Σε τέσσερις εβδομάδες ό,τι δεν έγινε ένα χρόνο τώρα

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 20/02/2005

Εντεκάμιση μήνες χρειάσθηκε να περάσουν από τις τελευταίες εκλογές για να επιβεβαιωθεί επίσημα στις Βρυξέλλες η σοβαρή δημοσιονομική επιδείνωση στη χώρα μας, όχι μόνο στο παρελθόν αλλά κυρίως τον τελευταίο χρόνο, και για να μας επιβληθεί η υποχρέωση δραστικού περιορισμού του ελλείμματος μέσα στη διετία 2005-2006 κάτω από την αυστηρή πλέον επιτήρηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το με πολιτικά μέτρα σχετικά μακρύ αυτό διάστημα όμως - το ένα τέταρτο της τρέχουσας κυβερνητικής θητείας - δε αξιοποιήθηκε για να εκπονηθεί ένα πρόγραμμα για την αναγκαία προσαρμογή. Οι δυσκολίες επομένως τώρα αρχίζουν.

Η κυβέρνηση ζήτησε - και πήρε - τέσσερις ακόμα εβδομάδες προθεσμία για να υποβάλει, όπως υποχρεώνεται από τις ευρωπαϊκές συνθήκες, το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα σταθερότητας, προκειμένου να εγκριθεί από την Επιτροπή και το Συμβούλιο Ecofin. Δήλωσε επίσης, όπως όφειλε για λόγους στοιχειώδους δημοκρατικής νομιμοποίησης, ότι θα καταθέσει το πρόγραμμα αυτό για να συζητηθεί και στην ελληνική Βουλή. Αλλά με τη μηδενική ως τώρα προετοιμασία για την κατάρτιση ενός τέτοιου προγράμματος, που καταδείχθηκε περίτρανα όταν άρον-άρον αποσύρθηκε το δήθεν πρόγραμμα που είχε υποβληθεί στις 27 Δεκεμβρίου, η πρακτική χρησιμότητά του, όταν τελικά θα έχει συνταχθεί, προβλέπεται εξαιρετικά αμφίβολη.

Για να αποφευχθεί ένα νέο φιάσκο, το νέο πρόγραμμα οπωσδήποτε αναμένεται να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της Επιτροπής, οι αρμόδιοι του Υπουργείου Οικονομίας δεν κρύβουν άλλωστε ότι θα γράψουν ό,τι ακριβώς τους ζητηθεί. Μια επάρκεια σε τεχνοκρατικό επίπεδο όμως - έστω και αν υποτεθεί ότι διασφαλίζεται - δεν συνεπάγεται και πολιτική επάρκεια. Το πρόγραμμα, εφόσον εγκριθεί στις Βρυξέλλες, θα πρέπει στη συνέχεια να εφαρμοσθεί και να φέρει αποτελέσματα στην Ελλάδα. Οσο "ήπια" και αν βαφτίζεται, μια προσαρμογή τέτοιας έκτασης - πάνω από τρεις ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ - σημαίνει συμπίεση εισοδημάτων (ποιών ακριβώς και πόσο;), και θα απαιτούσε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, πιθανώς οδυνηρές για κάποιες κοινωνικές κατηγορίες (και πάλι, για ποιές ακριβώς;), ώστε να αποτραπεί ένας φαύλος κύκλος συρρίκνωσης του ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας που θα εμπόδιζε, παρόλο το κοινωνικό κόστος, τη μείωση του δημοσίου ελλείμματος ως ποσοστού του ΑΕΠ. Χωρίς ευρύτερη πολιτική συμφωνία και κοινωνική αποδοχή, αποτελεσματικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αυτού του είδους είναι ανέφικτες, οπότε και ο κίνδυνος του φαύλου κύκλου ενισχύεται.

Το παράδειγμα προς αποφυγήν είναι, βέβαια, η Πορτογαλία, όπου μια πολύ λιγότερο περιπετειώδης και αμφιλεγόμενη από την ελληνική "απογραφή", την εξανάγκασε σε μια σημαντικά πιο περιορισμένη προσαρμογή, χωρίς να αποφευχθεί η οικονομική ύφεση. (Πιο ενθαρρυντικές ίσως να φαίνονται οι πολιτικές συνέπειες του εκεί εγχειρήματος, καθώς όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν την κεντροδεξιά κυβέρνηση που το είχε προωθήσει να χάνει τις σημερινές εκλογές, αλλά βέβαια δεν αναιρούν το βαρύ κόστος που αναγκάσθηκε να πληρώσει η Πορτογαλία τα τελευταία χρόνια.)

Η τάση της κυβέρνησης να ακολουθήσει στα τυφλά ένα δρόμο παραπλήσιο με τον πορτογαλικό, που στην ελληνική περίπτωση θα αποβεί ακόμα πιο προβληματικός, έχει ήδη διαφανεί με τις μεγάλες περικοπές στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων και με τη γενικότερη αντίληψη περί "εξοικονόμησης" που προωθεί, κόβοντας δαπάνες όπως τύχει και βολέψει - σε προγράμματα των υπουργείων Υγείας και Παιδείας π.χ. - χωρίς καμμία αξιολόγηση.

Μεταρρύθμιση

Καίριας σημασίας διαρθρωτική μεταρρύθμιση τις σημερινές πιεστικές συνθήκες αναδεικνύεται η μεταρρύθμιση στο σύστημα των δημοσίων δαπανών, ώστε να ελέγχεται η κοινωνική τους αποτελεσματικότητα. Κάποια προεργασία για τη μεταρρύθμιση αυτή, που είχε ξεκινήσει την τετραετία 2000-2004 επί Σημίτη, δεν προχώρησε καθώς προσέκρουσε σε προσωπικούς πολιτικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των τότε κυβερνητικών στελεχών. Τις απόψεις του τότε προέδρου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων καθηγητή Βασίλη Ράπανου, ο οποίος είχε υποστηρίξει αυτήν την προσπάθεια, παρουσιάσαμε πρόσφατα στην \"Αυγή"\ (30.1.2005), και πρέπει οπωσδήποτε να εξαρθούν οι μάχες για μια τέτοια μεταρρύθμιση που έχει δώσει ο Συνασπισμός στη Βουλή.

Ο \Γιάννης Δραγασάκης\, ως γενικός εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ στη συζήτηση για το φετεινό προϋπολογισμό, είχε απαιτήσει: "Να εισαχθούν συστήματα αξιολόγησης των δαπανών ως προς την κοινωνική τους αποτελεσματικότητα και στη βάση αυτή να επανασχεδιασθούν οι πολιτικές ιδίως σε ό,τι αφορά την κατάρτιση, την απασχόληση, την προνοιακή πολιτική, με στόχο οι διατιθέμενοι πόροι να "πιάνουν τόπο"." Γενικότερα είχε άλλωστε τονίσει ότι επιβάλλεται, όπως προβλέπει και το Σύνταγμα, να συζητηθεί και να εγκριθεί στη Βουλή ένα μεσομακροπρόθεσμο πρόγραμμα παραγωγικής εξειδίκευσης, απασχόλησης και συνολικής οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, αναγκαίο, τόσο για ένα σωστό σχεδιασμό του Δ΄ΚΠΣ, όσο και για την κατάρτιση κρατικών προϋπολογισμών που να λειτουργούν ως "προϋπολογισμοί προγραμμάτων" με ελεγχόμενα αποτελέσματα, και όχι ως προϋπολογισμοί ανεξέλεγκτων κονδυλίων. Και πολύ πιο αναλυτικά είχε εισηγηθεί μια τεκμηριωμένη πρόταση δημοκρατικής μεταρρύθμισης της δημοσιονομικής διαχείρισης κατά τη συζήτηση του απολογισμού και του γενικού ισολογισμού του 2002 τον περασμένο Ιούλιο.

Υλικό επομένως υπάρχει πλούσιο. Αλλά εφόσον η κυβέρνηση εξακολουθήσει να το αγνοεί και να περιορίζεται σε αποσπασματικές επεμβάσεις, που εύλογα προκαλούν οξύτατες κοινωνικές αντιδράσεις, η προοπτική για τα δημόσια οικονομικά και για την οικονομία γενικότερα διαγράφεται πολύ αρνητική.

"Η Ελληνίδα χελώνα και ο Ιρλανδός λαγός"

Κατω από αυτόν τον προκλητικό τίτλο, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα άρθρο στελέχους του \(Ανγκάνα Μπανερτζί)\, που διερευνά τις δυνατότητες η Ελλάδα να ακολουθήσει τα επόμενα χρόνια μιαν ανάλογη θεαματική αναπτυξιακή πορεία με εκείνην που είχε η Ιρλανδία τη δεκαετία του 1990. Είναι γνωστό ότι τόσο ο πρώην πρωθυπουργός \Κώστας Σημίτης\, όσο και ο υπουργός τότε \Νίκος Χριστοδουλάκης\ είχαν αποκλείσει μια τέτοια εκδοχή. Παρουσιάζει όμως ενδιαφέρον η επισήμανση εντυπωσιακών ομοιοτήτων ανάμεσα στη σημερινή Ελλάδα και την Ιρλανδία των αρχών της δεκαετίας του 1990.

Πόσοι θαυμαστές των ιρλανδικών επιδόσεων άραγε γνωρίζουν ότι το 1986 το δημόσιο χρέος της Ιρλανδίας ξεπερνούσε το 125% του ΑΕΠ της (33% το 2003), και το έλλειμμα το 10% του ΑΕΠ (μηδενικό πλέον), ότι ακόμα το 1991 η ανεργία άγγιζε το 15% (4,7% τώρα) και το κατά κεφαλήν εισόδημα βρισκόταν στο 67% του μέσου όρου της Ε.Ε. των 15, (111% πλέον); Επιπλέον ομοιότητες, κατά το άρθρο, το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης και η χαμηλή παραγωγικότητα, και οι πολύ χαμηλές ξένες επενδύσεις.

Το δυσμενές σκηνικό της Ιρλανδίας ανατράπηκε με μιαν επιτυχή δημοσιονομική εξυγίανση, που είχε εξασφαλίσει ευρεία πολιτική στήριξη, και συνίστατο σε μερικό πάγωμα των προσλήψεων, σε φορολογικές μεταρρυθμίσεις που διεύρυναν τη φορολογική βάση αλλά μείωσαν τους οριακούς συντελεστές, και σε βελτιωμένη στόχευση των κοινωνικών παροχών. Με ένα γενναιόδωρο σύστημα κινήτρων για ξένες επενδύσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό, που βασιζόταν στην υπόσχεση δημιουργίας απασχόλησης, και σε πολύ χαμηλή φορολόγηση των κερδών τους (10-12,5%). Με μια κεντρική διαπραγμάτευση για συγκρατημένες αυξήσεις των μισθών, που εντασσόταν σε πολυετείς κοινωνικές συμφωνίες μεταξύ κυβέρνησης, εργοδοτών και συνδικάτων, που διασφάλιζαν σταθερότητα των τιμών, μείωση της φορολογίας της εργασίας, βελτίωναν της κοινωνικές παροχές και διεύρυναν την απασχόληση. Τέλος, με τη μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος, με αυξημένες επενδύσεις ιδιώς στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, που είχε ως αποτέλεσμα ένα υψηλού επιπέδου εργατικό δυναμικό.

Μπορεί η Ελλάδα να ακολουθήσει την ιρλανδική συνταγή; Μια σειρά πλεονεκτημάτων της Ιρλανδίας, όπως η αγγλική γλώσσα και το νομικό σύστημα, καθώς και η στενή σύνδεση με τη Μεγάλη Βρετανία, δεν μπορούν να μεταφερθούν εδώ, άνκαι η Ελλάδα, στο νότιο άκρο της Κεντρικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, έχει δικά της δυνητικά πλεονεκτήματα. Ορισμένες πολιτικές που έχουν κριθεί σημαντικές στην εμπειρία της Ιρλανδίας ήδη εφαρμόζονται, όπως η μείωση του πληθωρισμού, η απελευθέρωση των πιστωτικών αγορών, ο περιορισμός του κρατικού παρεμβατισμού. Στις αδυναμίες που ακόμα παραμένουν, το άρθρο απαριθμεί τη δημοσιονομική κατάσταση, τον ανεπαρκή ανταγωνισμό στις αγορές, το ακόμα πολύπλοκο φορολογικό σύστημα (ενώ ο συντελεστής για τις εταιρίες είναι 35%, η πραγματική φορολογία των επιχειρήσεων είναι σχετικά χαμηλή με τις απαλλαγές και τα κίνητρα που ισχύουν), τις ελλείψεις στις υποδομές, ιδίως εκτός Αθηνών, την "υπερρύθμιση", τις "διαρθρωτικές ακαμψίες" στην αγορά εργασίας, την έλλειψη σύνδεσης ανάμεσα στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και το εκπαιδευτικό σύστημα, το γενικότερα χαμηλό επίπεδο της παιδείας.

Αυτά ως προς το άρθρο του ΔΝΤ. Το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι αν στην Ελλάδα μπορούμε να αντιγράψουμε τις συγκεκριμένες ιρλανδικές πολιτικές, αλλά να διδαχθούμε κάτι από τη μέθοδο. Στα προβλήματα που αντιμετώπιζε, η ιρλανδική κοινωνία απάντησε με ουσιαστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους φορείς διαφορετικών συμφερόντων που μπόρεσαν να καταλήξουν σε παραγωγικές συμφωνίες. Και αυτό αξίζει να το εξετάσουμε.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι