«Υπερήφανη εξωτερική πολιτική» γίνεται σήμερα;

Χριστίνα Πουλίδου, Κυριακάτικη Αυγή, 21/02/2010

Η παραδοχή του πρωθυπουργού - «το έχω πει με τον πιο καθαρό και απόλυτο τρόπο, ότι έτσι όπως χειριστήκαμε τα οικονομικά μας, αφαιρείται και ένα κομμάτι της κυριαρχίας μας» - είναι εύλογη, δεν παύει όμως να είναι δραματική. Η αναγνώριση πως η διασπάθιση του δημοσίου χρήματος - με τον σπάταλο τρόπο που έγινε επί των κυβερνήσεων της Ν.Δ. - οδηγεί τη χώρα σε τέτοιο βαρύ δανεισμό, που εμμέσως στενεύει το πλαίσιο της εθνικής της κυριαρχίας, αναδύει μια πολύ πικρή πραγματικότητα. Η υπερηφάνεια ενός λαού είναι η σημαντικότερη ίσως παράμετρος της ταυτότητάς του - επειδή ήμασταν περήφανοι για την απόδοση της εθνικής προσπάθειας και την ένταξή μας στην ΟΝΕ, πειραματιστήκαμε στον δεύτερο στόχο: τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Την οποία φέραμε σε πέρας ακριβώς επειδή είχαμε μονταριστεί στη συλλογική πειθαρχία και είχαμε εξοικειωθεί με την έννοια της κοινωνικής συνείδησης.

Τι μας είπε ο πρωθυπουργός; Αυτό που ξέραμε βαθιά μέσα μας, από την καθημερινή μας ζωή. Όπως ακριβώς ο ένοικος μιας πολυκατοικίας, που χρωστά τα κοινόχρηστα μηνών, δεν μπορεί να προβάλει την απαίτηση μεγαλύτερης θέρμανσης, έτσι ακριβώς κι η Ελλάδα θα κινείται στο εξής στα όρια της συλλογικότητας. Θεσμικά, βεβαίως και έχει τη δυνατότητα του βέτο - πώς θα σηκώσει όμως το χέρι για να το προβάλλει, όταν με το άλλο χέρι ζητά δανεικά; Η πολιτική είναι ένα σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων, με δικλείδες που ωστόσο δεν διαμορφώνουν στεγανά. Η μεγάλη επιτυχία του Λουξεμβούργου, όρος της βιωσιμότητάς του ως κράτους, είναι η οικονομική του ανεξαρτησία. Μια χώρα που εκτείνεται στο 1/8 της Πελοποννήσου κι έχει πληθυσμό τον μισό της Πελοποννήσου, αποτελεί ένα σοβαρό και αξιόπιστο διεθνή συνομιλητή επειδή η δημοσιονομική της βάση είναι υγιής.

Στον σύγχρονο κόσμο, όπου οι χώρες είναι μέλη διεθνών οργανισμών με δεσμευτικά πλαίσια λειτουργίας, μέρος της «εθνικής κυριαρχίας» έχει στην πραγματικότητα παραχωρηθεί. Η διαφορά που προκύπτει στη δική μας περίπτωση είναι ότι, τώρα, η Ελλάδα χάνει μερίδιο της διαπραγματευτικής της δύναμης. Το παράδειγμα το ζήσαμε: Σλοβενία και Κροατία συγκαλούν διάσκεψη για την ενσωμάτωση των Βαλκανίων στην Ε.Ε., με προσκεκλημένους τον Ερμάν Βαν Ρομπάι και τον Χοσέ Θαπατέρο και η Ελλάδα δεν έχει κληθεί να λάβει μέρος. Επίσης, Γαλλία και Ιταλία αναλαμβάνουν κοινή πρωτοβουλία για την ενίσχυση του ελέγχου των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε. (προς αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης) και δεν ζητήθηκε η συνεργασία της Ελλάδας! Η χώρα μας έχει βγει από το κάδρο και η συνεργασία μαζί της εκλαμβάνεται ως μειονέκτημα...

Τις προάλλες ο πρωθυπουργός μας είπε πως η Ελλάδα στο εξής θα κινείται ανάλογα με τους συσχετισμούς - οι Έλληνες ευρωβουλευτές στην Ολομέλεια του Στρασβούργου, είχαν μια πρόγευση αυτής της νέας πραγματικότητας. Στην έκθεση της Ευρωβουλής λ.χ. για την ευρωπαϊκή πορεία της ΠΓΔΜ, ο εισηγητής καλούσε την ΠΓΔΜ «και τις γειτονικές της χώρες» να απέχουν από την «αρχαιοποίηση του διαλόγου», να εφαρμόσουν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, να, να, να.... Στις προσπάθειες που κατέβαλαν πολλοί Έλληνες ευρωβουλευτές να διαχωριστούν και μην ισοπεδώνονται οι ευθύνες, προσέκρουσαν σε μια μαζική και συμπαγή άρνηση. Κατά τη μέση αντίληψη των Ευρωπαίων πολιτών, το πρόβλημα του ονόματος είναι ήσσονος σημασίας αν συγκριθεί (όπως βασίμως υποστηρίζεται) με τον κίνδυνο που μπορεί να διατρέξει η ακεραιότητα της γειτονικής μας χώρας και κατ’ επέκταση η σταθερότητα των Βαλκανίων. Με άλλα λόγια εκτιμάται, πως η στάση της Ελλάδας (χώρας-μέλους της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ) βασίζεται σε μιαν ασύμμετρη λογική, η οποία στεγνά αποδοκιμάζεται.

Αντίθετα, στην έκθεση της Ευρωβουλής για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, οι Έλληνες και Κύπριοι ευρωβουλευτές βρήκαν ανοιχτές θύρες. Όποιο αίτημα πρόβαλαν, ενσωματωνόταν ασκαρδαμυκτί στο Ψήφισμα - Οικουμενικό Πατριαρχείο, Χάλκη, Ίμβρος και Τένεδος, casus belli, Κυπριακό, παραβιάσεις, όλα βρήκαν τη θέση τους στην έκθεση της Ευρωβουλής. Διότι, κατά τη μέση ευρωπαϊκή αντίληψη, η Τουρκία είναι ένας αστάθμητος εταίρος, που βαρύνεται με μια καταχρηστική συμπεριφορά με όρους διεθνούς δικαίου και αντιμετωπίζεται με καχυποψία εξαιτίας του αλλόκοτου πολιτικο-στρατιωτικού της συστήματος. Για να ανατραπούν αυτές οι εδραιωμένες εντυπώσεις, χρειάζεται μια πολυετής και συστηματική άσκηση αναπροσαρμογής από τουρκικής πλευράς και ως τότε, η όποια κριτική σε βάρος της χώρας αν δεν εισακούεται, πάντως δεν θα απορρίπτεται.

Στην Κύπρο τέλος, η διεθνής κοινότητα έχει δείξει πως στηρίζει την προσπάθεια των δύο ηγετών να βρουν μια λύση ακροβατώντας σε λεπτές ισορροπίες, καθώς δέχονται και την πίεση των εκατέρωθεν κοινωνιών. Στην απόφαση της ΕΔΕΚ να αποχωρήσει από την κυβέρνηση Χριστόφια, αντέδρασαν λοιπόν οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές. Εγκαίρως, πριν ληφθεί η απόφαση, ο αρχηγός της Σοσιαλιστικής Ομάδας Μ. Σουλτς απευθύνθηκε γραπτά στον Γ. Ομήρου, υπογραμμίζοντας ρητά, πως μια τέτοια ενέργεια ενδέχεται να αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση σε μια πολύ ευαίσθητη συγκυρία. Ο κ. Ομήρου αγνόησε την παρατήρηση Σουλτς, όπως ασφαλώς ο κ. Σουλτς θα αγνοήσει τον κ. Ομήρου όταν θα του ζητήσει τη συμπαράστασή του σε μιαν έκτακτη περίσταση - στην υιοθέτηση λ.χ. του Κανονισμού για το απευθείας εμπόριο Ε.Ε.-Κατεχομένων...

Στη ζωή ξέρουμε καλά πως η οικονομική ανεξαρτησία είναι όρος αυτονομίας. Το ίδιο, επί της ουσίας, συμβαίνει και στην πολιτική. Γι’ αυτό και όσοι φέσωσαν τη χώρα, διαχειριζόμενοι ιδιοτελώς το δημόσιο χρήμα, δεν έχουν σήμερα το δικαίωμα της κριτικής. Ας ευλογήσουν την τύχη τους που δεν κλήθηκαν να απολογηθούν στον ελληνικό λαό, να σχεδιάσουν και να προπαγανδίσουν την αποκατάσταση των δικών τους λαθών και ας μείνουν στην άκρη σιωπηλοί, σε μια περίοδο που η προσπάθεια απαιτεί συλλογικότητα, αυτοσυγκράτηση και αυτοσυγκέντρωση. Διότι, χωρίς δεκάρα πώς θα πορευτούμε Μανωλιό μου;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι