Εγκαταλείπεται η "ήπια προσαρμογή"

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή, 06/02/2005

Αλλη μια "πρωτιά" εξασφάλισε η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Είμαστε η πρώτη χώρα που υποχρεώνεται να αποσύρει το πρόγραμμα σταθερότητάς της μόλις ένα μήνα αφότου το υπέβαλε, για να προλάβει την απόρριψή του από την Επιτροπή και από το Συμβούλιο Ecofin, και να καταρτίσει ένα καινούργιο.

Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι μόνο διαδικαστικό. Ο καθένας μπορούσε να αντιληφθεί ότι το "επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης 2004-2007" που υποβλήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου - με καθυστέρηση ενός μηνός από τη θεσπισμένη προθεσμία - ήταν αβάσιμα αισιόδοξο. Και δεν μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού στηριζόταν σε έναν αντίστοιχα μη ρεαλιστικό προϋπολογισμό για το 2005. Για να αποκατασταθεί μια ισορροπία στα δημόσια οικονομικά και να περιορισθούν τα ελλείμματα θα απαιτηθούν μέτρα για να αυξηθούν τα έσοδα και να μειωθούν οι δαπάνες, τα οποία η κυβέρνηση δεν έχει καν σκεφθεί να σχεδιάσει. Παράγων του υπουργείου Οικονομίας έλεγε χαρακτηριστικά ότι τελικά, "θα κάνουμε ό,τι μας πει η Επιτροπή".
Σημασία όμως έχει και η διαδικαστική διάσταση, καθώς η κυβέρνηση όχι μόνο δεν αρχίζει να αποκαθιστά την αξιοπιστία της χώρας στην Ευρώπη, που τόσο έχει πληγεί από τα ευρήματα της απογραφής της, αλλά ακολουθεί μια πορεία που θα φέρει διαδοχικά νέα πλήγματα.

Πόσο ήταν το έλλειμμα του 2004;

Ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης ζήτησε από την Επιτροπή να μετατεθεί η συζήτηση για το ελληνικό πρόγραμμα σταθερότητας μετά το Μάρτιο. Οπως ανέφερε στην επιστολή του, θα επικαιροποιήσει το πρόγραμμα αμέσως μετά τη συλλογή των οριστικών στοιχείων για το 2004. Από τα στοιχεία αυτά θα προκύψει το κρίσιμο μέγεθος του ελλείμματος.
Στο μεταξύ, στις 18 Φεβρουαρίου, το Συμβούλιο Ecofin θα προχωρήσει στο επόμενο βήμα της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος για την Ελλάδα (άρθρο 104 παρ. 9), με υποδείξεις ώστε το έλλειμμα να πέσει κάτω από το 3% του ΑΕΠ στο τέλος του 2006, έχοντας δεχθεί ότι για μια τόσο μεγάλη μείωση θα απαιτηθούν δύο χρόνια. Αφετηρία για τις υποδείξεις αυτές θα είναι ένα έλλειμμα 5,5% του ΑΕΠ για το 2004, όπως έχει διορθώσει η Επιτροπή τεχνικά το 5,3% του κ. Αλογοσκούφη. Αλλά ήδη το Δεκέμβριο, πριν ακόμα συζητηθεί ο φετεινός προϋπολογισμός στην ολομέλεια της Βουλής, ο αρμόδιος υφυπουργός Οικονομικών Πέτρος Δούκας παραδεχόταν ένα έλλειμμα τουλάχιστον 6%. Αρθρογραφώντας στην "Ελευθεροτυπία" (16/1), ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Νίκος Γκαργκάνας προσδιόριζε άλλωστε σε ταμιακή βάση το έλλειμμα του 2004 στο 9,5% του ΑΕΠ. Οι νέες λογιστικές μέθοδοι που δηλώνει ότι ακολουθεί η παρούσα κυβέρνηση, χρηστότερες από τις "δημιουργικές" του παρελθόντος, υποτίθεται ότι κλείνουν το άνοιγμα ανάμεσα στην ταμιακή και τη δημοσιονομική βάση υπολογισμού του ελλείμματος.
Κατόπιν αυτών, πόσο μικρότερο από 9,5% μπορεί τελικά να βγει το έλλειμμα του 2004; Γύρω στο 6,5%, σύμφωνα με τη σήμερα πιο διαδεδομένη εκδοχή.
Αλλά με το γαϊτανάκι των αναθεωρήσεων έτσι να συνεχίζεται, η Επιτροπή και το Ecofin που θα κληθούν να αξιολογήσουν το νέο ελληνικό πρόγραμμα σταθερότητας, θα αναγκασθούν να αναθεωρήσουν προς το χειρότερο και τις δικές τους υποδείξεις, που θα έχουν ανακοινώσει στις 18 Φεβρουαρίου. Διότι η απόσταση που θα πρέπει να διανυθεί μέχρι το 2,9% είναι πολύ μεγαλύτερη ξεκινώντας από το 6,5%.

Από φέτος

Ως τώρα επικρατούσε η εντύπωση ότι η λήψη αυστηρότερων μέτρων μπορούσε να μετατεθεί στο 2006. Ο κ. Αλογοσκούφης διαβεβαίωνε ξανά, ακόμα και μετά την απόσυρση του προγράμματος σταθερότητας, ότι ο προϋπολογισμός του 2005 δεν πρόκειται να αλλάξει. Το σκεπτικό ήταν ότι με τη μη επανάληψη των περυσινών ολυμπιακών δαπανών της τάξης του 1,5% του ΑΕΠ, και με την εξοικονόμηση άλλου 0,4% του ΑΕΠ μόνον από μια κάπως πιο νοικοκυρεμένη διαχείριση σε σύγκριση με τον εκτροχιασμό του 2004, θα μπορούσε φέτος να επιτευχθεί το έλλειμμα 3,6%, που είχε άτυπα συμφωνηθεί με την Επιτροπή. Οπότε μέτρα θα έπρεπε να σχεδιασθούν πια το φθινόπωρο για μια πρόσθετη μείωση του ελλείμματος κατά 0,7% του ΑΕΠ το 2006, ώστε να πάψει η Ελλάδα να εμφανίζει υπερβολικό έλλειμμα.
Αυτό όμως ανατρέπεται με την πολύ χειρότερη αφετηρία του 2004. Και ο κ. Αλογοσκούφης φαίνεται να το αντιλαμβάνεται. Δεν έχει άλλωστε εξηγήσει γιατί, ενώ βρισκόμαστε ήδη στο Φεβρουάριο, καθυστερεί ακόμα να ανακοινώσει την εισοδηματική πολιτική για τους μισθούς στο Δημόσιο και για τις συντάξεις, μένοντας μόνο σε τηλεοπτικές διαβεβαιώσεις ότι οι αυξήσεις θα υπερκαλύψουν τον πληθωρισμό.
Με τις λιγοστές της ως τώρα πρωτοβουλίες να αποτυγχάνουν - προχθές ο αρμόδιος υφυπουργός Αδάμ Ρεγκούζας ανακοίνωνε ότι η χαριστική φορολόγηση 3% για τον επαναπατρισμό κεφαλαίων που είχαν παράνομα εξαχθεί από τη χώρα απέδωσε μόλις 3,5 εκατομμύρια ευρώ από τα 600 που αναμένονταν, και παρέτεινε την προθεσμία για άλλους τρεις μήνες - και χωρίς δικό της σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης, η κυβέρνηση δεν έχει άλλη επιλογή παρά να ακολουθήσει τις υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αλλά αυτές είναι δεδομένες: αλλαγές μόνιμου χαρακτήρα - όχι δηλαδή κάποια εφ’ άπαξ εισπρακτικά μέτρα - οι οποίες θα επικεντρώνονται στη συμπίεση των δαπανών. Καθώς το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων ήδη περικόπηκε δραστικά, με τα κονδύλια που διασώζονται να αφορούν στα προγράμματα που συγχρηματοδοτούνται με κοινοτικούς πόρους, η συμπίεση θα κατευθυνθεί στις λεγόμενες καταναλωτικές δαπάνες. Και αυτό θα σήμαινε κατ’αρχάς πάγωμα προσλήψεων, μισθών, συντάξεων, ξεκινώντας σταδιακά από φέτος.
Κυβερνητικές αποφάσεις για την ώρα δεν υπάρχουν. Αλλά ως τον Απρίλιο, που στις Βρυξέλλες θα συζητηθεί το νέο ελληνικό πρόγραμμα σταθερότητας, κάποια πολιτική προσαρμογής, που δεν θα είναι πλέον "ήπια", θα έχει κατασταλλάξει.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι