Το άγονον των κινητοποιήσεων των βαμβακοπαραγωγών

Βασίλης Ζουναλής, Αυγή, 16/01/2005

Η καλλιέργεια του βαμβακιού στην αρχαία Ελλάδα αναφέρεται (για πρώτη φορά;) από τον Παυσανία με την παρατήρηση ότι "η Ηλεία είναι αξιοθαύμαστη" μεταξύ άλλων και "για τη βύσσο (βαμβάκι) που αναπτύσσεται μόνον εδώ και σε κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας" (2ος μ.Χ. αιώνας).
Στη σημερινή Ελλάδα, πάντως, αλλού χτυπάει η καρδιά του βαμβακιού: Θεσσαλία και Μακεδονία. Σημαντική, δε, διαφορά με το τότε είναι το ότι κανένας σύγχρονος Παυσανίας δεν θα αποτολμούσε να χαρακτηρίσει αυτές τις περιοχές ως "αξιοθαύμαστες" για το βαμβάκι τους. Τουναντίον, θα περιέγραφε ως αξιοκατάκριτη την κατάστασή τους ελέω βαμβακιού. Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσει κανείς την ομηρία των χωραφιών τους (και την ομηρία μας) από το βαμβάκι (επιστημονικώς γοσσύπιον) που παράγεται εκεί; Κάθε χρόνο τέτοια εποχή φουντώνει ο καυγάς κι ο αναβρασμός για την επιδότηση του βαμβακιού. Ίσως, μάλιστα, ο χαρακτηρισμός "αξιοκατάκριτη κατάσταση" να είναι ηπιότερος του δέοντος (ο Αντώνης Καρκαγιάννης γράφει για "φαρσοκωμωδία ή ιλαροτραγωδία"~ βλ. "Η επιδότηση που καταστρέφει το προϊόν και διαφθείρει τους παραγωγούς", Η Καθημερινή, 9 Ιανουαρίου 2005).
Θα επαναλάβω ορισμένα από τα ήδη γνωστά στοιχεία. Το σύνολο της επιδότησης που χορηγεί η Ε.Ε. είναι 690 εκατ. ευρώ για την προσυμφωνηθείσα επιδοτήσιμη παραγωγή (1.060.000 τόνοι περίπου). Η κυβέρνηση θα μοιράσει στους βαμβακοπαραγωγούς το σύνολο αυτής της επιδότησης (αν και όφειλε να αξιοποιήσει ένα μέρος του για να αναβαθμίσει την ποιότητά του περιορίζοντας την καλλιέργειά του στα πιο κατάλληλα και πιο αποδοτικά χωράφια), όπως έκαναν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, εν ονόματι του "πολιτικού κόστους". Αυτό σημαίνει ότι οι βαμβακοπαραγωγοί θα εισπράξουν 651 ευρώ ανά τόνο επιδοτήσιμου βαμβακιού.
Η τιμή του βαμβακιού στην ελεύθερη αγορά είναι κατά πολύ χαμηλότερη, γύρω στα 250 ευρώ ανά τόνο, οι φετινές επιδοτήσεις της Ε.Ε. είναι κατά 70 εκατ. ευρώ υψηλότερες των επιδοτήσεων του 2003. Τι περισσότερο θέλουν οι βαμβακοπαραγωγοί; Γιατί φωνάζουν και απειλούν με δυναμικές κινητοποιήσεις;
Φωνάζουν διότι, όπως ισχυρίζονται οι συνδικαλιστές τους, παρ’ όλα αυτά, δεν βγαίνουν (όπως λέει και ο δικός μας Νίκος Παπαδόπουλος, από το Ομορφωχώρι Λάρισας: "δέκα χιλιάδες δραχμές ανά στρέμμα; Τι να κερδίσω από εκατό στρέμματα, ένα εκατομμύριο;).
Απαιτούν, λοιπόν, περισσότερα και μεταξύ άλλων "όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά" (σύνθημα, κυρίως, των βαμβακοπαραγωγών της Θεσσαλίας). Να επιδοτηθούν, δηλαδή, και οι ποσότητες που παρήχθησαν επιπλέον των προσυμφωνηθέντων με το ίδιο ποσό (651 ευρώ ανά τόνο). Παρατήρηση: αν οι ποσότητες που παραδίδονται είναι πραγματικές ή εικονικές, νόμιμες ή παράνομες, με εύλογη ή υπέρμετρη υγρασία, παραμένει ζήτημα σκοτεινό και εκκρεμές, όπως ομολογούν και οι ίδιοι οι βαμβακοπαραγωγοί:οι μεταξύ τους καυγάδες και τα αλληλοκαρφώματα είναι κοινός τόπος.
Η ικανοποίηση του αιτήματος "όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά" για ακόμη 50.000 τόνους βαμβάκι (αυτό συζητείται) σημαίνει πρόσθετη "παράνομη" επιδότηση 32,5 εκατ. ευρώ. Αυτή η επιπλέον επιδότηση θα επιβαρύνει όλους μας (ό,τι κατέβαλε η Ε.Ε. είναι αδύνατον να αυξηθεί). Αξίζει τον κόπο να τσιγκουνευτούμε αυτό το ποσό; Ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο για κάποια από τις τόσες επιμέρους ανάγκες του τόπου, πλην ψίχουλα σε σχέση π.χ. με τις δαπάνες, εν πολλοίς άχρηστες, των Ολυμπιακών Αγώνων. Αξίζει να κακοκαρδίσουμε τόσο τους βαμβακοπαραγωγούς (και τους αγροτοσυνδικαλιστές τους) ώστε να κατεβάσουν για άλλη μια φορά τα τρακτέρ στους δρόμους; Τι ψυχή έχουν 3 ευρώ κατά κεφαλήν; (Τόσο θα κοστίσει στον καθένα μας αυτή η χειρονομία).
Ισχυρίζομαι πως αξίζει να τους κακοκαρδίσουμε. Εκτός και πέραν των ενστάσεων για τον "παράνομο και εκβιαστικό" χαρακτήρα του αιτήματος, για το χάρισμα χρημάτων από τη μια πλευρά και περικοπές από την άλλη (π.χ. Δημόσια Παιδεία), υπάρχουν και οι ακόλουθες, μεταξύ άλλων.
Υπάρχει η, εδώ και τώρα, ένσταση των βαμβακοπαραγωγών της Μακεδονίας, οι οποίοι θίγονται και έχουν, γενικώς, παράπονα για τους συναδέλφους τους της Θεσσαλίας. (Βλ. τις ανακοινώσεις τους στον Τύπο, μεταξύ άλλων, για το θέμα της συνυπευθυνότητας, για τον διαχωρισμό που έκανε ο αρμόδιος υπουργός μεταξύ Θεσσαλών και Μακεδόνων -- "όταν εμείς ζητούσαμε συνάντηση την Τρίτη 11.1.05, μας έλεγε από εβδομάδα, τους Θεσσαλούς όμως τους δέχεται την Πέμπτη, 13.1.05" --, καθώς και την επωδό τους: "ας δεχθεί να πάρει τα παραπάνω κιλά τους και θα δεις τι θα γίνει, χαμός").
Διαπιστώνεται και ανάμεσα στους βαμβακοπαραγωγούς μια διάσταση, ένας κατακερματισμός (ειδικές περιπτώσεις του κατακερματισμού της κοινωνίας μας σε οργανωμένες μειοψηφίες και ό,τι αυτό συνεπάγεται για όλους μας συμπεριλαμβανομένων και αυτών των μειοψηφιών, εξαιρέσει εκείνων που "αξιοποιούν" με περισσή ιδιοτέλεια την εκάστοτε αντιπαλότητα των μεν εναντίον των δε). Αυτός ο κατακερματισμός περιπλέκει τα πράγματα και οδηγεί σε φαύλο κύκλο πολλαπλασιασμού δικαίων και αδίκων αιτημάτων. Επιπλέον, ο κατακερματισμός ενισχύεται και από τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες των κομμάτων, τις μόνες που ευδοκιμούν πια, μια και οι πολιτικές μεγάλης πνοής απουσιάζουν. Όλα τα αιτήματα δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν, άλλωστε είναι εν πολλοίς αλληλοσυγκρουόμενα και μένει τελικά μια βαβούρα.
Αντιγράφω, σχετικά, από την Ελευθεροτυπία (13 Ιανουαρίου 2005) τη δήλωση ενός αγρότη από τον Παλαμά Καρδίτσας: "Είμαστε σκόρπιοι, τα δικά του το ΚΚΕ, άλλα η ΝΔ, αμέτοχο το ΠΑΣΟΚ. Έτσι δεν γίνεται δουλειά. Αν το αγροτικό κίνημα δεν απεξαρτηθεί από κομματικές σκοπιμότητες, τότε δυστυχώς οι αγρότες θα αγωνίζονται επί ματαίω για την επιβίωσή τους" (η υπογράμμιση δική μου).
Ας σταθούμε, για λίγο, στο "επί ματαίω". Είναι εύλογο να λέει και να πράττει τα δικά του το ΚΚΕ, τα δικά της η ΝΔ, τα δικά του το ΠΑΣΟΚ και ο Συνασπισμός (το ότι ο αγρότης μας τον παράλειψε δεν συνέβη "εκ παραδρομής", αλλά γιατί δεν παίζει σημαντικό ρόλο στο Αγροτικό ζήτημα). Είναι, μάλιστα, επιθυμητό μέσα από τις αντιπαραθέσεις των κομμάτων, να βοηθηθούμε για το όποιο δέον γενέσθαι προκρίνουμε. Είναι, όμως, απαράδεκτο το γεγονός των ξεχωριστών κινητοποιήσεων του χθες και των αυριανών που προετοιμάζει, παραδείγματος χάριν, η νεοδημοκρατική ηγεσία της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Λαρίσης για τις 20 Ιανουαρίου και το ΚΚΕ διά των αγροτοσυνδικαλιστών του στις 31 Ιανουαρίου. Οι Ενώσεις Γεωργικών Συνεταιρισμών συγκεντρώνουν, από το καταστατικό τους, όλους τους αγρότες ανεξαρτήτως πολιτικών τοποθετήσεων. Αυτά τα φαινόμενα ροκανίζουν ό,τι απέμεινε από το αγροτικό κίνημα με συνέπεια το μάταιον --εν πολλοίς-- του αγώνα των αγροτών.
Πού, ακριβώς, εντοπίζεται το μάταιον του αγώνα των βαμβακοπαραγωγών; Ο σκληρός πυρήνας του εντοπίζεται στον συντηρητισμό τους (αναφέρομαι στον συντηρητισμό των πραγματικών βαμβακοπαραγωγών και όχι τους κατεργάρηδες και στους αυτόκλητους προστάτες τους που εκμεταλλεύονται τον συντηρητισμό των πολλών). Λόγω του συντηρητισμού τους --ο οποίος είναι, εν πολλοίς, δικαιολογημένος μια και έχουν αφεθεί στην τύχη τους-- οι πραγματικοί βαμβακοπαραγωγοί μάχονται κοντόφθαλμα: διεκδικούν μεγαλύτερη κρατική οικονομική βοήθεια, μεγαλύτερες ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, ευνοϊκότερο κανονισμό της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής για το βαμβάκι και περιφρουρούν ως κόρη οφθαλμού το "δικαίωμα" να "φυτέψουν βαμβάκι και του χρόνου όπως και πέρυσι".
Αυτό, περίπου, τόνισε κι ο Γιάννης Τόλιος, υπεύθυνος αγροτικής πολιτικής του Συνασπισμού στη Θεσσαλονίκη (12.1/05): "τι να παράγουν αν αλλάξουν την καλλιέργεια οι βαμβακοπαραγωγοί, σιτοπαραγωγοί, αμπελουργοί, καπνοπαραγωγοί, κτηνοτρόφοι κ.ο.κ., αφού σχεδόν όλοι αντιμετωπίζουν παρόμοια αδιέξοδα;".
Πρόκειται, λοιπόν, για αδιέξοδο; Οι αλλαγές στην ελληνική γεωργία εξάντλησαν τα περιθώριά τους; Οι τόσες σημαντικές έως επαναστατικές αλλαγές που μεταμόρφωσαν την ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία του Μεσοπολέμου σ’ αυτό που είναι σήμερα και από τη σκοπιά του είδους των καλλιεργειών και από τη σκοπιά του εκμηχανισμού και των νέων τεχνολογιών και από τη σκοπιά της δομής και του πλήθους των απασχολουμένων στην πρωτογενή παραγωγή (εντυπωσιακή συρρίκνωση), εξάντλησαν τα όριά τους στη δεκαετία του 1990; Οι διάφοροι κανονισμοί της ΚΑΠ παγίωσαν την κατάσταση, όπως την ξέρουμε, και δεν μένει παρά να ζητιανεύουν οι αγρότες μας μεγαλύτερες επιδοτήσεις;
Η ιστορία της ελληνικής γεωργίας και κτηνοτροφίας δεν σταματάει εδώ. Κι αν κοντοστέκεται ασθμαίνουσα, αυτό οφείλεται σε υποκειμενικούς, πρωτίστως, λόγους. Αν φαντάζουν αντικειμενικοί είναι επειδή όλοι οι εμπλεκόμενοι "ευνουχίσθηκαν", μεταξύ άλλων, κι από τις επιδοτήσεις (αγρότες, γεωπόνοι, εξειδικευμένοι στα αγροτικά και κυρίως οι κυβερνήτες μας). Αντί να πιάσουν τον ταύρο από τα κέρατα, τα πραγματικά δηλαδή προβλήματα (υπάρχουν πολλά, δύσκολα, κι όχι πάντοτε αντιμετωπίσιμα), τα εξορκίζουν, τα διαχειρίζονται απλώς, χωρίς να χολοσκάνε για το αν ο κύκλος παραμένει φαύλος και τα ίδια προβλήματα επανέρχονται πεισματικά. Επίσης ελπίζουν, αν ελπίζουν, σε κάποια θαύμα,
Σωστά ο Συνασπισμός δια στόματος Γιάννη Τόλιου δήλωσε στη Θεσσαλονίκη (12.1.05) ότι "χρειάζεται ριζική στροφή στην ασκούμενη αγροτική πολιτική" και "επεξεργασία συγκεκριμένου προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης". Παρέλειψε, όμως, να αναφέρει ότι γόνιμη αξιοποίηση των πόρων της ΚΑΠ σημαίνει βαθμιαία βελτίωση των επιδοτουμένων προϊόντων, και εν προκειμένω του βαμβακιού, μείωση του κόστους παραγωγής με ταυτόχρονη βελτίωση της ποιότητάς του που σημαίνει, μεταξύ άλλων, περιορισμό της καλλιέργειάς του στα πιο κατάλληλα και αποδοτικά χωράφια, που σημαίνει παράλληλα αλλαγή καλλιεργειών σε πολλά βαμβακοχώραφα ή και σταδιακή έξοδο πολλών αγροτών από το επάγγελμά τους, αν κάποιες απόπειρες αλλαγής καλλιεργειών αποδειχθούν αλυσιτελείς.
Η συγκεκριμένη αντιμετώπιση των συγκεκριμένων προβλημάτων, με την αξιοποίηση των δυνατοτήτων που κάθε φορά προσφέρονται (δυστυχώς, αυτές οι δυνατότητες δεν σερβίρονται έτοιμες στο πιάτο μας, οφείλουμε να τις ξετρυπώσουμε εμείς οι ίδιοι και πολύ περισσότερο ένα κόμμα που αυτοδηλώνεται κόμμα της Αριστεράς, και μάλιστα της ανανεωτικής Αριστεράς) με στραμμένη την προσοχή μας όχι μόνο σε κάποιες εύκολες λύσεις που προσφέρει η αγορά, αλλά και κυρίως προς τους πραγματικούς παραγωγούς και προς το σύνολο των εργαζομένων: αυτός είναι ο δικός μας μονόδρομος. Κι ας μην τολμήσει κάποιος να μας χρεώσει τον χυδαίο νεοφιλελευθερισμό (ο ιστορικός νεοφιλελευθερισμός της εποχής μας είναι χυδαίος) που αφήνει τα πράγματα στις τυφλές δυνάμεις της αγοράς και στον συντηρητισμό των ανθρώπων. Τουναντίον, αποφεύγοντας τον παραπάνω δικό μας κακοτράχαλο μονόδρομο, με κορώνες του τύπου "απαράδεκτος κανονισμός της ΚΑΠ" ή "οι βαμβακοπαραγωγοί δεν μπορεί να τιμωρούνται γιατί πήγε καλά η σοδειά τους" ρίχνουμε νερό στον μύλο του νεοφιλελευθερισμού --όπως θάλεγαν οι παλαιότεροι-- μια και τον αφήνουμε να αλωνίζει, ελλείψει συγκεκριμένων και εφικτών προτάσεων από τη σκοπιά μας.
Βέβαια, δεν πετάω στα σύννεφα, ούτε πιστεύω πως οι μικρές μας δυνάμεις της ανανεωτικής Αριστεράς θα δώσουν μια κάποια διέξοδο στα αδιέξοδα των βαμβακοπαραγωγών, ούτε θα απαλείψουν το μάταιο των όποιων αγώνων τους στο άμεσο μέλλον. Ας ανοίξουμε, πάντως, τη συζήτηση αφήνοντας κατά μέρος τη μιζέρια μας: αν δεν σπάσουν αυγά, ομελέτα δεν γίνεται.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι