Οι γερμανικές κάλπες και ο ελληνικός πανικός

Κάκη Μπαλλή, Κυριακάτικη Αυγή, 09/05/2010

Όπου κι αν καταλήξει το μετεκλογικό παζάρι, αυτόν τον προεκλογικό αγώνα στη Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία τον έχουμε πληρώσει χρυσό. Η Ελλάδα, η Γερμανία κι ολόκληρη η Ευρώπη. Οι απελπισμένες προσπάθειες της καγκελαρίου Άγγελα Μέρκελ να στηρίξει τον απερχόμενο κυβερνητικό συνασπισμό Χριστιανοδημοκρατών - Φιλελεύθερων στο Ντίσελντορφ, παλινδρομώντας και ποντάροντας στον λαϊκισμό των καφενείων -«ούτε ευρώ για τους χαραμοφάηδες τους Έλληνες»- βάθυνε ακόμη περισσότερο την ελληνική κρίση του χρέους και κατʼ αρχήν αύξησε το κόστος διάσωσης της Ελλάδας.

Σχεδόν δεκατέσσερα εκατομμύρια ψηφοφόροι καλούνται σήμερα στις κάλπες της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας, του πολυπληθέστερου ομόσπονδου κρατιδίου της Γερμανίας, για να εκλέξουν τη νέα τοπική Βουλή. Με κομμένη την ανάσα περιμένουν οι κεντρικές ηγεσίες των κομμάτων στο Βερολίνο τα πρώτα αποτελέσματα λίγο μετά τις επτά το απόγευμα, καθώς σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά. Μέχρι το βράδυ της Παρασκευής οι δημοσκόποι έφεραν τους δύο μονομάχους, τους Χριστιανοδημοκράτες της Άγγελα Μέρκελ και τους Σοσιαλδημοκράτες να ισοψηφούν με 37%, τους Πράσινους να ξεπερνούν το 10%, τους Φιλελεύθερους του Γκίντο Βέστερβελε να γκρεμίζονται στο 6% και την Αριστερά να περνά το κατώφλι και αυτού του τοπικού κοινοβουλίου με κάτι παραπάνω από 5%. Κι αν οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιωθούν, ανοιχτά είναι και όλα τα ενδεχόμενα της επόμενης μέρας, καθώς κανένα κόμμα πέραν των παραπαιόντων Φιλελευθέρων δεν έχει δεσμευτεί ευθαρσώς για την πολιτική των συμμαχιών του.

Το αποτέλεσμα της κάλπης δεν θα είναι το μοναδικό που θα κρίνει την επόμενη τοπική κυβέρνηση, καθώς τα δύο τελευταία ταμπού της γερμανικής πολιτικής φαίνεται να έχουν γκρεμιστεί: η συνεργασία μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών και Πράσινων, καθώς και η συνεργασία μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών και Αριστεράς. Τα κομματικά επιτελεία συζητάνε χαμηλόφωνα όλους τους πιθανούς συνδυασμούς: από μια κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών, Πρασίνων και Αριστεράς, μέχρι τον μεγάλο συνασπισμό.

«Ελληνικές συνθήκες»

Ποτέ άλλοτε ένας τοπικός προεκλογικός αγώνας στη Γερμανία δεν κυριαρχήθηκε από τις εξελίξεις σε μια άλλη χώρα. Κάθε μέρα που περνούσε τον τελευταίο μήνα οι τοπικοί άρχοντες στη Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία, κατά κανόνα πολιτικοί με έντονο προφίλ και ισχυρή επιρροή, μετατρέπονταν σε κομπάρσους. Πρωταγωνιστές ήταν στο τέλος το ελληνικό χρέος και οι κόντρες για το εάν η Γερμανία πρέπει ή όχι να βοηθήσει τους Έλληνες.

Επί μήνες τα ταμπλόιντ, με την… ευγενική χορηγία πρωτίστως αρκετών Φιλελευθέρων πολιτικών, αλλά και βουλευτών των πίσω εδράνων του κόμματος της Μέρκελ, δρομολόγησαν μια ανθελληνική καμπάνια προσπαθώντας να πείσουν ότι εργάζονται σκληρά για να σώσουν τα λεφτά των Γερμανών φορολογουμένων, οι οποίοι ομολογουμένως τα τελευταία χρόνια βλέπουν το εισόδημά τους να μειώνεται ή στην καλύτερη περίπτωση να μένει στάσιμο.

«Δεν είναι δίκαιο να σφίγγουμε εμείς τόσα χρόνια το ζωνάρι για να μαζέψουμε το δικό μας έλλειμμα και να δώσουμε δισεκατομμύρια στους Έλληνες που καλοπερνάνε» ήταν το μήνυμα, το οποίο άφησε η Μέρκελ να σέρνεται, αν και γνώριζε καλά αυτά που λέει σήμερα. Ότι, δηλαδή, μια χρεωκοπία στην Ελλάδα αφενός θέτει σε κίνδυνο όλη την Ευρωζώνη -και πρώτη και καλύτερη τη Γερμανία, αφετέρου οδηγεί στην πολιτική χρεωκοπία της Ευρώπης.

Καθώς οι εξελίξεις στις αγορές ξεπέρασαν τους μικροκομματικούς σχεδιασμούς της Μέρκελ και των Φιλελεύθερων εταίρων της -που ήλπιζαν να μη χρειαστεί να κάνουν τίποτε πριν κλείσουν οι κάλπες στη Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία- τελικά ο προεκλογικός αγώνας περιστράφηκε στο ερώτημα εάν σύντομα και στη Γερμανία θα επικρατήσουν «ελληνικές συνθήκες».

Μπορεί ο μέσος Γερμανός να στράφηκε κατʼ αρχήν ενάντια στους Έλληνες, στο τέλος όμως άρχισε να επιρρίπτει στην κυβέρνηση και την αναποφασιστικότητά της να βάλει λίγο χαλινάρι στις τράπεζες και τις αγορές. Ειδικά μετά το σοκ της Lehmann Brothers και το κραχ που ακολούθησε, που η Γερμανία το πλήρωσε με μεγάλη ύφεση πέρσι, με εκτίναξη της μερικής απασχόλησης και με περαιτέρω εξαθλίωση των κοινωνικά αδύναμων, οι Γερμανοί περίμεναν ότι θα μπει ένα φρένο στο καζίνο του καπιταλισμού.

Μάταια. Τώρα προσπαθεί να το «πουλήσει» ως στοίχημά της η Μέρκελ αυτό έκανε όλη την προηγούμενη εβδομάδα στη Βουλή, κατά τη συζήτηση για το νομοσχέδιο για την εγγύηση πιστώσεων ύψους 22,4 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα στο πλαίσιο του πακέτου στήριξης της Ε.Ε. και του ΔΝΤ.

Συνεδρίαση θρίλερ

Θα ξεδοντιάσει τους κερδοσκόπους, είπε η Μέρκελ, θα πιέσει για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης για να μην μπορούν πλέον οι Moodyʼs αυτού του κόσμου και κόβουν και να ράβουν τις μοίρες των χωρών. Και θα πιέσει για μεταρρύθμιση των Συνθηκών, ώστε αφενός να επιβάλουν στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των χωρών μελών της Ευρωζώνης, αφετέρου να προβλέπουν αυστηρότερες κυρώσεις -έως και την προσωρινή στέρηση ψήφου- για τις χώρες που παραβιάζουν τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας.

Αυτό που δεν ενέταξε η Μέρκελ στο νομοσχέδιο ήταν την επιβολή φόρου χρηματιστηριακών συναλλαγών - του περιβόητου φόρου Τόμπιν, που εισηγούνται εδώ και μια δεκαετία οι επικριτές της παγκοσμιοποίησης. Η ιδέα δεν της είναι απεχθής και προς στιγμήν φάνηκε ότι θα την υιοθετούσε, καθώς αυτός ήταν ο όρος για να υπερψηφίσει το νομοσχέδιο και η σοσιαλδημοκρατική αντιπολίτευση. Ωστόσο οι Φιλελεύθεροι εταίροι της έβαλαν θέμα διάλυσης του κυβερνητικού συνασπισμού, εάν η Μέρκελ έκανε κάτι τέτοιο.

Για μερικές ώρες η συνεδρίαση στη γερμανική Βουλή εξελίχθηκε σε θρίλερ, όλοι παζάρευαν με όλους, όλοι εκβίαζαν όλους. Στο τέλος η Μέρκελ αντέδρασε με τον γνωστό τρόπο της, αποφεύγοντας να κάνει την όποια υπέρβαση. Υποτάχθηκε στις πιέσεις του κυβερνητικού εταίρου και δεν κατάφερε να εξασφαλίσει για το νομοσχέδιο τη συντριπτική πλειοψηφία που επιθυμούσε.

Οι Σοσιαλδημοκράτες απείχαν από την ψηφοφορία ξεκαθαρίζοντας ότι τάσσονται αναφανδόν υπέρ της βοήθειας στην Ελλάδα, αλλά, ότι χωρίς δραστικά μέτρα χαλιναγώγησης των κερδοσκόπων η επόμενη κρίση είναι προγραμματισμένη. Υπέρ του νομοσχεδίου ψήφισαν οι Πράσινοι ξεκαθαρίζοντας ότι η θετική τους ψήφος είναι μήνυμα στήριξης της ευρωπαϊκής ιδέας κι όχι των απαράδεκτων καθυστερήσεων της κυβέρνησης Μέρκελ, που έθεσε σε κίνδυνο, εκτός από την Ελλάδα, και ολόκληρη την Ευρώπη.

Το μόνο κόμμα που καταψήφισε το νομοσχέδιο ήταν η Αριστερά, και αυτή με την επισήμανση ότι στηρίζει απόλυτα κάθε κίνηση αλληλεγγύης προς την Ελλάδα, αλλά όχι υπό τους σκληρούς όρους που επιβάλλει το πακέτο διάσωσης.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι