Η ΑΝΑΝΕΩΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ξανά στο προσκήνιο

Τάκης Παυλόπουλος, 09/06/2010

Η υπαγωγή της χώρας μας στο μεικτό μηχανισμό ΔΝΤ-ΕΕ συνιστά αλλαγή καθεστώτος ως προς τη συνολική λειτουργία της. Επαναπροσδιορίζει τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις και διεργασίες και αναδιαμορφώνει αντίστοιχα τις προσδοκίες των πολιτών για το αύριο, αποκλειστικά με βάση τις επιπτώσεις που βιώνουν από τη ριζική αλλαγή στην καθημερινότητά τους. Επικαθορίζει, κατ’ επέκταση, την πολιτική και εκλογική συμπεριφορά τους. Η γενικευμένη αβεβαιότητα και η εντεινόμενη ανασφάλεια αναπροσαρμόζουν τα κριτήρια της ψήφου των πολιτών. Αυξάνουν την απογοήτευση και τη δυσπιστία τους στο πολιτικό σύστημα συνολικά, περιλαμβανομένων και των σημερινών κομματικών φορέων της Αριστεράς. Την ανασφάλεια επιτείνουν: πρώτον, η παραδοχή ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί να αναιρέσει τη νωπή υπογραφή της στο Μνημόνιο Συνεννόησης, ούτε να αναδιαπραγματευθεί εκ των υστέρων την άνευ όρων παράδοσή της στους πιστωτές της χώρας, και δεύτερον, η απουσία επεξεργασμένου και αξιόπιστου προοδευτικού σχεδίου, με ρεαλιστικές πολιτικές προϋποθέσεις πραγματοποίησης, εναλλακτικού στο μόνο σχέδιο που έχει η κυβέρνηση, στο Μνημόνιο Συνεννόησης. Η κρίσιμη παράμετρος για τις πολιτικές εξελίξεις εντοπίζεται στην ορατή και εντεινόμενη ριζοσπαστικοποίηση των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, το βιοτικό επίπεδο και τον τρόπο ζωής των οποίων, για πρώτη φορά τα τελευταία πενήντα χρόνια, αιφνιδιαστικά και βίαια κατακρημνίζουν οι πολιτικές που ασκούνται.

Από αυτήν την οπτική, η συγκρότηση νέου φορέα της ανανεωτικής Αριστεράς, υπό την ηγεσία του Φώτη Κουβέλη, είναι η πρώτη, αντίρροπη κίνηση στη συντηρητική συναίνεση για την εφαρμογή του Μνημονίου Συνεννόησης, που διευκολύνει η προγραμματική αναξιοπιστία και πολιτική περιθωριοποίηση των υφιστάμενων σχηματισμών της Αριστεράς. Με αυτήν την έννοια, είναι θετική κίνηση για την ανάκτηση της αξιοπιστίας της Αριστεράς, σε σκληρούς καιρούς, κατά τους οποίους, όμως, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, οι πολίτες προτιμούν την αποχή από την Αριστερά και την καθηλώνουν στο όριο της κοινοβουλευτικής επιβίωσης. Παρακάμπτοντας τη στατική θεώρηση περί «πολιτικού κενού» στο χώρο μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ – πολύ περισσότερο διότι η ύπαρξη τέτοιων κενών ταυτοποιείται μόνον εκ των υστέρων και από το εκλογικό αποτέλεσμα –, η συγκρότηση νέου, προγραμματικά ομοιογενούς φορέα της ανανεωτικής Αριστεράς, με σαφή, διακριτό και υπεύθυνο πολιτικό λόγο και αυτόνομη πορεία, εγγράφεται στη δυναμική προοπτική της συνολικής αναδόμησης του πολιτικού σκηνικού, με άξονα την υπεράσπιση ή την αναθεώρηση των πολιτικών που εφαρμόζονται με την επίκληση του Μνημονίου Συνεννόησης. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, η συγκρότηση του φορέα δεν αποτελεί εσωτερική υπόθεση της Αριστεράς, αλλά αφορά πρωτίστως και κατ’ εξοχήν την ελληνική κοινωνία.

Στο επίκεντρο της πολιτικής στρατηγικής της ανανεωτικής Αριστεράς δεν μπορεί παρά να είναι η ανάληψη ευρύτερων πρωτοβουλιών για τη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής και πολιτικής συμφωνίας σε μια προοδευτική και ρεαλιστική στρατηγική εξόδου από την κρίση. Μιας εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης, που θα μετουσιώνει σε θετική πολιτική διέξοδο την αγανάκτηση και την απογοήτευση της προοδευτικής πλειοψηφίας των πολιτών από τη συνολική πορεία της χώρας.

Οι κερδοσκοπικοί επιτοκιακοί όροι του δανείου από την ΕΕ, η αντιμετώπιση της ύφεσης με ακόμα περισσότερη ύφεση που δυσχεραίνει την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων για τη σταθεροποίηση και αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, καθώς και οι συγκεκριμένες πολιτικές με τις οποίες η κυβέρνηση επιχειρεί την περιστολή των δημόσιων δαπανών, αφ’ ενός μεν απλώς αναστέλλουν την κρίση δανεισμού της χώρας μας – χωρίς αυτό να διαφεύγει από την προσοχή των διεθνών αγορών – και, αφ’ ετέρου, ωθούν την κοινωνία στο όριο της αναπαραγωγικής δυνατότητάς της, έχοντας ήδη αποδιαρθρώσει τη συνοχή της. Έτσι κι αλλιώς, μεσοπρόθεσμα δεν είναι διατηρήσιμη η ακροβασία στο παράδοξο, να προσπαθούμε να μειώσουμε το λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, μειώνοντας ταυτόχρονα τον παρονομαστή του – και μάλιστα με αυξανόμενο τον αριθμητή!

Χωρίς πολιτική νομιμοποίηση και μόνον ορμώμενη από το Μνημόνιο Συνεννόησης, η κυβέρνηση Παπανδρέου, με συνοπτικές διαδικασίες, είτε εισάγει νέους μηχανισμούς αντίστροφης αναδιανομής εισοδήματος και κοινωνικής αδικίας – με προεξάρχοντα το φορολογικό νόμο – είτε ενισχύει όλους τους υφιστάμενους. Την ίδια στιγμή, επιμελώς αποφεύγει να αντιμετωπίσει τη συστημική ανεπάρκεια των δημόσιων εσόδων από τη μετατροπή του φορολογικού συστήματος σε βιότοπο της διαπλοκής, όπου η φορολογική προστασία επιλεγμένων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ανταλλάσσεται με την επικοινωνιακή – και όχι μόνον – πριμοδότηση της εκάστοτε κυβέρνησης. Όσο πιο έντονα η κυβέρνηση αντιπαρατίθεται με την κοινωνία τόσο πιο γρήγορα στρέφεται στη στήριξη των ισχυρών και διαπλεκομένων επιχειρηματικών συμφερόντων στο χώρο της ναυτιλίας, των κατασκευών, των ΜΜΕ, των τραπεζών, αλλά και στην Εκκλησία, με προφανείς αντιπαροχές σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος.

Επίκεντρο της νέας κοινωνικής και πολιτικής συμφωνίας θα πρέπει να είναι η πολιτική προετοιμασία της χώρας για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους. Μόνον έτσι θα διευκολυνθεί η αναγκαία στροφή στην οικονομική και κοινωνική πολιτική, με την ενίσχυση της ενεργού ζήτησης στην οικονομία και την προώθηση ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων για την οικονομική, κοινωνική και οικολογική ανασυγκρότηση της χώρας. Η αντιμετώπιση της σπατάλης του Δημοσίου, η αναδιάρθρωση και ο έλεγχος της αποδοτικότητας των δαπανών του είναι, ως δημοσιονομικές προτεραιότητες, απολύτως συμβατές με ένα νέο μοντέλο βιώσιμης παραγωγής, κατανάλωσης και κατανομής του πλούτου. Από την άλλη, η συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη δημιουργεί ισχυρότατα κίνητρα στους εταίρους μας για την ταχεία εξομάλυνση των δημοσιονομικών και αναπτυξιακών συνθηκών στη χώρα μας, λόγω των προβλέψιμων συστημικών επιπτώσεων στο σύνολο της Ευρωζώνης από τη διαγραφόμενη επιδείνωση της σημερινής κατάστασης στην Ελλάδα.

Πράγματι, η Ελλάδα μπορεί. Αλλά όχι μ’ αυτήν την κυβέρνηση και μ’ αυτήν την πολιτική. Στην αναστροφή της μελαγχολικής πορείας των πραγμάτων, η συμβολή του Φώτη Κουβέλη και του νέου φορέα της ανανεωτικής Αριστεράς έχει τις προϋποθέσεις ν’ αποδειχθεί πολιτικά καταλυτική.

Τάκης Παυλόπουλος

Οικονομολόγος

Υπεύθυνος Τύπου της ΕΑΡ 1990 – 1992

Θράκης 16

171 21 Νέα Σμύρνη

τηλ. 210 9318158 / 6947 029069

Θέμα επικαιρότητας:
Μετά το 6ο ΣΥΝέδριο

Σύνολο: 35 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι