Η νέα εθνική Οδύσσεια

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Σταύρος Λιβαδάς, Μεταρρύθμιση, 01/05/2010

Στο απομακρυσμένο λιμανάκι του Καστελόριζου κάλεσε τελικά ο πρωθυπουργός το νέο συγκυβερνήτη να επιβιβαστεί για βοήθεια στο πολύπαθο νεοελληνικό σκάφος, μετά τις τρικυμίες και τους κινδύνους ναυαγίου του τελευταίου καιρού.

Το πώς και γιατί βρέθηκε σ’ αυτό το απώτατο άκρο της χώρας με σχισμένα πανιά, μισοκατεστραμμένο τιμόνι και μπάζοντας από παντού νερά το πλοίο, όταν ο προορισμός του -η Ιθάκη- απαιτούσε αντίθετη ρότα, είναι μια μεγάλη συζήτηση που πρέπει οπωσδήποτε να γίνει. Έστω και στο λιγοστό διατιθέμενο πλέον φώς και παρά τα πολλά μποφόρ της παρατεταμένης κακοκαιρίας που προβλέπεται μπροστά μας.

Υπερβαίνει τις οικονομολογικές γνώσεις και δυνατότητές μου η απάντηση στο ερώτημα αν η στιγμή επιβάλλει την πρόσληψη συγκυβερνήτη, ή το (κατ’ αρχάς φαινόμενο ως απονενοημένο) διάβημα μιας νεόκοπης «ναυτικής ανταρσίας»: «δεν μπορώ και δεν πληρώνω». Ο συγκυβερνήτης, παρά το όποιο ευρωπαϊκό μακιγιάζ, θα είναι σκληρός και ανάλγητος, γιατί μόνο τέτοιοι διατίθενται στη σχολή και την επετηρίδα του ΔΝΤ. Είναι εξαιρετικά αβέβαιο αν το μακρύ ταξίδι μέσα στην καταχνιά της παρατεταμένης ύφεσης και οι αναπόφευκτες και ανεξέλεγκτες «στάσεις» του πληρώματος και των επιβατών, θα μας οδηγήσουν σε ασφαλές λιμάνι. Από την άλλη μεριά, η «πτώχευση» παρέχει τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης για μικρή μείωση του χρέους και επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, προϋποθέτει όμως αποφασιστικότητα, συνοχή ανάμεσα στους επιβαίνοντες και καλογυμνασμένο πλήρωμα για την περιπέτεια σε άγνωστα νερά, που ακολουθεί.

Δυστυχώς, ούτε αυτή η ύστατη κουβέντα για τις διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις και τις προοπτικές τους έγινε. Το πολιτικό μας προσωπικό, κόμματα, οργανώσεις, πολιτικοί και λοιποί δημόσιοι παράγοντες, συνδικαλιστικές ηγεσίες, ΜΜΕ, παρέμειναν καθηλωμένοι στη μίζερη πεπατημένη της τακτικής «τι με συμφέρει», όταν είναι πασιφανές -βοά ο τόπος- πως αυτό που απαιτείται είναι υπέρβαση και συλλογική συζήτηση για το «τι πρέπει να γίνει».

Η πολιτική λειτουργία «φροντίζω για την πάρτη μου», συνιστά το κυρίαρχο ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής. Ο δημόσιος χώρος τελειώνει στην πόρτα του κάθε σπιτιού. Οι τελευταίες εξελίξεις είναι η πλέον επίσημη ομολογία πλήρους αδυναμίας να καταφέρουμε την έξοδο από τη θύελλα στηριζόμενοι στις δικές μας δυνάμεις. Όσα δε συνέβησαν στον τόπο μας το τελευταίο εξάμηνο, συνθέτουν την ύστατη πράξη αυτής της προαναγγελθείσας και αναπότρεπτης τραγωδίας. Τραγωδία που θα ήταν ψέμα και άδικο να πούμε πως οφειλόταν στον ερασιτεχνισμό, ή στους λανθασμένους χειρισμούς του νέου «καπετάνιου» και της «γέφυρας» του πλοίου, αν και κάποιες αδέξιες τιμονιές τους οπωσδήποτε επιτάχυναν το μοιραίο και μεγάλωσαν τις αβαρίες. Οπωσδήποτε, δεν είναι το ίδιο να είσαι δεινός στο θαλάσσιο κανό και με αυτή τη γνώση και την καλή σου πρόθεση ως μόνο πρόσθετο προσόν, να καταφέρεις να κουμαντάρεις το ακυβέρνητο σκάφος. Και μάλιστα σκάφος επιρρεπές σε ασταθείς ισορροπίες και επίφοβο για επικίνδυνες κλίσεις, καθώς ήταν υπέρβαρα γεμάτο με το χύδην φορτίο του δημοσίου χρέους. Ωστόσο, σ’ αυτή την προδιαγεγραμμένη πορεία, το να αναλάβεις το τιμόνι που εγκατέλειψε ο προηγούμενος κυβερνήτης μόλις είδε τα σκούρα (και σε πείσμα μάλιστα του σχετικού μύθου), πριν καν προλάβουν οι ποντικοί να αποδράσουν από το πλοίο, δεν υποδηλώνει μόνο άγνοια κινδύνου, αλλά και (ένα σπάνιο για τους πολιτικούς μας), φιλότιμο! Προσόν ανεπαρκές, πλην όμως αναγκαίο.

Νομίζω επίσης, πως τα αίτια αυτής της τραγωδίας δεν οφείλονται αποκλειστικά σε όσα εγκληματικά λάθη έγιναν την περίοδο της διακυβέρνησης της ΝΔ. Το πλοίο δεν έπλεε ως τότε πρίμα και μετά άρχισε να εξοκείλει, αν και χωρίς αμφιβολία τότε άρχισε να μπατάρει επικίνδυνα. Τα αίτια δεν ανάγονται μόνο σε προβλήματα λανθασμένων οικονομικών επιλογών και κακοδιαχείρισης, φαινόμενα τα οποία οπωσδήποτε υπήρξαν και συνέβαλαν σημαντικά σ’ αυτή την κατάσταση. Είναι κυρίως πολιτικά προβλήματα, τα οποία έχουν τη ρίζα τους στην ίδια τη μεταπολίτευση και τους όρους του ανανεωμένου κοινωνικού συμβολαίου, που στα πρώτα της χρόνια υπεγράφη. Είναι αλλεπάλληλες πολιτικές επιλογές, πραγματοποιούμενες σε όλη τη μεταπολιτευτική διαδρομή ως σήμερα, που μετατρέπουν κάποιες μολύνσεις στον υποδόριο κοινωνικό ιστό σε δοθιήνες και πληγές. Πληγές που συν τω χρόνω μεταδίδονται, απλώνονται και χαίνουν στα σφιχταγκαλιασμένα σώματα του πολιτικού συστήματος και της ελληνικής κοινωνίας. Σφιχταγκάλιασμα που επέβαλαν οι υπαρκτοί μεν, άγραφοι (και γι’ αυτό μη αντιμετωπίσιμοι και επικίνδυνοι) όροι αυτής της μεταπολιτευτικής εκδοχής κοινωνικού συμβολαίου.

Δεν είναι πρόθεσή μας να (ξανα)ανοίξουμε στο πλαίσιο τούτου του κειμένου αυτή τη μεγάλη συζήτηση. Περιοριζόμαστε σε κάποιες σχηματικές επισημάνσεις, αναγκαίες πιστεύουμε για να φωτίσουν πτυχές του μεγάλου μας προβλήματος.

Το έρμα της Μεταπολίτευσης

Η Μεταπολίτευση, απετέλεσε ομολογουμένως την πλέον ανοικτή και δημοκρατική εκδοχή πολιτικού συστήματος που γνώρισε ο τόπος, από γενέσεως ελληνικού κράτους. Κατάργησε τις διακρίσεις σε πολίτες α΄ και β΄ κατηγορίας μεταξύ των ελλήνων, που είχαν θεσπίσει οι νικητές του εμφυλίου. Προσέφερε ένα πλαίσιο ισονομίας και κανόνων δημοκρατικής λειτουργίας της πολιτείας. Ταυτόχρονα, συνέβαλε καθοριστικά στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Ελλάδας και στην ένταξή της στην οικογένεια των δυτικών αναπτυγμένων κρατών.

Ωστόσο οι συνθήκες και το γενικό πλαίσιο μετάβασης, ορισμένοι κανονιστικοί όροι και κυρίως οι πολιτικές δυνάμεις και οι πολιτικοί παράγοντες που υλοποίησαν (Καραμανλής και ΝΔ) και στη συνέχεια εγγυήθηκαν (Παπανδρέου και ΠΑΣΟΚ), τη μη αναστρέψιμη δημοκρατική πορεία της μεταπολίτευσης, συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός πρωτότυπου και ισχυρού πλαισίου πελατειακού κράτους, στο οποίο αναπτύσσεται μια ιδιόρρυθμη σχέση κράτους, κεφαλαίου, πολιτικών, ιδιωτών και κοινωνίας.

Η κύρια οικονομική και κοινωνική δημόσια ζωή, οργανώνεται από και γύρω από το κράτος, το οποίο, ως εκ τούτου, διευρύνεται και διογκώνεται υπέρμετρα. Η διόγκωσή του επιλύει πελατειακές ανάγκες των πολιτικών, συγκροτεί και εκτρέφει κομματικά λόμπι, αιμοδοτεί τα κομματικά ταμεία των εκάστοτε κυβερνώντων. Ακόμη και τα κόμματα «κρατικοποιούνται», αφού το κράτος τους παρέχει το μέγιστο της χρηματοδότησής τους.

Το πολιτικό σύστημα γίνεται πρωθυπουργοκεντρικό, ο δεύτερος πόλος-εγγυητής της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών (Πρόεδρος της Δημοκρατίας) μετατρέπεται σε συμβολικό-διακοσμητικό πρόσωπο και έτσι επιτρέπεται η πλησιέστερη, πληρέστερη και αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση κυβέρνησης και κρατικών μηχανισμών. Το πλαίσιο πριμοδοτεί την κατακόρυφη- άμεση σχέση και συναλλαγή πολιτικής εξουσίας, πολιτών και κοινωνικών ομάδων (πράγμα που «διευκολύνει» το έργο της κυριαρχίας των πολιτικών) και σχετικοποιεί τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών. Ευνοεί την εξάπλωση του νεποτισμού, καταλύει την επέκταση του συντεχνιακού κράτους. Η πολιτική λειτουργία «φροντίζω για την πάρτη μου», συνιστά το κυρίαρχο ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής. Ο δημόσιος χώρος τελειώνει στην πόρτα του κάθε σπιτιού. Το δημόσιο συμφέρον, αγγίζει, πλην του ατομικού, ολίγον και το συγγενικό και ολοκληρώνεται και εξαντλείται στη συντεχνία. Πέραν αυτών ουδέν. Για τον ατομικισμό και το συντεχνιακό πνεύμα, ανοίγει πεδίο δόξης λαμπρό. Η κοινωνία των «κολλητών» υποκαθιστά την κοινωνία των πολιτών.

Σε αντιστάθμισμα, «προσφέρεται» στη δημόσια ζωή η «παραβατικότητα» ως ψευδαίσθηση ελευθερίας και υποκατάστατο της ελλείπουσας κοινωνίας ουσιαστικής δημοκρατίας. Έλκει την προέλευσή της από μια διασταλτική ερμηνεία της πάλαι ποτέ «Ελλάδας των μη προνομιούχων»: αντί της κατάργησης των προνομίων, επιδιώκεται η γενίκευση της χρήσης τους, για να ωφεληθούν οι ως χτες αδικημένοι και υστερούντες. Η παραβατικότητα επέτρεψε στους πολλούς να κάνουν τις μικρές παραβάσεις τους, ώστε να μπορούν οι λίγοι να κάνουν τις μεγάλες… Η παρατεταμένη ανοχή στην παραβατικότητα, μετατράπηκε σε (επιλεκτική βεβαίως!) νομιμοποίηση της ανομίας. Ας επισημάνουμε εδώ και τη «θεσμοθετημένη» ανομία, δηλαδή τη λειτουργία θεσμών με κανόνες τυπικά νόμιμους, αλλά στην ουσία ανεξέλεγκτους και αδιαφανείς: ειδικοί λογαριασμοί υπουργείων, κόμματα, τοπική αυτοδιοίκηση- δήμοι, νοσοκομεία, αθλητικά σωματεία κ.λπ. συναφή, χειρίζονται δημόσιο χρήμα, χωρίς την υποχρέωση να δημοσιεύουν ισολογισμούς και να αποδίδουν λογαριασμό σε κανέναν…

Συγγενής με την επιλεκτική και τη θεσμική παραβατικότητα, η ατιμωρησία: η εδραιωμένη αίσθηση και στατιστικά πλήρως επιβεβαιωνόμενη πεποίθηση του κρατικού λειτουργού, του πολιτικού, πως δεν κινδυνεύει να τιμωρηθεί για την όποια πράξη του. Προς αποφυγήν του κινδύνου κάποιας «στραβής», θεσπίστηκε πρόσθετη θωράκιση ατιμωρησίας για τα υψηλά πολιτικά πρόσωπα: ο κατ’ ευφημισμό ονομαζόμενος «νόμος περί ευθύνης υπουργών».

Το ιδιωτικό κεφάλαιο δραστηριοποιείται και συναλλάσσεται κυρίως με το κράτος. Η σχέση αυτή, παρέχει πελατειακή σιγουριά, δεν απαιτεί ρίσκο και επιχειρηματικότητα, ο ανταγωνισμός δεν υπόκειται στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, αλλά περιορίζεται στην ανάπτυξη «τεχνικών πειθούς» των κρατικών λειτουργών και των πολιτικών που παίρνουν τις σχετικές αποφάσεις. Εν προκειμένω, η περίφημη ρήση που αφορούσε διαρρεύσασα συναλλαγή κρατικού λειτουργού: «επιτρέπεται να κάνεις ένα δωράκι στον εαυτό σου, αλλά όχι και πεντακόσια εκατομμύρια (σ. σ. δραχμές) …» αποτέλεσε σταθμό, γιατί υπήρξε η αφετηρία για τη γενίκευση και την κοινωνικοποίηση (διεύρυνση και επέκταση προς όλες τις κατευθύνσεις) της συναλλαγής με κρατικούς λειτουργούς. Νομιμοποιείται η κρατική διαφθορά.

Η σχέση και η ισορροπία πολιτικής εξουσίας-ιδιωτικού κεφαλαίου, διαταράσσεται, όταν επιχειρείται από τον Α. Παπανδρέου (με φυσικό αυτουργό τον Κοσκωτά ) ο έλεγχος του Τύπου. Η σφοδρή σύγκρουση με τα πανίσχυρα συγκροτήματα, ρίχνει το ΠΑΣΟΚ από την κυβέρνηση και παραπέμπει κατηγορούμενο τον Ανδρέα. Οι νικητές αξιώνουν και σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος παραδίδει αναιμάκτως, εν μία νυκτί και άνευ όρων, τηλεόραση και ραδιόφωνο στους ιδιώτες. Συγκροτούνται τα πανίσχυρα και ανεξέλεγκτα ιδιωτικά ΜΜΕ, των οποίων ηγούνται ισχυροί, σχετικοί αλλά και παντελώς άσχετοι με τον τύπο και την ενημέρωση. Οι τελευταίοι, δεν στερούνται προσόντων και δικαιωμάτων, καθώς ο ρόλος των νέων Μέσων δεν είναι μόνο, ούτε κυρίως ενημερωτικός… Δημιουργούνται οι διαπλεκόμενοι, μόνιμος έκτοτε ισχυρός παράγων στο ημίφως της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Σταματάμε εδώ την καταγραφή στοιχείων που συνθέτουν το πολιτικό μας τέλμα, αν και ο κατάλογος θα μπορούσε να μακρύνει απεριόριστα. Αυτή η καταγραφή (σε αντίθεση με όσες επιχειρήθηκαν από τις τελευταίες κυβερνήσεις) είναι ίσως η μόνη απαραίτητη, χρήσιμη και γόνιμη ενόψει της νέας Οδύσσειας… Είναι το έρμα από το οποίο πρέπει να απαλλαγούμε σε αυτή τη νέα εθνική περιπέτεια.

* O Σταύρος Λιβαδάς είναι Διπλ. Μηχ/γος Ηλ/γος, μέλος του Ομίλου «Αριστερά Σήμερα» (ΑΡ.ΣΗ)

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι