Διεκδικώντας αυτό που χάσαμε

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 30/04/2010

Τις ημέρες του Πάσχα, ο Γιώργος Παπανδρέου είχε πει «τα χειρότερα πέρασαν». Το πίστευε; Ηθελε να μας εμψυχώσει; Εστελνε ένα μήνυμα αυτοπεποίθησης στους δύστροπους δανειστές μας, που έμεινε (κι αυτό, όπως όλα τα άλλα) ανεπίδοτο; Το βέβαιο είναι ότι στα μισά του δρόμου από το Πάσχα στην Πεντηκοστή και χειρότερα είδαμε και χειρότερα περιμένουμε. Τα χειρότερα είναι μπροστά μας. Αλλά θα ήταν άδικο να μεμφθεί κανείς τον Πρωθυπουργό για την πασχαλινή του αισιοδοξία. Για τη διάψευσή της, λίγα μπορεί κανείς να του καταλογίσει.

Θα μπορούσε να συζητήσει κανείς τι θα είχε συμβεί αν τα μέτρα της 3ης Μαρτίου, αφού δεν θα μπορούσε τελικά να τα αποφύγει, η κυβέρνηση τα ανακοίνωνε μια ώρα αρχύτερα, στις 3 Δεκεμβρίου φερ΄ ειπείν, και τα υποστήριζε πειστικότερα. Τι θα είχε συμβεί αν η κυβέρνηση αντιλαμβανόταν πιο έγκαιρα το παιχνίδι των αγορών και το έπαιζε πιο επιδέξια. Ή τι θα είχε συμβεί αν η κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου ήταν μια πειστική, στιβαρή κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας- όπως έλεγε προεκλογικά ο Μίμης Ανδρουλάκηςαντί απλώς μια απόπειρα ανανέωσης, σε πρόσωπα και στυλ, του προσωπικού της παράταξής του. Μήπως έτσι η Ελλάδα γλίτωνε τον διόλου επίζηλο ρόλο του αδύναμου κρίκου και βρισκόταν κάποιος άλλος- η Πορτογαλία ή η Ιρλανδία- στη θέση του «προβοκάτορα» της κρίσης δημοσίου χρέους, η οποία άρχισε ήδη στην Ευρώπη και απειλεί την παγκόσμια οικονομία; Μήπως έτσι τα στοιχήματα χρεοκοπίας που έπαιξαν εις βάρος μας οι αγορές άρχιζαν να παίζονται για κάποιον άλλον, πριν χτυπήσουν (γιατί κάποια στιγμή θα τη χτυπούσαν- ό,τι «μέτρα» κι αν είχε πάρει, όποια ελληνική κυβέρνηση) και τη δική μας πόρτα;

Λογικά ερωτήματα, άγνωστες απαντήσεις. Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Και δεν έχει πια καμία σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι πως ό,τι συνέβαινε μετά τις 3 Μαρτίου δεν το προκαλούσαν αυτά που έπραττε ή παρέλειπε η ελληνική κυβέρνηση, αλλά αυτά που συνέβαιναν ή αναβάλλονταν, αυτά που μισολέγονταν και διαψεύδονταν, αυτά που μισοαποφασίζονταν και δεν γίνονταν πράξη, στο τρίγωνο ΒερολίνουΦρανκφούρτης- Βρυξελλών. Το ασανσέρ των σπρεντ δεν ακολουθούσε το καρδιογράφημα της δικής μας αγωνίας, αλλά τις μεταπτώσεις μιας (τόσο μέτριας!) ευρωπαϊκής ηγεσίας. Στο ελληνικό δράμα των ημερών δεν πρωταγωνιστούσε η Αθήνα, μα το Βερολίνο.

Κι αυτό, ίσως, είναι το χειρότερο. Αποδεικνύει ότι η υπόθεση δεν βρίσκεται πια στα δικά μας χέρια, τη μοίρα μας δεν μπορούμε να την ορίσουμε μόνοι μας, το πολύτιμο δικαίωμα να συμφωνήσουμε μεταξύ μας ένα πρόγραμμα σωτηρίας και αλλαγής και να κατανείμουμε τα βάρη του το έχουμε απολέσει. Βρεθήκαμε στη μοιραία θέση να κρέμεται η τύχη μας από ένα ταξίδι του κ. Στρος-Καν στο Βερολίνο ή από ένα τηλεφώνημα του κ. Ομπάμα, από το Αir Force 1 προς την Καγκελαρία.

Αυτό που χάσαμε πρέπει να το ανακτήσουμε. Να πάρουμε πίσω το δικαίωμα να διαχειριζόμαστε με τις δικές μας δυνάμεις τα του οίκου μας και να διαπραγματευόμαστε κυρίαρχα την ένταξη της χώρας στον νέο, υπό διαμόρφωση διεθνή καταμερισμό εργασίας και ευημερίας. Αυτός θα μπορούσε να είναι ο μεγάλος πολιτικός στόχος στους δύσκολους μήνες και στα πικρά χρόνια που έρχονται, ο στόχος που μπορεί να κινητοποιήσει δυνάμεις, να ενοποιήσει τις προσπάθειες και να τους δώσει νόημα.

Πολλοί αναρωτιούνται αν, με το σημερινό πολιτικό προσωπικό, με το σημερινό κομματικό σύστημα, με αυτά τα κόμματα- «κόμματα της δραχμής στην εποχή του ευρώ» τα είχε ονομάσει κάποτε ο Γιάννης Βούλγαρης, χωρίς να φαντάζεται ότι μπορεί να έρθει και μια μετά ευρώ εποχή- μπορεί να επιτευχθεί ένας τόσο δύσκολος στόχος.

Οι αμφιβολίες είναι βάσιμες. Αλλά μόνον αν η πολιτική τάξη υποχρεωθεί να αναλάβει την προσπάθεια, μόνον αν πάψει η κυβέρνηση να κρύβεται πίσω από τις ίδιες της τις αδυναμίες, η αξιωματική αντιπολίτευση πίσω από τον τόσο οικείο της πολιτικαντισμό τής «λαϊκής Δεξιάς» και η Αριστερά πίσω από τη βολική, οκνηρή αποχή από κάθε ευθύνη και συμμετοχή, μόνον τότε μπορεί και η ίδια αυτή πολιτική τάξη να αλλάξει.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι