφτώ αρκετούς λόγους: ότι και το αρχικό προσχέδιο υπολειπόταν όχι μόνο από όσα θέλαμε, αλλά ακόμα και από τις εξαγγελίες Παπανδρέου (λ.χ. για αυτόματη χορήγηση ιθαγένειας σε όλα τα παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα), ότι πήγαινε χέρι χέρι με τις εξαγγελίες για ένταση της καταστολής και «πάταξη» της λαθρομετανάστευσης (δηλαδή των λαθρομεταναστών) ή ένα --υγιές καταρχήν αλλά ενίοτε καταστροφικό-- αντικυβερνητικό και αντικρατικό αντανακλαστικό.

Προσωπικά, παρόλο που μπορώ να συμμεριστώ αρκετούς λόγους αυτής της τάξης, θεωρώ την απραξία πολιτικό σφάλμα. Ο ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ (και αυτό αφορά όλες τις τάσεις και τις συνιστώσες) όπως και οι άλλες δυνάμεις της Αριστεράς έχουν πολλούς και ουσιώδεις λόγους να βγουν μπροστά, να πάρουν στα χέρια τους μια υπόθεση που είναι δικιά τους, δίνοντας τον τόνο στη δημόσια αντιπαράθεση. Επί του πολιτικού πρακτέου αυτό σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, ότι στηρίζουμε επί της αρχής το νομοσχέδιο, ασκούμε σκληρή κριτική όπου χρειάζεται (και σε σημεία του νομοσχεδίου και σε άλλες πτυχές της μεταναστευτικής πολιτικής), διεκδικούμε διεύρυνση των θετικών διατάξεων και απόσυρση των αρνητικών, παίρνουμε πολιτικές πρωτοβουλίες απευθυνόμενοι στην κοινωνία και πιέζοντας την κυβέρνηση. Αυτό περίπου που έκανε δηλαδή, από τη σκοπιά της και στο μέτρο που της αναλογούσε, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη, η οποία από την πρώτη μέρα ιεράρχησε το ζήτημα ως μείζον, αναδεικνύοντάς το με όποιο τρόπο μπορούσε.

Θα μπορούσαν λοιπόν τα πράγματα να έχουν εξελιχθεί αλλιώς; Δεν είναι σίγουρο. Η συντηρητικοποίηση του νομοσχεδίου δεν είναι συνάρτηση μόνο της στάσης της Αριστεράς και των αντιρατσιστικών οργανώσεων, αλλά πολλαπλών σταθμίσεων, όπως οι ενδοκομματικές ισορροπίες στο ΠΑΣΟΚ ή το κλίμα εθνικής συναίνεσης λόγω της οικονομικής κρίσης. Ωστόσο, επειδή --αξιακά, πολιτικά, γνωστικά-- παίζαμε στο δικό μας γήπεδο, μια ενεργή παρέμβαση θα μπορούσε να αποτελέσει ανάχωμα στις επιθέσεις τις ακροδεξιάς και να δώσει απτά αποτελέσματα. Δύο πρόχειρα παραδείγματα επʼ αυτού. Παράδειγμα πρώτο: η πολιτική Καρατζαφέρη, όλο το τελευταίο διάστημα, στο προνομιακό γιʼ αυτόν τρίπτυχο εγκληματικότητα-ασφάλεια-λαθρομετανάστευση, καθόρισε την ατζέντα για το σύνολο της συντηρητικής παράταξης, σέρνοντας στις θέσεις τού ΛΑΟΣ τόσο την κυβέρνηση Καραμανλή όσο και τη ΝΔ του Σαμαρά. Παράδειγμα δεύτερο: το κίνημα εναντίον της αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος πριν τρία χρόνια πέτυχε αυτό που φάνταζε αδύνατο: να κάνει το ΠΑΣΟΚ, ασθμαίνοντας, να αλλάξει στάση.

Μια δικιά μας υπόθεση

Και τώρα; Παρόλο που η συντηρητικοποίηση του νομοσχεδίου μάς κόβει τα πόδια, παρόλο που είναι εξαιρετικά δύσκολο να πετύχουμε σοβαρές βελτιώσεις (όπως θα ήταν η απαλοιφή του όρου για την πενταετή νόμιμη παραμονή και των δύο γονέων που αναφέρθηκε παραπάνω), το ζήτημα της ιθαγένειας και των πολιτικών δικαιωμάτων των μεταναστών πρέπει να αναδειχθεί σε κεντρικό θέμα της παρέμβασής μας το αμέσως επόμενο διάστημα. Και την πολιτική αυτή μάχη πρέπει να τη δώσουμε όχι για την τιμή των όπλων ούτε μόνο για λόγους αξιακούς και ηθικούς, αλλά βαθύτατα πολιτικούς. Αναφέρω τρεις.

Πρώτον, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι το νομοσχέδιο έχει μπει στον «αυτόματο» μέχρι την ψήφισή του. Υπάρχει κίνδυνος, κάτω από τις συντονισμένες πιέσεις, να κουτσουρευτεί κι άλλο, και αυτό πρέπει βέβαια να αποτραπεί με κάθε τρόπο.

Δεύτερον, δημιουργείται ένα πολύ αρνητικό προηγούμενο: το ΠΑΣΟΚ υποχωρεί στην πίεση του ΛΑΟΣ και αναζητά τη συναίνεση της ΝΔ, όχι μόνο στην εξωτερική πολιτική ή την οικονομία, αλλά ακόμα και σε σημεία όπου θα μπορούσε να προχωρήσει σε προοδευτικές μεταρρυθμίσεις. Η παρακαταθήκη αυτή, αν εμπεδωθεί, θα αποτελέσει μεγάλο βαρίδι σε όλους τους τομείς, ασφαλώς και στο ζήτημα της μεταναστευτικής πολιτικής ενόψει του επόμενου νομοσχεδίου.

Τρίτον, και κυριότερο, ας μην ξεχνάμε ότι οι νόμοι δεν λειτουργούν σε --πολιτικό και ιδεολογικό-- κενό. Επομένως, το αν ο συγκεκριμένος νόμος θα καταγραφεί ως ένα πρώτο δειλό βήμα σε μια προοδευτική κατεύθυνση, ως λειψό έστω κέρδος ενός πολύμορφου κινήματος ή αν θα ψηφιστεί υπό το σφυροκόπημα της ακροδεξιάς, με τον Σαμαρά να δηλώνει ότι θα τον καταργήσει και την κυβέρνηση να ψελλίζει δίνοντας διαπιστευτήρια καλής συμπεριφοράς, έχει πολύ μεγάλη διαφορά. Αν τα πράγματα πάρουν τον δεύτερο δρόμο, αυτό όχι μόνο συνεπάγεται μια περαιτέρω συρρίκνωση του νόμου στην εφαρμογή του και έναν στενό κλοιό για τους μετανάστες, αλλά αφορά συνολικότερα την κοινωνία μας.

Μου έρχεται αμέσως στο μυαλό το πικρό παράδειγμα του Μακεδονικού (και θυμάμαι πάντα τον Φίλιππο Ηλιού και τον Άγγελο Ελεφάντη που είχαν αντιληφθεί πολύ νωρίς τη βαρύτητα του πράγματος): η ηγεμονία των «πατριωταράδων» στις αρχές της δεκαετίας του 1990 δεν επηρέασε απλώς τις σχέσεις με τη γειτονική χώρα και την εξωτερική πολιτική, αλλά αμφισβήτησε πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, αναδιάταξε πολιτικές συμμαχίες, διαμόρφωσε νέα ιδεολογικά μορφώματα, τροποποίησε δεδομένα του πολιτικοϊδεολογικού τοπίου της μεταπολίτευσης (είχαμε, λ.χ. την εισβολή της Εκκλησίας στο προσκήνιο), εισήγαγε νέα κριτήρια (όπως η αναγωγή των θεμάτων εσωτερικής πολιτικής, πολιτισμού, εκπαίδευσης κλπ. σε «εθνικά ζητήματα»). Τις συνέπειες τις νιώσαμε τα επόμενα χρόνια, μέχρι και σήμερα.

Πού θα γείρει η πλάστιγγα;

Το παιχνίδι, πάντως, δεν έχει χαθεί. Για πολλούς λόγους (σημειώνω έναν, βαρύνοντα: τη διαφορετική στάση της Εκκλησίας) το κλίμα, ακόμα και στις τηλεοράσεις, απέχει πολύ από τη λαίλαπα του Μακεδονικού ή τη σταυροφορία εναντίον του βιβλίου Ιστορίας.

Οι σχετικές δημοσκοπήσεις καταγράφουν μια αντιφατική --και εξ αυτού εξαιρετικά ενδιαφέρουσα-- εικόνα. Παρότι το 92% θεωρεί πως οι μετανάστες στην Ελλάδα έχουν φτάσει ή υπερβαίνουν αριθμητικά το όριο, παρότι το 75% θεωρεί πως η μετανάστευση προκαλεί αύξηση της εγκληματικότητας, οι απαντήσεις για τη στάση σε ενδεχόμενο δημοψήφισμα είναι εντελώς μοιρασμένες (45% υπέρ της ιθαγένειας και 45% κατά). Ακόμα, το 45% συμφωνεί (ενώ το 49% διαφωνεί) με την ψήφο στις δημοτικές εκλογές και την απόδοση ιθαγένειας (όσον αφορά τα παιδιά των μεταναστών το ποσοστό συμφωνίας αυξάνεται σε 65%), ενώ υπάρχει ένα αξιοσημείωτο 41% που πιστεύει ότι οι νόμιμοι μετανάστες πρέπει να ψηφίζουν και στις βουλευτικές εκλογές.

Αν συνυπολογίσουμε τις αγκυλώσεις της ελληνικής κοινωνίας, τα θετικά ποσοστά μοιάζουν απροσδόκητα μεγάλα. Και το γεγονός πως αυτοί που σε ποσοστό 75% θεωρούν ότι η μετανάστευση αυξάνει την εγκληματικότητα, ταυτόχρονα, οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι, σε ποσοστό 45% τάσσονται υπέρ της ιθαγένειας και της ψήφου των μεταναστών μάς δείχνει τη ρευστότητα των πραγμάτων, ότι η ξενοφοβία είναι υπαρκτή αλλά συγχρόνως όχι παγιωμένη. Και, βέβαια, μας δείχνει τις μεγάλες δυνατότητες πολιτικής παρέμβασης υπάρχουν, τόσο για εμάς όσο και για τους αντιπάλους μας.

Το ζήτημα το γνωρίζουμε, έχουμε δώσει πολλές μάχες, διαθέτουμε, παρά τις ελλείψεις μας στο κοινωνικό, αρκετά πολιτικά και ιδεολογικά εφόδια. Τα δικαιώματα, η ιθαγένεια, το μεταναστευτικό είναι ένα δύσκολο, αλλά και προνομιακό πεδίο παρέμβασης για την Αριστερά, καθώς εκεί αναμετριέται σε ζητήματα που διαπερνούν την κοινωνία, διεκδικώντας την ιδεολογική ηγεμονία, αναπτύσσοντας πολιτικές πρωτοβουλίες και οικοδομώντας κοινωνικές συμμαχίες.

Κι όσο για τον φόβο ότι θα χρησιμεύσουμε σαν άλλοθι του ΠΑΣΟΚ, το οποίο την ίδια στιγμή ακολουθεί συντηρητική και κατασταλτική πολιτική σε πολλούς τομείς, σκέφτομαι δυο πράγματα. Πρώτον, το ποιος κερδίζει πολιτικά (το οποίο είναι σημαντικό, αλλά όχι το πλέον σημαντικό) δεν είναι δεδομένο: σχετίζεται με το ποιος έχει την πολιτική πρωτοβουλία και κατακτά την ιδεολογική υπεροχή κάθε φορά -- παραπέμπω και πάλι στις κινητοποιήσεις για το άρθρο 16.

Δεύτερον, η ψήφιση του νομοσχεδίου που, όσο άτολμο κι αν είναι, συνιστά μερική έστω νίκη ενός πολύχρονου κινήματος θα διαμορφώσει μια σαφώς ευνοϊκότερη κατάσταση για τις επόμενες μάχες. Και πρέπει, υποστηρίζω, να πιέζουμε με κάθε τρόπο την κυβέρνηση, στην κατεύθυνση προοδευτικών μέτρων και μεταρρυθμίσεων. Δεν μας ταιριάζει ο φόβος ότι έτσι το ΠΑΣΟΚ θα μας τα πάρει όλα, θα μας τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια. Γιατί η --ρητή ή υπόρρητη-- λογική που λέει είθε το ΠΑΣΟΚ να μην πάρει ούτε μισό προοδευτικό μέτρο, μακάρι Παναγία μου να αποδειχθεί δεξιό, αντιδραστικό, τρισάθλιο παντού και στο διηνεκές, ώστε εμείς (οι μόνοι συνεπείς) να δικαιωθούμε και να βγούμε από πάνω --μʼ άλλα λόγια όσο χειρότερα τόσο το καλύτερο-- είναι, μου φαίνεται, μια λογική εξαθλίωσης της πολιτικής, της κοινωνίας, της σκέψης αλλά και του ίδιου του εαυτού μας, εν τέλει.

Καρλ Σμιντ-Ρότλουφ, «Γυναίκα στους αμμόλοφους», 1914

Νίκος Εγγονόπουλος, «Σύνθεσις (από την Επανάσταση)», 1937

1 Η στάση του ΚΚΕ για το νομοσχέδιο απαιτεί εκτενή ανάλυση. Σημειώνω μόνο τον τίτλο με τον οποίο δημοσιεύεται στον Ριζοσπάστη η δευτερολογία της Αλέκας Παπαρήγα στη Βουλή, «Εξίσου επικίνδυνοι κοσμοπολιτισμός και εθνικισμός», γιατί είναι ενδεικτικός μιας λανθασμένης και επικίνδυνης πολιτικά αντίληψης στην οποία έχει προσανατολιστεί το ΚΚΕ, ιδίως τα τελευταία χρόνια.

Θέμα επικαιρότητας:
Μετανάστες, ιθαγένεια

Σύνολο: 26 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι