Την ύφεση θα μπορούσαμε να την ξεπεράσουμε αν εξασφαλιστεί ο δανεισμός

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 04/04/2010

Μέσα στη σύγχυση γύρω από τις προοπτικές αναχρηματοδότησης του δημοσίου χρέους της χώρας, άρα και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας ενγένει, έκλεισε το πρώτο τρίμηνο της χρονιάς. Και τούτη τη φορά η ευθύνη βαρύνει σαφώς λιγότερο τη δική μας κυβέρνηση, πολύ περισσότερο τα ευρωπαϊκά όργανα και τις άλλες κυβερνήσεις της Ευρωζώνης.

Πέρα από κάθε αμφιβολία η ύφεση στην ελληνική οικονομία θα συνεχιστεί και φέτος, με μια νέα μείωση του ακαθαρίστου εγχωρίου προϊόντος (ΑΕΠ) κατά άλλο 2% τουλάχιστον, όπως την προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος, μαζί και με ανάλογη αύξηση της ανεργίας, την οποία ήδη κατέγραψε σε 10,3% η Ελληνική Στατιστική Αρχή (πρώην ΕΣΥΕ) το τελευταίο τρίμηνο του 2009 (από 7,9% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2008). Κατά το ΙΟΒΕ η μείωση του ΑΕΠ προβλέπεται 2,5%, αλλά ο κίνδυνος είναι μήπως καταλήξει ακόμα μεγαλύτερη.

Τα πιο πρόσφατα δυσμενή στοιχεία δημοσιεύθηκαν προχθές Πέμπτη, με τον λεγόμενο «πρόδρομο» (γιατί εκτιμά τί πρόκειται να συμβεί το επόμενο διάστημα) δείκτη ΡΜΙ, των εκτιμήσεων των υπευθύνων προμηθειών στη μεταποίηση που καταρτίζει η Markit, να πέφτει το Μάρτιο στη χώρα μας στο χαμηλότερο επίπεδο του ενδεκαμήνου, στις 42,9 μονάδες, όταν κάθε τιμή κάτω από τις 50 μονάδες υποδηλώνει συρρίκνωση. Στην υπόλοιπη Ευρώπη, αντίθετα, ο δείκτης παραπέμπει σε έντονη ανάκαμψη, μεγαλύτερη παρʼ όσο προβλεπόταν ως τώρα, όπως εξάλλου και ο δείκτης οικονομικού κλίματος που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύο μέρες νωρίτερα (με την Ελλάδα και εκεί να επιδεινώνεται). Αν επαληθευθεί, μπορεί να αποβεί και ωφέλιμο για εμάς, στο βαθμό που θα αυξηθεί στο εξωτερικό η ζήτηση για ελληνικά προϊόντα, ή και για τον τουρισμό.

Διότι στο εσωτερικό όλα τα δεδομένα, η πτώση της παραγωγής και της απασχόλησης με τους μισθούς να συμπιέζονται στον ιδιωτικό τομέα, η κυβερνητική εισοδηματική, φορολογική και συνολικά δημοσιονομική πολιτική, μαζί με τον περιορισμό της ρευστότητας, ωθούν σε πτώση της ζήτησης. Άν και λιγότερο ίσως από όσο λέγεται, χάρη στην πάντοτε ακμαία, είτε έχουμε κρίση, είτε όχι, παραοικονομία. Πώς εξηγείται η αύξηση του όγκου των λιανικών πωλήσεων κατά 5,8% τον Ιανουάριο, που έφτασε ξανά το δείκτη στο επίπεδο του Οκτωβρίου του 2008, ενώ επί 14 μήνες ήταν διαρκώς από λίγο έως πολύ πιο κάτω; Σε ποιο βαθμό ανταποκρίνονται στα πραγματικά προβλήματα οι διαμαρτυρίες πλήθους επαγγελματικών κατηγοριών για τα φορολογικά μέτρα που τις θίγουν, και πόσο υπερβάλλουν, θέλοντας όλοι οι αυταπασχολούμενοι και μικροεπιχειρηματίες να διατηρήσουν την ασυλία τους, την προνομιακά μικρή συμμετοχή στα κοινωνικά βάρη στην οποία είναι μαθημένοι; Το αδιάκοπο παζάρι που παρακολουθούμε αυτές τις μέρες έρχεται να βεβαιώσει ότι πολύ διαφορετική διαδικασία απαιτούνταν για την αναγκαία ριζική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, για τη δίκαιη κατανομή των βαρών σε όλους ώστε να καλύπτονται οι δημόσιες ανάγκες, πολύ μεγάλες τώρα που επιβάλλεται μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους, και παρʼ όλα αυτά να διοχετεύονται πόροι στη διεύρυνση της παραγωγής. Οπωσδήποτε θα χρειαζόταν όμως χρόνο, και αυτός δεν υπήρχε.

Σύμφωνα εξάλλου με τα στοιχεία για την τραπεζική χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα που δημοσιεύει η Τράπεζα της Ελλάδος, το Φεβρουάριο ο δανεισμός των επιχειρήσεων παρουσίαζε ετήσια αύξηση 4,9% από 4,5% τον Ιανουάριο, των δε νοικοκυριών 2,7% από 2,9%, εδώ βλέπουμε τη συρρίκνωση να συνεχίζεται. Αλλά σε ολόκληρη την Ευρωζώνη ο ρυθμός χρηματοδότησης των επιχειρήσεων εξακολούθησε να είναι αρνητικός το Φεβρουάριο, -2,5% με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ενώ των νοικοκυριών ήταν θετικός, χαμηλότερος όμως από τον ελληνικό: 1,8%.

Από όλα τα παραπάνω, από την μέχρι στιγμής εικόνα της ελληνικής οικονομίας, δεν προκύπτει διόλου υποχρεωτικά η πολύ βαθύτερη ύφεση για φέτος, της τάξης του -4%, που προβλέπουν ξένοι οίκοι σαν την Deutsche Bank π.χ. Ούτε η παράτασή της επί χρόνια, σκεπτικό με το οποίο η Moodyʼs υποβάθμισε την περασμένη εβδομάδα τις πέντε μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες. Κάτω από κάποιες προϋποθέσεις, βέβαια. Και η πρώτη μεταξύ αυτών θα ήταν να μην εξανεμισθούν οι εξοικονομήσεις από τα, κατά γενική παραδοχή διεθνώς, σκληρά μέτρα για τη δημοσιονομική εξυγίανση στην πληρωμή υπερβολικά υψηλών τόκων για το μεγάλο δημόσιο χρέος. Να μην οδηγηθούμε δηλαδή σε ένα φαύλο κύκλο διαρκώς βαθύτερης ύφεσης και ολοένα μεγαλύτερων ελλειμμάτων.

Γιʼ αυτό και ο Έλληνας πρωθυπουργός επέμεινε τόσο πολύ σε μια πολιτική στήριξη από την Ευρωζώνη, ώστε να πέσουν σε πιο λογικά επίπεδα τα επιτόκια, γιʼ αυτό και αρκετοί από τους ομολόγους του ήσαν πρόθυμοι να την παράσχουν με κάποιον τρόπο, με σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής, όχι όλοι όμως, όπως είδαμε.

Μετέωρος ο «μηχανισμός στήριξης»

Όπως έδειξαν οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών, η πανηγυρική ανακοίνωση του «μηχανισμού στήριξης» από τους ηγέτες της Ευρωζώνης στις 25 Μαρτίου ελάχιστα έπεισε. Αντί να παρουσιάσουν μιαν, ελαφρά έστω, πτωτική τάση, τα spreads των ελληνικών ομολόγων, η απόσταση της απόδοσής τους από εκείνων της Γερμανίας, μαζί και από εκείνων των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, μεγάλωσαν θεαματικά, ξεπερνώντας και τις 350 μονάδες βάσης.

Τα δύο εγχειρήματα του Οργανισμού Διαχείρισης του Δημοσίου Χρέους στις αγορές, η έκδοση του επταετούς ομολόγου τη Δευτέρα, και μέρους ενός παλαιότερου εικοσαετούς την Τρίτη, συγκέντρωσαν μικρότερο ενδιαφέρον από όσο ελπιζόταν και σε επιτόκια αρκετά υψηλά, με αποτέλεσμα δυσοίωνες εκτιμήσεις σε διεθνή μέσα: «Η Ελλάδα απειλείται από το κόστος δανεισμού παρά τη στήριξη της Ε.Ε», ήταν ένας χαρακτηριστικός τίτλος τηλεγραφήματος του Γαλλικού Πρακτορείου το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης.

Δεν είναι πάντως σοβαρό να αποδίδεται αυτή η έκβαση σε προβλήματα τακτικής της ελληνικής πλευράς, τί είπε ο ένας υπεύθυνος και πώς τον αντέκρουσε ο άλλος, όσο αρνητική εντύπωση και αν κάνουν τέτοια φαινόμενα. Το κύριο ήταν η πληθώρα αναλύσεων ειδικών, από τράπεζες και επενδυτικά κεφάλαια, που παραπονούνταν για τη «θολούρα» της ευρωπαϊκής ανακοίνωσης. Πότε θα παρενέβαιναν οι χώρες της Ευρωζώνης, με τί κόστος θα δάνειζαν τη Ελλάδα και σε ποια έκταση των αναγκών της, τί ρόλο θα αναλάμβανε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο; Όλα αυτά δεν τα ξεκαθάριζε η περίφημη ανακοίνωση των ηγετών της Ευρωζώνης. Και δεν αρκούσαν, όπως αποδείχθηκε, οι θερμές πολιτικές δηλώσεις για τη βούληση της Ευρώπης «να μην αφήσει ποτέ την Ελλάδα να χρεοκοπήσει».

Τη σύγχυση ενέτεινε ο ίδιος ο γενικός διευθυντής του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρως-Καν τη Δευτέρα, όταν είπε ξερά ότι το Ταμείο θα έθετε τους όρους του αν προσέφευγε η Ελλάδα, όπως κάνει σε κάθε άλλη περίπτωση. Αποκαλύφθηκε έτσι ότι η εμπλοκή του ΔΝΤ που επέβαλε η καγκελάριος Μέρκελ, ενάντια στη θέληση των Γάλλων και άλλων εταίρων, αλλά και του προέδρου της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ, η διατύπωση ότι θα είναι «μειοψηφική» που φαίνεται να αποσπάστηκε κατά τις διαπραγματεύσεις, όλα έγιναν χωρίς ξεκάθαρη συνεννόηση με τους εκπροσώπους του Ταμείου. Επόμενο ήταν ο Στρως-Καν να αισθανθεί υποχρεωμένος «να βάλει τα πράγματα στη θέση τους».

Σύμφωνα με πληροφορίες το εκτελεστικό συμβούλιο του ΔΝΤ θα συνερχόταν προχθές στην Ουάσινγκτον για να εξετάσει το θέμα της Ελλάδας, αλλά δεν επρόκειτο να εκδώσει κάποια ανακοίνωση.

Μέσα σʼ αυτό το κλίμα θετικές ήσαν οι δηλώσεις του κ. Τρισέ ότι τα σχέδια της ελληνικής κυβέρνησης για μείωση του δημοσίου ελλείμματος κάτω από 3% το 2012 είναι «πειστικά». Ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου προσπαθούσε να ερμηνεύσει τις εξελίξεις, και τα δύο τελευταία δάνεια, ευνοϊκά για τη χώρα, ενώ ετοιμάζεται να επιδιώξει ένα μεγάλο δολαριακό δάνειο στις ΗΠΑ και στην Ασία στα τέλη Απριλίου. Αλλά τα πράγματα παραμένουν πολύ αβέβαια.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι