Η Αριστερά μέσα στην κρίση: τη δική της κρίση

Στέφανος Δημητρίου, 01/05/2010

1. Ο συντηρητικός εκφυλισμός της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

Το ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας διετύπωνε τις προϋποθέσεις και τους στόχους της κοινωνικής αλλαγής, με κανονιστικό, αξιακό γνώμονα το γενικό συμφέρον και τη διεκδίκησή του από την πλευρά των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας. Αυτή η επιδίωξη προϋπέθετε την πρόταξη του αιτήματος για κοινωνική δικαιοσύνη, καθώς και τη συνεξάρτηση ελευθερίας και ισότητας. Η Αριστερά του δημοκρατικού σοσιαλισμού, στις ποικιλώνυμες εκφράσεις της, προέτασσε πάντοτε την ισόρροπη σχέση αυτών των δύο αξιών, αναγνωρίζοντας μάλιστα ότι η ελευθερία, χωρίς την ισότητα, στερείται τις προϋποθέσεις που την καθιστούν δυνατή. Ο μεταρρυθμιστικός σοσιαλισμός της μεταπολεμικής Ευρώπης υπήρξε ανάδοχος των αξιών που διεμόρφωσαν τον δικαιικό πολιτισμό της, καθώς και των αρχών της αλληλεγγύης (ατομικής, κοινωνικής αλλά και μεταξύ εθνών). Ο εξισωτικός πολιτικός φιλελευθερισμός και ο δημοκρατικός σοσιαλισμός είναι επίγονοι του Διαφωτισμού, όπως εναργώς κατέδειξε ο Νορμπέρτο Μπόμπιο, κατά την εξέταση και τη δικαιολόγηση των κριτηρίων που διαχωρίζουν την Αριστερά από τη Δεξιά, θεωρώντας, μάλιστα, αυτήν τη διάκριση ανεξάλειπτη.

Η ευκόλως διακριβώσιμη συντηρητική εξαλλαγή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας έσβησε τα περισσότερα – ίσως και όλα – από τα ζωηρά ίχνη αυτής της παράδοσης, αλλά και την ελάφρυνε από το άχθος του φόρτου των αρχών και των αξιών που είχε επωμισθεί. Η δεξίωση των αρχών τού οικονομικού φιλελευθερισμού – δηλαδή η ταύτιση της ελευθερίας με την ατομική ελευθερία τής ανέλεγκτης οικονομικής δραστηριότητας, η ταύτιση της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης με τον ολοκληρωτικό στραγγαλισμό των ελευθεριών και των δικαιωμάτων (εδώ ο νεοφιλελευθερισμός συμπίπτει με τον μαοϊσμό του Αλέν Μπαντιού, ο οποίος θεωρεί ως πραγμάτωση του αιτήματος για ισότητα την πολιτιστική επανάσταση της μαοϊκής Κίνας. Άλλωστε αμφότεροι βδελύσσονται την παράδοση του Διαφωτισμού), καθώς και η απαξίωση του δημόσιου αγαθού – οδήγησε στην αναδιατύπωση των στόχων της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς διά της καλλιεπούς, σοσιαλδημοκρατικής τους εκφώνησης. Η συντηρητική μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας σηματοδοτείται από την εγκατάλειψη του αξιακού αιτήματος για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, δηλαδή από την εγκατάλειψη του κριτηρίου που απαιτείται για τη διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς. Η ευρωπαϊκή, αριστερή σοσιαλδημοκρατία παρέμεινε και ευρωπαϊκή και σοσιαλδημοκρατία. Αριστερή έπαυσε να είναι.

2. Η ελληνική ασφυκτική πραγματικότητα

Στη χώρα μας, η αριστερή σοσιαλδημοκρατία είχε σημαντικές διαφορές, σε σχέση με την ευρωπαϊκή. Η εγγύτερη προς αυτή ιδεολογική και πολιτική τάση ήταν και είναι η ανανεωτική Αριστερά. Η ελληνική ιδιαιτερότητα – δηλαδή μια χώρα που μετέβη αποτόμως από την προαστική, παραδοσιακή κοινωνία στη μετανεωτερική αποδιάρθρωση των θεσμών τής πολιτικής δημοκρατίας, αλλά και την άλωση του δημόσιου αγαθού από τις, προαστικής νοοτροπίας, συντεχνιακές συνομαδώσεις, χωρίς η ίδια να έχει εμπεδώσει την πολιτική νεωτερικότητα και την ορθολογικότητά της – αποτυπώνεται και εδώ. Με αυτή την έννοια, η χώρα μας προηγήθηκε της νεοφιλελεύθερης και απολύτως ατομοκρατικής άρνησης των αξιών που συνέχουν το δημόσιο αγαθό. Το τελευταίο είναι απλώς στόχος ατομικής θήρευσης ή επίδικο αντικείμενο πελατειακών, συντεχνιακών διευθετήσεων και, βεβαίως, της αντίστοιχη κερδοφορίας, τις συνέπειες της οποίας επωμίζεται η υπόλοιπη κοινωνία και, κυρίως, τα κατατρυχόμενα από την οικονομική δυσπραγία στρώματα. Η λαϊκιστική εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας που γνωρίσαμε, σε αυτόν τον τόπο, ήταν εκείνη που, μιλώντας υπέρ των τλημόνων και των δυσπραγούντων, υποσχέθηκε μεγαλύτερη πρόσβαση στα εναπομείναντα, πλην διαθέσιμα, ρετάλια του δημόσιου αγαθού και στα ξέφτια των αντιευρωπαϊκών διακηρύξεων, οι οποίες, όμως, από στεντόρειες, εκκωφαντικές υλακές, μετετρέποντο σε κουτοπόνηρο ψίθυρο, όταν επρόκειτο να εξασφαλισθεί η οποιαδήποτε ευρωπαϊκή, οικονομική αρωγή. Η θέση της χώρας μας στην Ε.Ε. δεν θα μπορούσε να είναι άσχετη με όλα αυτά. Άλλωστε όλα αυτά υπονόμευσαν τη δυνατότητα της ισότιμης θέσης μας σε αυτήν την Ένωση. Υπονομεύτηκε από το γεγονός ότι η ισότιμη θέση μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υποστηρίχθηκε από τις αντίστοιχες πολιτικές πρωτοβουλίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το χαρακτηριστικότερο ίσως, είναι η σχέση παραγωγής και κατανάλωσης. Η επιδιωκόμενη ενίσχυση των οικονομικώς και κοινωνικώς ασθενεστέρων προϋπέθετε τη μείωση των πόρων που μπορούν να καταναλώνουν σπάταλα οι εισοδηματικώς ισχυροί, ώστε να φτωχαίνουν περισσότερο οι ενδεείς. Στη χώρα μας, άλλωστε, έχουμε άλλη μια ιδιαιτερότητα: έχουμε την πιο υψηλή, αναλογικώς προς τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έμμεση φορολογία, δηλαδή την πιο άδικη μορφή φορολογίας. Η έλλειψη φορολογικής δικαιοσύνης διευρύνει τις ανισότητες, επειδή οι φοροδιαφεύγοντες επιβαρύνουν όλους όσοι καταβάλλουν τη φορολογική εισφορά τους και, κυρίως, τους πιο αδύναμους. Αυτοί επωμίζονται το φορολογικό μερίδιο που αναλογεί στους λάθρα φοροδιαφεύγοντες αλλά και στους νομίμως φοροαπαλλασσόμενους (Θα έπρεπε ίσως να φορολογηθούν τα κέρδη των ΠΑΕ και να παύσει η παραγραφή των χρεών τους;).

Όπως καλώς γνωρίζουμε και αναφέρθηκε στα προηγούμενα, η κοινωνική δικαιοσύνη και η ισόρροπη σχέση ελευθερίας και ισότητας είναι τα κριτήρια που διακρίνουν την Αριστερά από τη Δεξιά. Συνεπώς, η επιδίωξη της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ισότητας είναι ο μονίμως στοχευόμενος στόχος της Αριστεράς. Η επιδίωξη της ισότητας και η διεκδίκηση της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μέσα από την προσπάθεια μείωσης και περιορισμού των ανισοτήτων. Αυτή η προσπάθεια καθίσταται δυνατή μόνο μέσα από μια δικαιότερη φορολογική μεταρρύθμιση, μια μεταρρύθμιση προς την κατεύθυνση της φορολογικής δικαιοσύνης. Η φορολογική δικαιοσύνη, ως προϋπόθεση για τη δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών, καθιστά την κοινωνική δικαιοσύνη, από διακηρυκτική εξαγγελία, κριτήριο της πολιτικής των αριστερών μεταρρυθμίσεων. Ποιοι θα αντιδράσουν; Μα, φυσικά, όλοι όσοι κερδίζουν σε βάρος των άλλων, δηλαδή οι σταθεροί αντίπαλοι της Αριστεράς και των δυνάμεων της εργασίας, στις οποίες η Αριστερά οφείλει να απευθύνεται και τις οποίες οφείλει να υπερασπίζεται από το αδηφάγο κεφάλαιο (τραπεζικό και άλλο) αλλά και από τις προαναφερθείσες, προαστικής, προνεωτερικής νοοτροπίας, συντεχνίες και συνομαδώσεις ατομικών συμφερόντων που τιτρώσκουν αυτό που ανήκει στην κοινωνία: το δημόσιο αγαθό, στο όνομα της διασφάλισης του οποίου υπάρχει και δρα η Αριστερά.

3. Όντως δρα η Αριστερά, αλλά προς ποια κατεύθυνση;

Είναι περιττό να πει κανείς ότι η χώρα δίνει μάχη επιβίωσης. Σε τόσο κρίσιμες συνθήκες, ο ρόλος της Αριστεράς – και λόγω της παράδοσής της – είναι καθοριστικός και οι ευθύνες της μεγάλες. Οι δυσβάσταχτες μειώσεις των μισθών στον δημόσιο τομέα, αλλά και ο επαπειλούμενος κίνδυνος να υποστεί ανάλογο πλήγμα και ο ιδιωτικός τομέας, συνιστούν αδικίες που επιφέρουν δυσαλγείς συνέπειες, ιδίως αν σκεφθούμε ότι με τα αποκομιζόμενα από αυτές τις μειώσεις πλουτίζουν ακόμη περισσότερο τα τοκογλυφικά κυκλώματα της διεθνούς κερδοσκοπίας. Τα τελευταία δύο χρόνια της κυβέρνησης της Δεξιάς επέφεραν ολετήρια αποτελέσματα. Ευθύνες αναλογούν και στην τωρινή κυβέρνηση και ως προς τους επιλεγέντες χειρισμούς αλλά και επειδή ο πρωθυπουργός ουδόλως αξιοποίησε τη θέση του ως πρόεδρος της σοσιαλιστικής Διεθνούς, για να επιδιώξει συντονισμό των σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων που συνέδεαν την αλληλεγγύη προς τη χώρα μας με την ανάγκη για πολιτική αναδιοργάνωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε θεσμικό επίπεδο, δηλαδή τη σύσταση θεσμών έμπρακτης αλληλεγγύης για όλες τις χώρες που ανήκουν στην Ένωση. Η παρεμπόδιση της αλληλεγγύης προς τη χώρα μας, από τη Γερμανία, σχετίζεται απολύτως με τη δεξιά της κυβέρνηση αλλά και με τις αντιευρωπαϊκές τάσεις που αναπτύσσονται στον ευρύτερο χώρο της γερμανικής Δεξιάς. Παραλλήλως, όμως, αυτή η εξέλιξη μας ωθεί να σκεφθούμε πόσο διαφορετική θα ήταν η στάση της Γερμανίας, αν στην κυβέρνηση ευρίσκετο το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα το οποίο εξαρχής είχε ταχθεί αλληλέγγυο προς την Ελλάδα. Η Αριστερά έχει όντως δικαιωθεί σε πολλά. Κυρίως δικαιώθηκε η κριτική της ως προς το τι συνεπάγεται η ασύδοτη δραστηριότητα – μόνο ασύδοτη, άλλωστε, μπορεί να είναι – του χρηματιστικού κεφαλαίου και των κερδοσκοπικών του αποβλέψεων που αντιβαίνουν προς το δημόσιο αγαθό και το δημόσιο συμφέρον. Είναι σωστή κριτική, αλλά δεν αρκεί. Η σωστή κριτική είναι αλυσιτελής, αν δεν υποστηριχθεί από την άσκηση πολιτικής η οποία θα αποσκοπεί στη διατύπωση προτάσεων για την αντιμετώπιση της σημερινής επικίνδυνης για τη χώρα και την κοινωνία κατάστασης. Ο εξορθολογισμός τής κοινωνίας, τον οποίο ανέβαλλε επί δεκαετίες το ασύδοτο πελατειακό κράτος θα γίνει, σε ό,τι αφορά δημοσιονομικές και διοικητικές αναδιαρθρώσεις, υπό το αναξιοπρεπές καθεστώς κηδεμονίας και μέσα από τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πολιτική δημοκρατία. Την τελευταία, όμως, υπονόμευσε και το πελατειακό κράτος, κατά τη συναλλαγή του με τις πανίσχυρες συντεχνίες που προέταξαν τις ιδιωτικές σκοπεύσεις σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο οφείλει να προασπίζει η πολιτική δημοκρατία. Η απειλούμενη κοινωνική συνοχή από τα δυσβάσταχτα μέτρα απαιτεί, προς αντιμετώπιση της κατάστασης, τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση των κοινωνικών δυνάμεων που πρέπει να στραφούν με αποφασιστικότητα ενάντια στους σύγχρονους μαυραγορίτες: τα κυκλώματα της παραοικονομίας, δηλαδή του ανέλεγκτου μαύρου χρήματος. Ταυτοχρόνως, η συσπείρωση των δημοκρατικών κοινωνικών δυνάμεων, εκτός από το να έλθει σε αντιπαράθεση με τις συντηρητικές δυνάμεις της παραοικονομίας και της δήωσης του δημόσιου αγαθού, θα πρέπει να διεκδικήσει τη δίκαιη κατανομή των βαρών που θα προκύψουν από την προσπάθεια για την αναγκαία μείωση του ελλείμματος.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Αριστερά θα πρέπει να αναπροσδιορίσει τη στάση της. Θα πρέπει να εγκαταλείψει τη προσδοκία να εκφράσει απλώς και μόνο την κοινωνική αγανάκτηση, αποβλέποντας στην αύξηση του εκλογικού ποσοστού της, ώστε να είναι σε θέση να επεξεργασθεί προτάσεις που θα αποσκοπούν στη μελλοντική αποκατάσταση εκείνων που σήμερα πλήττονται, ενώ πριν προσέφεραν με την εργασία και τη φορολόγησή τους. Θα πρέπει να διεκδικήσει τη λήψη μέτρων για τη μελλοντική προστασία των χαμηλοσυνταξιούχων και των ανέργων. Αυτή η κατεύθυνση είναι σε αντίθεση με την πρόταση για έξοδο από τη ζώνη του ευρώ και την αναδιάρθρωση του χρέους. Την αντιευρωπαϊκή προοπτική την υποδεικνύει η αμερικανική νεοφιλελεύθερη Νέα Δεξιά, το FDP που συμμετέχει στον δεξιό συνασπισμό, ο οποίος κυβερνά τη Γερμανία, αλλά και ο επικεφαλής των χριστιανοκοινωνιστών (!) της Βαυβαρίας, σύμφωνα με πρόσφατες δηλώσεις του. Περιέργως, η εν λόγω δεξιά, αντιευρωπαϊκή πρόταση βρίσκει απήχηση και σε κάποιες μερίδες της ελληνικής Αριστεράς, πιθανώς λόγω του πάγιου αντιευρωπαϊκού προσανατολισμού κάποιων τμημάτων της. Όσοι διατυπώνουν τέτοιες προτάσεις υποχρεούνται να εξηγήσουν τι θα κοστίσει, στις ασθενείς ομάδες της ελληνικής κοινωνίας ,η προτεινόμενη έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ, ταυτοχρόνως, επείγει και η αποσαφήνιση της περίεργης σύμπτωσης με τις αντίστοιχες προτάσεις της νεοφιλελεύθερης αμερικανικής αλλά και της γερμανικής Δεξιάς.

Οι στόχοι που ετέθησαν προηγουμένως προϋποθέτουν την ανασύνταξη της ανανεωτικής δημοκρατικής Αριστεράς, την ενίσχυση του αριστερού ευρωπαϊσμού αλλά και την αναζήτηση συμμαχιών με τον ευρύτερο σοσιαλιστικό χώρο. Οποιαδήποτε συνεργασία με το ΚΚΕ, που αναγνωρίζει, στην ενεστώσα χαλεπή συγκυρία, πεδίον δόξης λαμπρόν για την άσκηση πολιτικής εμπνεόμενης από την εξ εφόδου κατάληψη της εξουσίας, αλλά και με τις αριστερίστικες οργανώσεις, που επιθυμούν να γίνουν το «πραγματικό ΚΚΕ», όταν μεγαλώσουν, θα οδηγήσει σε μια καθημαγμένη, αναξιόπιστη και ανίσχυρη Αριστερά, την οποία, με πείσμονα διάθεση, θα αγνοούν οι πληττόμενοι από την κρίση, δηλαδή αυτοί που αναζητούν ορατή προοπτική. Για να είναι ορατή μια προοπτική, θα πρέπει, τουλάχιστον, να μπορείς να την δεις. Η προοπτική της θέσης ότι «το βάθος του ουρανού είναι κόκκινο» δεν φαίνεται, μόνο ακούγεται και, επειδή δεν φαίνεται, γι’ αυτό την φωνάζουν εκκωφαντικώς. Οι τριγμοί, που ενδέχεται να κατακρημνίσουν τον παραπαίοντα δικομματισμό, θα οδηγήσουν στη δημιουργία κενού χώρου. Η πολιτική, μάλλον όπως και η φύση, αντιπαθεί το κενό. Αυτό το χαίνον κενό ή θα το καλύψουν οι συνεργαζόμενες δυνάμεις της ευρείας δημοκρατικής Αριστεράς ή ενδέχεται να καλυφθεί από τη Δεξιά και τις ακροδεξιές της απολήψεις. Προαπαιτούμενο, για να εδραιώσει η Αριστερά την αξιοπιστία της, κατά την περίοδο που αμφισβητείται το κύρος και η αξιοπιστία των φορέων της πολιτικής, είναι η σύγκρουσή της με τον συντηρητισμό και τον ισχυρότερο φορέα του: το πελατειακό κράτος που, συναλλασσόμενο με τις προνομιούχες μερίδες της κοινωνίας, καταβιβρώσκει το δημόσιο αγαθό, το οποίο, πλέον, κερματίζεται από τις συντεχνίες και τις συνομαδώσεις των ιδιωτικών συμφερόντων. Αυτές είναι οι δυνάμεις της πραγματικής συντήρησης στη χώρα μας. Αυτή η συντήρηση εμποδίζει τη μεταρρύθμιση που αποσκοπεί στη μείωση των ανισοτήτων, μέσω της δίκαιης κατανομής των φορολογικών βαρών, άρα αποσκοπεί στην ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ισότητας. Η κοινωνική δικαιοσύνη είναι το κριτήριο που διαχωρίζει την Αριστερά από τη Δεξιά. Η σύγκρουση με το πελατειακό κράτος, τα συμφέροντα που το στηρίζουν, καθώς και με τις στρεφόμενες κατά του δημοσίου συμφέροντος κοινωνικές μερίδες, που εκκολάπτονται στον θύλακό του, είναι πολιτική που υπηρετεί τον στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης και η Αριστερά, σε κάθε χώρα και σε κάθε ιστορική περίπτωση, κρίνεται ως τέτοια και είναι Αριστερά και όχι κάτι άλλο, επειδή υπηρετεί αυτόν ακριβώς τον στόχο.

Θέμα επικαιρότητας:
Αριστερά-κεντροαριστερά

Σύνολο: 401 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι