Ο βασικός μέτοχος και οι αφανείς κυβερνητικές επιδιώξεις

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, TA NEA, 10/01/2005

H λογική του νομοσχεδίου είναι τόσο εσφαλμένη, ώστε κάθε συζήτηση επί των λεπτομερειών του να οδηγεί μαθηματικά στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που προσδοκάται.
«Το επίμαχο νομοσχέδιο είναι μια φιλότιμη προσπάθεια, που όμως πάσχει στην κεντρική της ιδέα: ανατρέπει τις ρυθμίσεις εκείνες του νόμου τού ΠΑΣΟΚ για τον βασικό μέτοχο, που ήταν οι μόνες που θα μπορούσαν να "σώσουν" τα ασυμβίβαστα με την παράγραφο 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος, καθώς και με το Κοινοτικό Δίκαιο. Αυτό, αν δεν το γνώριζε ο κ. Θ. Ρουσόπουλος, το γνωρίζουν ασφαλώς πολύ καλά οι νομικοί σύμβουλοί του. Το γνωρίζει ακόμη καλύτερα ο κ. Πρ. Παυλόπουλος, εκ των βασικών συντακτών του νομοσχεδίου»

Αρχίζει αύριο στη Βουλή η επεξεργασία του σχεδίου νόμου για τον βασικό μέτοχο. Από μακρού αναμενόμενο, το νομοσχέδιο αυτό αποβλέπει, σύμφωνα με την κυβέρνηση, στο να θέσει τέρμα στη «διαπλοκή» και να εξασφαλίσει τη διαφάνεια στις συναλλαγές του Δημοσίου. Κάτι που ο ισχύων νόμος του ΠΑΣΟΚ, ο ν. 3021/2002, δεν έκανε διότι, κατά τη Νέα Δημοκρατία, είχε εσκεμμένα κενά και ατέλειες.

Για όποιον επιχειρεί να σχολιάσει τις ρυθμίσεις του, το κυβερνητικό νομοσχέδιο ενέχει την ακόλουθη παγίδα. H ίδια η λογική του είναι τόσο εσφαλμένη, ώστε κάθε συζήτηση επί των λεπτομερειών του να οδηγεί μαθηματικά στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που προσδοκάται: ακόμη και καλόπιστη, η κριτική όχι μόνον δεν βελτιώνει τα πράγματα, αλλά αντίθετα τα επιδεινώνει. Σπρώχνει, με άλλα λόγια, ακόμη πιο βαθιά το πολιτικό σύστημα της χώρας στο αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει σ’ αυτό το θέμα εδώ και μια δεκαετία, αντί να υποδεικνύει τρόπους διεξόδου.

Το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί και τις δύο προηγούμενες φορές που η «διαπλοκή» απασχόλησε τη Βουλή στο παρελθόν. Πρώτα το 1995, όταν το ΠΑΣΟΚ ψήφισε τον «νόμο Βενιζέλου» για τη ραδιοτηλεόραση (δηλαδή τον ν. 2328/1995), καθιερώνοντας κατά παγκόσμια πρωτοτυπία το ασυμβίβαστο εργολάβου και προμηθευτή του Δημοσίου από τη μια, και ιδιοκτήτη μέσου ενημέρωσης από την άλλη. Και κατόπιν, το 2001, όταν (με φωτεινή εξαίρεση τον Στ. Μάνο) τα δύο μεγάλα κόμματα επέτειναν το λάθος τους και θέλησαν, από κοινού και εκ συμφώνου, να κατοχυρώσουν τη διαφάνεια στους διαγωνισμούς του Δημοσίου, ενσωματώνοντας, εν χορδαίς και οργάνοις, τα ίδια ασυμβίβαστα στην εκτρωματική νέα παράγραφο 9 του άρθρου 14 του Συντάγματος.

Υπάρχει, ωστόσο, μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στο τότε και το τώρα: ενόσω τότε οι υπεύθυνοι θα μπορούσαν ενδεχομένως να επικαλεστούν άγνοια μπροστά στην πρωτοτυπία και την περιπλοκότητα των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν, σήμερα δεν θα έπειθαν κανέναν αν έκαναν το ίδιο. Γιατί από την ίδια τους τη φύση - και όχι τάχατες επειδή είχαν «παράθυρα» - οι ρυθμίσεις για τον βασικό μέτοχο αποδείχθηκαν απρόσφορες για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Όχι μόνον διότι παρέβλεπαν την ουσία του προβλήματος της διαφθοράς στον τόπο μας, που δεν είναι άλλο από την ανάγκη διεξαγωγής πραγματικά αδιάβλητων διαγωνισμών, από τα υψηλότερα έως στα χαμηλότερα κλιμάκια του Δημοσίου, από την κεντρική διοίκηση έως και τον πιο απόμακρο δήμο. Όσο γιατί οι ρυθμίσεις αυτές προσκρούουν σε θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου. Κάτι που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φρόντισε να υπενθυμίσει ωμά στην κυβέρνηση με την επιστολή - καταπέλτη που της απηύθυνε στις 17 Δεκεμβρίου.

Έχοντας ζήσει από κοντά και - ώς έναν βαθμό - συμμετάσχει στις ανούσιες συζητήσεις του 1995 και του 2001 για τον βασικό μέτοχο, θα προσπαθήσω αυτή τη φορά να μην παγιδευτώ στην εσφαλμένη λογική των κυβερνώντων και να αναδείξω ορισμένες από τις πιο κραυγαλέες αντινομίες του επίμαχου νομοσχεδίου. Όχι γιατί πιστεύω ότι αυτό μπορεί να βελτιωθεί, αλλά γιατί με τον τρόπο αυτόν ενδέχεται να αποκαλυφθούν κάποιες αφανείς επιδιώξεις της σημερινής κυβέρνησης.


Τι «δείχνουν» τρεις αμφιλεγόμενες ρυθμίσεις του νομοσχεδίου
Γιατί οι κυβερνώντες παρά ταύτα επιμένουν στη λάθος κατεύθυνση; Μήπως, όπως λέγεται, για να κερδίσουν χρόνο; Και, αν ναι, για να κάνουν τι;

Στο τελευταίο αυτό ερώτημα, τουλάχιστον τρεις αμφιλεγόμενες ρυθμίσεις του κυβερνητικού νομοσχεδίου υποδεικνύουν μια πρώτη απάντηση:

Ρύθμιση πρώτη: Το αμάχητο «τεκμήριο διαπλοκής», το κυβερνητικό νομοσχέδιο το περιορίζει έως τους συγγενείς τρίτου βαθμού (άρθρο 2, παρ. 8), ενώ ο ισχύων νόμος το προβλέπει (ως μαχητό) και για τους συγγενείς τετάρτου βαθμού (δηλαδή τα πρώτα ξαδέλφια, βλ. άρθρο 3, παρ. 2, ν. 3021/2002). Μήπως η εξαίρεση αυτή των πρώτων εξαδέλφων συνδέεται με το πέρασμα του ελέγχου δύο τουλάχιστον μεγάλων συγκροτημάτων μέσων ενημέρωσης από τη γενιά των ιδρυτών τους, που ήταν αδέλφια, στα παιδία τους, που είναι βεβαίως μεταξύ τους πρώτα ξαδέλφια;

Ρύθμιση δεύτερη: Το κυβερνητικό νομοσχέδιο θέλησε - και καλώς - να περιορίσει και, ει δυνατόν, να θέσει τέρμα στον συνηθέστερο τρόπο με τον οποίο, σε όλα τα μήκη και πλάτη, οι επιχειρηματίες επιδιώκουν να καταστρατηγήσουν τις ισχύουσες εθνικές ρυθμίσεις που τους είναι δυσάρεστες: τη δράση των λεγόμενων εξωχώριων (offshore) εταιριών. Πρόκειται για εταιρείες ασαφούς συνήθως μετοχικής σύνθεσης, που έχουν την έδρα τους σε ξένη χώρα και δραστηριοποιούνται βάσει της νομοθεσίας της τελευταίας σε τρίτες χώρες, απολαύοντας σημαντικά φορολογικά προνόμια. (Το στοιχείο που περιπλέκει τα πράγματα είναι ότι υπάρχουν και πολλές κοινοτικές εξωχώριες εταιρείες, αφού δύο τουλάχιστον κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Λουξεμβούργο και η Κύπρος, ευνοούσαν έως πρόσφατα την ελεύθερη εγκατάσταση offshore και τη δραστηριοποίησή τους από το έδαφός τους).

Τις εξωχώριες λοιπόν, το κυβερνητικό νομοσχέδιο επιχειρεί να τις αποκλείσει και από τις δημόσιες συμβάσεις και από τις εταιρείες μέσων ενημέρωσης (άρθρο 4, παρ. 4). Δεν διευκρινίζει, ωστόσο, ποιες είναι αυτές. «Οι χώρες στις οποίες λειτουργούν εξωχώριες εταιρείες» ορίζεται επί λέξει, καθορίζονται με απόφαση του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, «με βάση» τον σχετικό κατάλογο των χωρών του ΟΟΣΑ. «Με βάση», επαναλαμβάνω, και όχι «σύμφωνα» με τον ανωτέρω κατάλογο. Με άλλα λόγια, κατά το κυβερνητικό νομοσχέδιο, ελλείψει σταθερού κριτηρίου, το αν μια εταιρεία είναι εξωχώρια ή όχι δεν καθορίζεται εκ των προτέρων, αλλά εξαρτάται από τη θέληση ενός υπουργού. Νομίζω ότι αντιλαμβάνεται κανείς πολύ εύκολα τι μπορεί αυτό να σημαίνει για την εφαρμογή των κρίσιμων απαγορεύσεων.

Ρύθμιση τρίτη: Προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί ποιος βρίσκεται πίσω από τις εμπλεκόμενες εταιρείες (εργοληπτικές κ.λπ., καθώς και μέσων ενημέρωσης) προβλέπεται από παλιά ότι οι μετοχές τους είναι υποχρεωτικά ονομαστικές μέχρι φυσικού προσώπου. Και για μεν τις ελληνικές εταιρείες αυτό μπορεί να επιβληθεί με νόμο. Για τις ξένες, ωστόσο, και ιδίως για τις κοινοτικές, που κανένας δεν μπορεί να τις εμποδίσει να εγκατασταθούν και να αναλάβουν έργα στην Ελλάδα, πώς μπορεί να γίνει αυτό; Επειδή κανένας δεν μπορεί να τις υποχρεώσει να ονομαστικοποιήσουν τις μετοχές τους στη χώρα προέλευσή τους αν η νομοθεσία της τελευταίας δεν το επιβάλλει, είναι φανερό ότι το ζήτημα μπορεί να λυθεί μόνο σε διεθνές ή σε κοινοτικό επίπεδο.

Μπροστά σ’ αυτή τη δυσκολία, η παρ. 2 του άρθρου 8 του νομοσχεδίου «νίπτει τας χείρας» με την ακόλουθη φράση, μνημείο υποκρισίας και φαρισαϊσμού: «Εάν υπάρχει αδυναμία ονομαστικοποίησης των μετοχών κατά το δίκαιο της χώρας στην οποία έχουν την έδρα τους, προσκομίζεται σχετική βεβαίωση από αρμόδια αρχή της χώρας αυτής».

Όμως «αδυναμία» ονομαστικοποίησης των μετοχών μιας ανώνυμης εταιρείας δεν υπάρχει σε καμιά χώρα. Απλώς - και αυτό οι συντάκτες του νομοσχεδίου αποφεύγουν να το ομολογήσουν για ευνόητους λόγους - δεν μπορεί να υποχρεωθεί καμιά ξένη εταιρεία να ονομαστικοποιήσει τις μετοχές της για να μετάσχει σε διαγωνισμό στην Ελλάδα αν δεν της το επιβάλλει το δίκαιο της έδρας της. Την εικόνα - το «παράθυρο» θα έλεγε κάποιος κακεντρεχής - συμπληρώνουν τα ακόλουθα εδάφια της ίδιας παραγράφου του νομοσχεδίου, που ανοίγουν διάπλατο τον δρόμο για καταστρατηγήσεις σε εταιρείες «ημετέρων»: «Στην περίπτωση αυτή [δηλ. της «αδυναμίας» ονομαστικοποίησης] η Αναθέτουσα Αρχή υποχρεούται να ζητήσει από τον υποψήφιο κάθε αναγκαίο στοιχείο από το οποίο θα προκύπτουν τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν τις μετοχές τους.

Σε περίπτωση αρνήσεως ή αδυναμίας του υποψηφίου να προσκομίσει τα στοιχεία αυτά [σημ.: και όχι στην περίπτωση που τα προσκομισθέντα στοιχεία κρίνονται ανεπαρκή!] αποκλείεται από τη συμμετοχή του στη διαδικασία».

Τον ανωτέρω κατάλογο θα μπορούσε κανείς να εμπλουτίσει με αρκετές ακόμη ρυθμίσεις του κυβερνητικού νομοσχεδίου, για τις οποίες ο ψόγος της άστοχης και ασαφούς διατύπωσης θα ήταν μάλλον επιεικής. Μια άλλη σειρά διατάξεων, εξάλλου, είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσουν τόσο πολλά και δυσεπίλυτα προβλήματα σε τρέχουσες επιχειρηματικές δραστηριότητες και καθημερινές συναλλαγές (όπως π.χ. η απλή χρηματοδότηση επιχειρήσεων από το τραπεζικό σύστημα) ώστε πολύ φοβούμαι ότι ο νέος νόμος θα καταγραφεί στην ελληνική οικονομική ιστορία όχι απλώς ως αντιαναπτυξιακός, αλλά ως υπαίτιος μεγάλων δεινών. Αρκεί να διαβάσει κανείς το (ορθό κατά τα λοιπά) σκεπτικό της πρόσφατης παραπεμπτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας για την υπόθεση του καζίνου της Πάρνηθας, (ΣτΕ, Τμ. Δ’, 3243/2004) για να αντιληφθεί ότι, έτσι όπως πάμε, πολύ γρήγορα όλες τις κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας δεν θα τις παίρνουν ούτε οι επιχειρηματίες, ούτε η Βουλή, ούτε η κυβέρνηση, αλλά το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης.

Προς άλλη λοιπόν κατεύθυνση θα έπρεπε να αναζητηθεί η λύση στο πράγματι υπαρκτό πρόβλημα των διαβλητών διαγωνισμών του Δημοσίου και όχι στον βασικό μέτοχο. Όσο γρηγορότερα το αντιληφθούν οι πολιτικοί μας τόσο το καλύτερο για τον τόπο.

Στο ερώτημα, λοιπόν, προς τι όλη αυτή η αναστάτωση, νομίζω ότι η απάντηση είναι απλή: όλα γίνονται για την αναδιανομή της πίτας. Όχι προς όφελος της χώρας, της διαφάνειας και της νέας επιχειρηματικότητας, αλλά χάριν των «ημετέρων».

ΥΓ: Το λιγότερο που θα περίμενε κανείς απ’ όσους, λόγω επιπολαιότητας, προκάλεσαν - ή από πολιτική δειλία δεν απέτρεψαν - την απίθανη αυτή ιστορία από το 1995, θα ήταν, αν όχι να σιωπήσουν, τουλάχιστον να επιδείξουν λίγη σεμνότητα. Και να μη σπεύδουν να κατακεραυνώνουν με απύθμενη αυθάδεια και αλαζονεία ως αντισυνταγματικές, λύσεις διαφορετικές από αυτές που οι ίδιοι είχαν προτείνει. Πολύ περισσότερο όταν τις λύσεις αυτές δεν τις προέβαλε κάποιος αντίπαλος, αλλά το ίδιο το κόμμα τους, και μάλιστα διά του αρχηγού του.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι