Πέθανε ο Μάικλ Φουτ, πρώην ηγέτης των Βρετανών Εργατικών

03/03/2010

Ο Μάικλ Φουτ, μία εμβληματική μορφή της σοσιαλδημοκρατίας, έφυγε στις 3/3/2010, πλήρης ημερών, στα 96 του. Τα βιογραφικά του στοιχεία έχουν ειπωθεί πολλάκις τις τελευταίες μέρες, αλλά δεν βλάπτει να θυμηθούμε τα πολύ βασικά και εδώ, και να υπενθυμήσουμε κάποιες από τις πολλές δραστηριότητές του.

Γόνος πολιτικής οικογένειας, με σαφείς καταβολές στο παλιό Φιλελεύθερο κόμμα, έκανε εξαιρετικές σπουδές. Όντας στην Οξφόρδη ασπάστηκε το σοσιαλισμό, προσχωρώντας στο Εργατικό Κόμμα στη δεκαετία του 30. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και έγινε συνώνυμος του εντύπου της αριστερής πτέρυγας των εργατικών, της Τρίμπιουν (μεταφράζεται ως Δήμαρχος, με την έννοια των δημάρχων της αρχαίας Ρώμης). Εκλέχτηκε Βουλευτής το 1945 για μία από τις έδρες του Πλύμουθ (λιμάνι στη νοτιοδυτική Αγγλία), και στοιχήθηκε με τους αριστερούς των εργατικών, λειτουργώντας σαν το δεξί χέρι του Νάυ Μπεβάν. Σε ζητήματα αφοπλισμού και ιδίως πυρηνικού αφοπλισμού ήταν άτεγκτος. Έχασε την έδρα του το 1955, για να επανεκλεγεί το 1960 για το Έμπου Βέηλ στη Νότιο Ουαλλία (μία περιοχή ανθρακωρυχείων και χαλυβουργίας), που εκπροσώπησε μέχρι το 1992.

Παρέμεινε πάντα στην αριστερή πτέρυγα των εργατικών, και το 1976 και το 1980 ήταν υποψήφιος της αριστεράς για ηγέτης του κόμματος. Το 1976 έχασε οριακά από τον Τζιμ Κάλλαχαν, ο οποίος ανέλαβε την Πρωθυπουργία. Ο Φουτ τότε περιορίστηκε στο ρόλο του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και του Ηγέτη του Κοινοβουλίου (η θέση δεν έχει σχέση με τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου -Speaker- ο οποίος διαδραματίζει μη κομματικό ρόλο στη Βρετανία). Το 1980 το Εργατικό κόμμα είχε περάσει στην αντιπολίτευση, και η εκλογή του Φουτ σηματοδοτούσε την υιοθέτηση πιο αριστερών θέσεων από τους Εργατικούς. Με ηγέτη τον Φουτ όμως, οι Εργατικοί είχαν το 1983 το χειρότερό τους αποτέλεσμα από το 1918, και την επόμενη μέρα των εκλογών ανακοίνωσε την παραίτησή του. Έκτοτε παρέμεινε ενεργότατος πολιτικά, με άποψη για όλα τα τρέχοντα ζητήματα, μέχρι το θάνατό του.

Ο Φουτ ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στη Βρετανία, αλλά οι περισσότεροι σχολιαστές συμφωνούσαν ότι “παραήταν καλός για να γίνει πρωθυπουργός”. Και όντως, ο Φουτ ήταν ένας διανοούμενος και εξαιρετικός κοινοβουλευτικός ρήτορας, αλλά η τηλεοπτική του παρουσία ξένιζε το εκλογικό σώμα, που τον έβλεπε μάλλον σαν έναν καλοσυνάτο παππού. Στην πράξη βέβαια, ο Φουτ κάθε άλλο παρά αγαθός παππούς ήταν. Η θέση του στην Κυβέρνηση των Εργατικών μεταξύ 76-79, σαν Ηγέτης του Κοινοβουλίου ήταν να βάζει τρικλοποδιές στην Αντιπολίτευση και να καταφέρνει με ελιγμούς να συντηρεί τους Εργατικούς στην Κυβέρνηση, αν και είχαν χάσει την αυτοδυναμία τους. Μάλιστα ήταν ο Μάικλ Φουτ ο υπαίτιος που ο Συντηρητικός Μάικλ Χέζελταϊν πήρε το όνομα Ταρζάν: μία φορά που ο Φουτ είχε χρησιμοποιήσει μία άκομψη μέθοδο για να διασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία για ένα νομοσχέδιο των Εργατικών, ο Χέζελταϊν θύμωσε τόσο που άρπαξε τον βαρύ θυρεό που υπάρχει μέσα στην αίθουσα του Κοινοβουλίου, και τον κουνούσε απειλητικά πάνω από το κεφάλι του. Ο Φουτ όμως μπόρεσε να επιβάλλει τέτοιους σχεδιασμούς ακριβώς επειδή έπαιζε το περίπλοκο θεσμικό πλαίσιο του βρετανικού κοινοβουλίου στα δάχτυλά, όσο κανένας άλλος βουλευτής έκτοτε. Σαν Υπουργός Εργασίας, από το 1974 ως το 1976, θεωρήθηκε εξαιρετικά επιτυχημένος, φανερώνοντας ένα ταλέντο διαχείρησης που λίγοι πίστευαν ότι θα μπορούσε να έχει, ενώ ήταν αυτός που πέρασε τον πρωτοποριακό Κώδικα Υγιεινής και Ασφάλειας της Βρετανίας.

Ο Φουτ έχασε τόσο άσχημα όσο έχασε το 1983 για έναν βασικό λόγο: την τηλεοπτική του παρουσία. Ενώ οι κοινοβουλευτικές ομιλίες του ήταν εξαιρετικές και πολλές έχουν μείνει στην ιστορία, στην τηλεόραση έδειχνε ξύλινος. Η τηλεόραση όμως επικεντρώνει τον πολιτικό λόγο σε συνοπτικές αττάκες, κάτι που δεν μπορούσε να γίνει με τα περίτεχνα αλλά και πνευματωδέστατα επιχειρήματα του Φουτ. Για παράδειγμα η πιο γνωστή ίσως ομιλία του, που την επεφήμησαν ακόμα και οι Συντηρητικοί Βουλευτές: ο Φουτ ήθελε να δείξει πως οι πολιτικές αποβιομηχάνισης που ακολουθούσε ο Υπουργός Βιομηχανίας Σερ Κηθ Τζόζεφ (ο μέντορας της Μάργκαρετ Θάτσερ) ήταν αδιέξοδες. Και διηγήθηκε την ιστορία ενός μάγου στο Πλύμουθ, που του άρεσε να βλέπει όταν ήταν μικρός. Ο μάγος έπαιρνε ένα ρολόι κάθε βράδυ. Το ακουμπούσε πάνω στο τραπέζι και έπαιρνε ένα σφυρί. Το χτυπούσε με το σφυρί, το μετέτρεπε σε συντρίμια (εδώ ο Φουτ χτυπούσε το χέρι του στο τραπέζι δυνατά) και μετά κοίταζε το ακροατήριο. Είχε ξεχάσει πώς ολοκληρώνεται το κόλπο! Και κατέληγε: “Αυτό μου θυμίζει ο αξιότιμος κύριος. Έχει ξεχάσει κι αυτός πώς ολοκληρώνεται το κόλπο!”

Υπό την αρχηγία του, οι Εργατικοί κατέβηκαν στις εκλογές με ένα διεξοδικό πρόγραμμα (μανιφέστο, όπως ονομάζονται τα προεκλογικά προγράμματα στη Βρετανία) 500 σελίδων. Δεν έχει κατέβει ποτέ μεγάλο κόμμα στην Ευρώπη με τόσο αριστερό πρόγραμμα. Ο Τζέραλντ Κάουφμαν, από τους ηγέτες της δεξιάς πτέρυγας των εργατικών, δεν δίστασε να το χαρακτηρίσει “το πιο σχοινοτενές σημείωμα αυτοκτονίας στην ιστορία”. Και ίσως ήταν. Ο Φουτ όμως δεν θέλησε ποτέ να συμβιβαστεί στις βασικές του ιδέες. Ιδρυτικό μέλος της CND (Κίνηση για τον Πυρηνικό Αφοπλισμό), πέτυχε να γίνει αποδεκτή πλατφόρμα από το κόμμα του ο μονομερής πυρηνικός αφοπλισμός. Δυστυχώς, ο βρετανικό λαός δεν ήθελε να αποδεχθεί ότι η Βρετανία δεν είναι τόσο σημαντική πια ώστε να μην χρειάζεται δικό της πυρηνικό οπλοστάσιο.

Ήταν ακόμα εναντίον της συμμετοχής της Βρετανίας στην ΕΟΚ, μία θέση η οποία δεν έχαιρε ιδιαίτερης δημοτικότητας στη χώρα την εποχή εκείνη. Η αντίθεσή του στην ΕΟΚ πήγαζε από το ότι έβλεπε την ΕΟΚ σαν μία καπιταλιστική λέσχη, που θα λειτουργούσε εις βάρος της υπόλοιπης ανθρωπότητας, αλλά και σαν ένα ψυχροπολεμικό κλαμπ. Δεν είχε την παραμικρή καλή λέξη να πει για το ΝΑΤΟ, και πίστευε ακράδαντα στη διεθνή ύφεση και ντετέντ. Πρωτοστάτησε στο κίνημα στήριξης στη Ροδεσία, στη Νότια Αφρική, ενάντια στον Πόλεμο του Βιετνάμ, αλλά και οπουδήποτε καταπιέζονταν η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ελευθερία.

Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα όμως του Φουτ ήταν πάντα ότι ήταν ένας διανοητής. Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική σκηνή, επικεντρώθηκε στη συγγραφή των φιλολογικών μελετών του. Απέσπασε πολλούς επαίνους για τη μελέτη του πάνω στον Λόρδο Βύρωνα (εκδόθηκε το 1989), ενώ ακόμα και η ενασχόληση του με τα λογοτεχνικά πράγματα δεν ήταν υπεράνω πολιτικών συγκρούσεων. Ήταν φανατικός υπέρμαχος να αποδοθεί το βαρύτιμο βραβείο Μπούκερ στους Σατανικούς Στίχους του Σάλμαν Ράσντυ, ενώ είχε πρωτοστατήσει στην ανάδειξη του συγγραφέα μερικά χρόνια πριν με Τα Παιδιά του Μεσονυκτίου. Η μεγάλη του αγάπη ήταν ο κατεξοχήν πολιτικός σατυρικός σχολιαστής, ο Τζόναθαν Σουίφτ, στον οποίο παρέπεμπε μονίμως τους συνομιλητές του, ακόμα και από την τηλεοπτική οθόνη. Η εντυπωσιακή ευρυμάθειά του όμως έγινε αντικείμενο χλεύης από τη σκανδαλοθυρική μερίδα του βρετανικού τύπου κατά την προεκλογική εκστρατεία του 1983.

Αγαπούσε το ποδόσφαιρο και την ομάδα της πόλης του, την άσημη Πλύμουθ Αργκάιλ, ενώ, αν και από πουριτανική οικογένεια, αγαπούσε ακόμα το ποτό και τη διασκέδαση.

Ο Κεν Λίβινγκστον, στέλεχος της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών, και δήμαρχος του Λονδίνου 2000-2008 είπε για τον Μάικλ Φουτ: “ήταν ο πιο καλός άνθρωπος που συνάντησα ποτέ στα υψηλά κλιμάκια της πολιτικής. Είναι απίστευτο πως ένας τόσο καλός άνθρωπος έγινε αρχηγός του Εργατικού κόμματος. Ίσως όμως δεν είναι τόσο απίστευτο που ένας τόσο καλός άνθρωπος δεν έγινε ποτέ πρωθυπουργός”.

Κείμενο του Σωτήρη Λεβέντη

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι