Κόκκινες ιδέες χωρίς ιστορία: ο Αλαίν Μπαντιού και η «κομμουνιστική υπόθεση»

Στέφανος Δημητρίου, Γιάννης Παπαθεοδώρου, Κυριακάτικη Αυγή, 16/05/2010

Αν και τα «κόκκινα χρόνια» πέρασαν, ο Αλαίν Μπαντιού, στο πολύ γνωστό βιβλίο του Η κομμουνιστική υπόθεση, επιχειρεί να καταδείξει τους λόγους για τους οποίους η ιδέα του κομμουνισμού παραμένει επίκαιρη αλλά και αλώβητη, χωρίς σημάδια από την ιστορική περιπέτεια του 20ού αιώνα. Η προφητική πρότασή του για την επερχόμενη «έλευση» του κομμουνισμού βρήκε ήδη πρόσφορο έδαφος: από τα διεθνή συνέδρια πολιτικής φιλοσοφίας μέχρι το πρόσφατο συνέδριο της Nεολαίας του ΣΥΝ (ομιλία Αλέξη Τσίπρα), ο Μπαντιού έκοψε ένα «εισιτήριο διαρκείας» μέσα στη σύγχρονη αριστερή σκέψη, χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο των νοητικών εργαλείων και του θεωρητικού προγράμματος εντός του οποίου αναπτύσσεται το κεντρικό επιχείρημά του.

Διασώζοντας τον κομμουνισμό

Θα πρέπει εξαρχής να διευκρινισθεί --προκειμένου να είναι σαφείς οι θέσεις που θα αναπτυχθούν στη συνέχεια-- ότι δεν υπάρχει κάτι μεμπτό στο να προσπαθεί κάποιος να διασώσει τα χαρακτηριστικά μιας ιδέας, επειδή πιστεύει ότι αυτή έχει υποστεί ιστορικές στρεβλώσεις και παραφθορές, οπότε θα πρέπει να την αποκαταστήσει στην αρχική αυθεντική μορφή και σημασία της. Δεν υπάρχει κάτι μεμπτό σε αυτό το διασωστικό εγχείρημα, διότι είναι απολύτως θεμιτό να αποπειραθεί κάποιος να αποκαταστήσει το κύρος, την επικαιρότητα και την αξία μιας ιδέας, αφού βεβαίως την εξετάσει στο πλαίσιο και των ιστορικών συμφραζομένων, με βάση τα οποία αυτή έχει περιγραφεί και εντός των οποίων μας έχει γίνει γνωστή.

Πρόκειται για την καθοριστική προϋπόθεση η οποία μπορεί διασφαλίσει την εγκυρότητα τέτοιων ερμηνευτικών εγχειρημάτων, όταν μάλιστα αυτά δεν ερμηνεύουν απλώς μια ιδέα ή μια δέσμη ιδεών, αλλά, όπως συμβαίνει με το εγχείρημα του Αλαίν Μπαντιού, αναδιατυπώνουν αυτές τις ιδέες, και συγκεκριμένα την ιδέα τού κομμουνισμού, που πρωταγωνίστησε στην ιστορική σκηνή του 20ού αιώνα. Η αναφορά στην ερμηνευτική διάσταση του εγχειρήματος που ανέλαβε ο Αλαίν Μπαντιού στο εν λόγω βιβλίο --το οποίο έγινε, στο μεταξύ, περίπου μανιφέστο για μεγάλο μέρος της ελληνικής Αριστεράς-- δικαιολογείται από το γεγονός ότι η περιγραφή μιας ιδέας και η συνακόλουθη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που εξετάζουμε, προσπάθεια υπεράσπισής της, προϋποθέτει ορισμένη ερμηνεία και αποτίμηση αυτής της ιδέας, των σημασιών της αλλά και των ιστορικών της εκφράσεων.

Δεν είναι στις προθέσεις αυτού του άρθρου να εξετάσει το συνολικό έργο του Μπαντιού∙ στόχος είναι να συζητηθεί η άκριτη υποδοχή αυτού του «νεο-κομμουνιστικού ριζοσπαστισμού» στα διανοητικά περιβάλλοντα της Αριστεράς, (ιδίως της ελληνικής) αναδεικνύοντας, παράλληλα, την απόκλισή της πρότασης του Μπαντιού από εκείνα τα ρεύματα του δυτικού μαρξισμού που κατοχύρωναν έως τώρα τη στρατηγική του «δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό». Η επιλογή τής οπτικής γωνίας, επομένως, ορίζει και τον τρόπο προσέγγισης του προβλήματος. Η «υπόθεση του κομμουνισμού» ελέγχεται εδώ όχι μόνο για την ερμηνευτική της ανεπάρκεια, αλλά και για τα εμπόδια που υψώνει στην ίδια τη στρατηγική πορεία της Δημοκρατικής Αριστεράς. Κοινός παρονομαστής και στα δύο επιμέρους προβλήματα, που θέτει το έργο του Μπαντιού, παραμένει η κριτική στην ιδεαλιστική «έξοδο» από την ιστορία και την ιστορικότητα ή, με άλλα λόγια, η κατάργηση της βασικής επιστημολογικής προϋπόθεσης πάνω στην οποία ο μαρξισμός επιχειρεί να ερμηνεύσει και να αλλάξει την πραγματικότητα.

Ιδέες χωρίς ιστορία;

Με αυτή την εισαγωγική παρατήρηση πλησιάζουμε τον πυρήνα του επιχειρήματος το οποίο συνέχει τις θέσεις του Μπαντιού σχετικά με την ιδέα του κομμουνισμού, που πρέπει να κατανοείται ανεξάρτητα από την ιστορική της έκφραση. Αυτό που χρειάζεται, κατά Μπαντιού, είναι να καταλάβουμε απλώς την «αλήθεια» της. Θα χρειαστούμε λοιπόν δύο βασικούς σημασιολογικούς προσδιορισμούς που θα αποσαφηνίσουν τη σημασία της αλήθειας και της ιστορίας, σύμφωνα με τον Μπαντιού ή, καλύτερα, θα διαφωτίσουν τις απαντήσεις του Μπαντιού στα ερωτήματα «Τι σημαίνει αλήθεια;», «Τι σημαίνει ιστορία;». Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα, η έννοια της αλήθειας συνδέεται αρραγώς με την έννοια του «συμβάντος». Το τελευταίο είναι, τρόπον τινά, το σημείο (προ)έλευσης της αλήθειας, η μήτρα που τη γεννά. Η αλήθεια, κατά τον Μπαντιού, προκύπτει μέσα από τις διαδικασίες που την παράγουν. Προκύπτει μέσα από τις συνέπειες τις οποίες επιφέρει η «έλευση του συμβάντος».

Εκκρεμεί ένα ερώτημα: αυτό το τελευταίο, το συμβάν, τι ακριβώς είναι και γιατί ο Μπαντιού θεωρεί ότι είναι ιδρυτική συνθήκη της αλήθειας; Το συμβάν είναι ρήξη η οποία επέρχεται σε μια κανονικότητα, με αποτέλεσμα να την διασπά. Ο Μπαντιού το ορίζει ως εξής: «ονομάζω “συμβάν” μια ρήξη στην κανονική διάταξη των σωμάτων και των γλωσσών, έτσι όπως αυτή υπάρχει για μια ιδιαίτερη κατάσταση ή όπως αυτή εμφανίζεται σε έναν ιδιαίτερο κόσμο» (σ. 235). Η έννοια του συμβάντος συνδέεται με την έννοια του κράτους: «Αποκαλώ “κράτος”, ή “κρατούσα δομή της κατάστασης”, το σύστημα καταναγκασμών που περιορίζουν τη δυνατότητα των δυνατοτήτων» (σ. 236). Το συμβάν συνδέεται με το κράτος, όπως ορίστηκε ή, ακριβέστερα, όπως το «αποκαλεί» ο Μπαντιού, διότι είναι --ο Μπαντιού αρκεί να πει «ονομάζω “συμβάν”»-- «η δημιουργία νέων δυνατοτήτων» (σ.236). Η αλήθεια έχει λοιπόν «συμβαντική καταγωγή». Ο Μπαντιού την ορίζει (αποκαλεί) ως εξής: «Αποκαλώ “διαδικασία αλήθειας”, ή “αλήθεια”, τη διαρκή οργάνωση, σε μια κατάσταση (σε έναν κόσμο) των συνεπειών ενός συμβάντος» (σ. 236). Η αλήθεια, με τον ανωτέρω σημασιολογικό προσδιορισμό ή, ακριβέστερα, με την ανωτέρω ονοματοδοσία, σχετίζεται με τα γεγονότα; Σχετίζεται με αυτά, αλλά υπό την ακόλουθη περιοριστική συνθήκη: «Αποκαλώ “γεγονότα” τις συνέπειες της ύπαρξης του κράτους» (σ. 237).

Τα γεγονότα βεβαίως συνδέονται με την ιστορία, η οποία τι ακριβώς σημαίνει; Ο Μπαντιού απαντά ως εξής: «Πρέπει μάλλον να πούμε ότι η ιστορία είναι η ιστορία του κράτους» (σ. 238). Αυτό είναι το εννοιολογικό πλαίσιο -- συντεταγμένο ως πλαίσιο ονοματοδοσίας, δηλαδή ονοματικού καθορισμού εννοιών, χωρίς επιχείρημα που να δικαιολογεί την εγκυρότητα, άρα να προφυλάσσει από την εννοιολογική αυθαιρεσία και τον ιεροκηρυγματικό χαρακτήρα που έχει κάθε δογματική κατήχηση εκδηλούμενη με τα «ονομάζω» και «αποκαλώ»-- εντός του οποίου ο Μπαντιού χαλκεύει τα σημασιολογικά χαρακτηριστικά του όρου «Ιδέα». Η τελευταία είναι το αποτέλεσμα της σύνθεσης τριών στοιχείων: α) διαδικασίας αλήθειας, β) ένταξης στην ιστορία και γ) υποκειμενοποίησης. Ο συγκεκριμένος όρος, ο όρος «Ιδέα» είναι ένα περιέχον, μια μορφή, και καθετί που είναι περιέχον διαθέτει ένα περιεχόμενο: το περιεχόμενο του όρου «Ιδέα», το οποίο συνέταξε ο Μπαντιού εντός του πλαισίου που αναλύθηκε παραπάνω, είναι ο κομμουνισμός. Ιδού, λοιπόν, η «Ιδέα του κομμουνισμού».

Μένει όμως ένα ερώτημα: Γιατί να αποδεχθούμε μια τέτοια ιδέα, χωρίς ιστορία;1 Και αν ακόμη δεχθούμε ως υπόθεση εργασίας τις περιοριστικές συνθήκες που έθεσε ο Μπαντιού, για να μας πει τι είναι η «Ιδέα του κομμουνισμού», και αν ακόμη καταχρηστικώς συμφωνήσουμε με τις δογματικές και αυθαίρετες προϋποθέσεις της, ποιες συνέπειες θα προκύψουν; Τι θα έχουμε επί της ουσίας αποδεχθεί; Αν η «Ιδέα του κομμουνισμού» είναι μια ιδέα με μυθοπλαστική δομή, μια δυνητική α-ιστορική διαδικασία «αλήθειας» σε μόνιμη απόσταση από την ιστορία (αφού όλη «η ιστορία είναι η ιστορία του κράτους»), τότε πώς μπορούμε να μπορούμε να σκεφτούμε ιστορικά τον κομμουνισμό, χωρίς παράλληλα να επιστρέφουμε στο «μαρασμό του κράτους», ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ιστορική εμπλοκή των πολιτικών υποκειμένων στο εγχείρημα μιας μελλοντικής νεκρανάστασης του κομμουνισμού; Στο σημείο αυτό, ο Μπαντιού έχει ήδη προετοιμάσει το θεωρητικό έδαφος για μια «άνευ ορίων, άνευ όρων» επιστροφή στον παλιό καλό δογματισμό.

Αριστερά χωρίς δημοκρατία;

Ο Μπαντιού, έχοντας συγκροτήσει την «Ιδέα του κομμουνισμού», έτσι όπως αναλύθηκε στα προηγούμενα, διερευνά, στη συνέχεια, τις ιστορικές της πραγματώσεις, δηλαδή τα συμβάντα που επέφεραν ρήξεις στην κανονικότητα της ιστορίας, δηλαδή της ιστορίας του κράτους. Σε αυτό το πλαίσιο, αποδύεται στο έργο της δικαιολόγησης της μαοϊκής Πολιτιστικής Επανάστασης, φθάνοντας, μάλιστα, στο σημείο να δικαιολογεί ακόμη και την προσωπολατρία προς τον Μάο.2 Στο μέρος του βιβλίου που τιτλοφορείται «Η τελευταία επανάσταση;» (σ.102-163), ο Μπαντιού διατρανώνει την πεποίθησή του ότι η πολιτιστική επανάσταση του Μάο υπήρξε η ιστορική πραγμάτωση της «Ιδέας του κομμουνισμού», διότι στράφηκε εναντίον της κομματικής γραφειοκρατίας.

Αυτό, λοιπόν, είναι το βασικό κριτήριο για την αξιολογική αποτίμηση του σταλινομαοϊσμού και των ιστορικών του πραγματώσεων, τις οποίες βεβαίως αναγνωρίζουν και οι διαφορετικές αποχρώσεις --νεοφιλελεύθερες και μη-- τής εκ δεξιών ορμώμενης κριτικής, όταν διατείνονται ότι το πρόταγμα της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης αναποδράστως καταλήγει στα γκουλάγκ ή στα μαοϊκά στρατόπεδα. Ο Μπαντιού στηρίζει ακριβώς αυτό το «αναποδράστως», την αναπόφευκτη κατάληξη, αλλά και πραγμάτωση, και παρέχει το φαινομενικώς απροσμάχητο εχέγγυο αξιοπιστίας που εναγωνίως επιζητούσε η δεξιά κριτική, προκειμένου να αμφισβητήσει τη συμφυή σχέση Αριστεράς και δημοκρατίας, δημοκρατίας και σοσιαλισμού, δηλαδή του δημοκρατικού σοσιαλισμού.

Τώρα μάλλον πλησιάζουμε στην απάντηση του ερωτήματος που προέκυψε από την υπόθεση εργασίας που θέσαμε ως προς το τι θα συνεπαγόταν η αποδοχή τής μαοϊκής «Ιδέας του κομμουνισμού», που προβάλλει ο Μπαντιού: Τι θα καλούμασταν να αποδεχθούμε, σε αυτήν την περίπτωση; Θα έπρεπε να αποδεχθούμε ένα παράδοξο, το οποίο θα πρέπει να παρακολουθήσουμε, έτσι όπως το διατυπώνει ο Μπαντιού: «Ένα σημαντικό σημείο επίσης είναι να υποστηρίξουμε ότι μια τέτοια ρήξη είναι πάντοτε ρήξη με την Αριστερά, με την τυπική έννοια που έδωσα σε αυτόν το όρο. Κάτι που σημαίνει, επίσης, σήμερα, ρήξη με την αντιπροσωπευτική μορφή της πολιτικής, ή, αν θέλετε να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση στην επιχειρηματολογημένη μας πρόκληση: ρήξη με τη “δημοκρατία”» (σ.219).3

Ο Μπαντιού αναφέρεται στις δημοκρατικές αυταπάτες περί κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης που βάρυναν την Παρισινή Κομμούνα, οι οποίες, κατά τη γνώμη του, είχαν καταστροφικές συνέπειες. Αυτή είναι, άλλωστε, η άποψη που θα τον οδηγήσει και στην τελική πρότασή του για μια επαναστατική πολιτική «χωρίς κόμμα»: μια κατακερματισμένη πολυεστιακή δράση υποκειμένων, που συνδέεται με την οριστική απόσυρση της Αριστεράς από τους θεσμούς, τον κοινοβουλευτικό βίο, την ίδια τη δημοκρατία. Στην «κομμουνιστική υπόθεση», ο Μπαντιού προχωρά ένα βήμα παραπέρα από την έως τώρα γνώριμη κριτική του απέναντι στις μεταπολιτικές όψεις της σύγχρονης δυτικής δημοκρατίας: ενοχοποιεί την ίδια την παρουσία της Αριστεράς στο δημοκρατικό «αγωνιστικό» πλαίσιο της διαπάλης των ιδεών και των κοινωνικών διεκδικήσεων για τον μετασχηματισμό των θεσμών σε προοδευτική κατεύθυνση. Η «έξοδος» από την ιστορία ολοκληρώνεται με την ταυτόχρονη «έξοδο» από τη δημοκρατία. Ο Μπαντιού τοποθετεί την Αριστερά σε μια σχέση απόλυτης «εξωτερικότητας» από την εγκόσμια συνθήκη της κοινωνικής πραγματικότητας: η Αριστερά, γιʼ αυτόν, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά το νοσταλγικό πεπρωμένο μιας ολοκληρωτικής «αλήθειας».

Τα διόδια μιας «έλευσης» χωρίς προορισμό

Το τελικό ερώτημα που εγείρεται από τη σκοπιά της σύγχρονης δημοκρατικής αριστεράς είναι εύλογο: Πόσο κοστίζουν τα διόδια για την «έλευση» αυτής της μονολογικής κομμουνιστικής «αλήθειας»; Και γιατί, άραγε, θα πρέπει να αποδεχτούμε άκριτα ετούτη τη θεωρητική παλινδρόμηση, προκειμένου να χαιρετίσουμε μια μυθοπλαστική επινόηση που καταλήγει να είναι μια παράδοξη επιστροφή στο δογματισμό; Από τη σκοπιά του «δημοκρατικού σοσιαλισμού», η «κομμουνιστική υπόθεση» του Μπαντιού μάς αφήνει παγερά αδιάφορους. Δεν μας αφήνει όμως καθόλου αδιάφορους η υπόθεση του κομμουνισμού στον σύντομο 20ό αιώνα: η ιστορία του, η θεωρητική του ανανέωση από τα ρεύματα του δυτικού μαρξισμού, η ανάδειξη της Αριστεράς ως πρωταγωνιστή των δημοκρατικών κοινωνικών αγώνων. Η Αριστερά είναι εκ της εννοίας της δημοκρατική. Μπορούμε, δηλαδή, να διατυπώσουμε την κρίση ότι « η Αριστερά είναι δημοκρατική» και το κατηγόρημα να μην προσθέτει κάτι που δεν περιέχεται ήδη στο υποκείμενο «Αριστερά», διότι το νόημα του κατηγορήματος υπάρχει ακέραιο στο εν λόγω υποκείμενο. Μπορούμε όμως και να μην πούμε τίποτε τέτοιο και απλώς να ξανασκεφθούμε τη μήτρα που μας γέννησε: το ΕΑΜ, την ΕΔΑ, το εγχείρημα της κομμουνιστικής ανανέωσης.

Η αριστερή πολιτική σκέψη σήμερα δεν έχει ανάγκη από προφητείες. Έχει ανάγκη από νέες επεξεργασίες που θα ανοίγουν δρόμους για μια προοδευτική διακυβέρνηση της κοινωνίας, μακριά από τις φαντασιώσεις για τον «μαρασμό του κράτους» και την «κατάληψη της εξουσίας χωρίς επιστροφή». Σε αυτό τον μακρύ δρόμο, με όλες τις αστάθμητες εντάσεις της δημοκρατικής συνθήκης (συγκρούσεις, ρήξεις, συμμαχίες, θεσμικές παρεμβάσεις), το αίτημα των μεταρρυθμίσεων παραμένει η σταθερή αναφορά για την ύπαρξη της σύγχρονης Αριστεράς, την πολιτική οργάνωση της ηγεμονίας της και την οικοδόμηση μιας νέας σχέσης εμπιστοσύνης με τα κοινωνικά υποκείμενα που στήριξαν και στηρίζουν το ανανεωτικό πρόταγμα του «δημοκρατικού σοσιαλισμού». Σε αυτό τον μακρύ δρόμο, τα διόδια για την «έλευση» της κομμουνιστικής «αλήθειας» του Μπαντιού είναι πολύ ακριβά, ιδίως αν σκεφτεί κανείς πως η δική μας Αριστερά ούτε μπορεί ούτε και θέλει να τα πληρώσει.

Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει πολιτική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου διδάσκει νεοελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Λονδίνο, Πρωτομαγιά 1928

[1] Ιδού και μια πρόκληση για τους μελετητές του Χέγκελ: «Ο Slavoj Zizek είναι πιθανόν ο μόνος στοχαστής σήμερα που μπορεί ταυτόχρονα να επιμένει στην πολλαπλή συνεισφορά του Λακάν και να υποστηρίζει με επιμονή και ενεργητικότητα την επιστροφή της Ιδέας του κομμουνισμού. Είναι γιατί ο πραγματικός του δάσκαλος είναι ο Χέγκελ, του οποίου προσφέρει μια εξολοκλήρου νέα ερμηνεία, γιατί παύει να την υπαγάγει στο μοτίβο της Ολότητας. Ας πούμε πως υπάρχουν δύο τρόποι για να σώσουμε σήμερα την Ιδέα του κομμουνισμού στη φιλοσοφία: να απαρνηθούμε τον Χέγκελ, επώδυνα εξάλλου, και με τίμημα επανειλημμένους ελέγχους των κειμένων του (πράγμα που κάνω εγώ), ή να προτείνουμε έναν διαφορετικό Χέγκελ, ένα άγνωστο Χέγκελ, και αυτό κάνει ο Ζizek με αφετηρία τον Λακάν (ο οποίος υπήρξε, θα μας πει ο Zizek, ρητά στην αρχή, κρυφά στη συνέχεια, ένας θαυμάσιος χεγκελιανός)»: Alain Badiou, Η κομμουνιστική υπόθεση, μτφ. Ν Ηλιάδης, Α.Π., Φ. Σιατίτσας, Π. Σωτήρης, Μ. Τσίχλη, επιμ. Δημήτρις Βεργέτης, Πατάκης, Αθήνα 2009, σ. 231, σημ. 5.

[2] Παράθεμα χωρίς σχολιασμό: «Αν η πολιτική είναι, όπως εγώ νομίζω, ακριβώς όπως είναι ίσως πράγματι και η ποίηση, μια διαδικασία αλήθειας, τότε δεν είναι ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο άτοπο να αγιοποιούνται οι πολιτικοί δημιουργοί από το να αγιοποιούνται οι καλλιτεχνικοί δημιουργοί»: Α. Βαdiou, ό.π., σ. 149-150. Για την κριτική αποτίμηση του συνολικού έργου του Μπαντιού, βλ. Φώτης Τερζάκης, «Υπάρχει φιλόσοφος Αλαίν Μπαντιού;», Ελευθεροτυπία, 1.4.2010.

[3] Επειδή η μελέτη των θεωρητικών του αντικοινοβουλευτισμού είναι πράγματι γόνιμη, αξίζει να μελετήσει κανείς έναν θεωρητικό που ταυτίστηκε με τον εθνικοσοσιαλιστικό αντικοινοβουλευτισμό, τον κατεξοχήν θεωρητικό του αντικοινοβουλευτισμού, η μελέτη των έργων του οποίου συνιστά άσκηση στην ευμέθοδη επιχειρηματολογία και ο οποίος δεν χρειάζεται τα «ονομάζω» και «αποκαλώ»: τον Καρλ Σμιτ. Δεν γίνεται κανείς ναζί διαβάζοντάς τον και, επιπλέον, μαθαίνει τι πράγματι είναι ο αντιφιλελευθερισμός και η άρνηση του κοινοβουλευτισμού και της δημοκρατίας. Από την άλλη, για όποιον πιστεύει στη διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς και στην εναρμόνισης ελευθερίας και ισότητας, σοσιαλισμού και δημοκρατίας, είναι πάντοτε σηματωρός η επίκαιρη αναλυτική πολιτική φιλοσοφία του Νορμπέρτο Μπόμπιο και το αξιακό της περιεχόμενο. Άλλωστε, κατά τον Μπόμπιο, η διαφορά Αριστεράς και Δεξιάς είναι πρωτίστως αξιακή.

Θέμα επικαιρότητας:
Ευρωπαϊκή Αριστερά

Σύνολο: 151 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι