Η αναγκαιότητα και η ευθύνη της Δημοκρατικής Αριστεράς

Στέφανος Δημητρίου, 02/07/2010

1. Γιατί (να) αξίζει αυτή η αριστερά ; το πλαίσιο της κρίσης

Ο αρτιγέννητος πολιτικός μας φορέας, τον οποίον δημιουργήσαμε στις 27 Ιουνίου, έχει να αναμετρηθεί με δύο πρωταρχικά προβλήματα, η αντιμετώπιση των οποίων πιθανότατα θα καθορίσει και τη μελλοντική του εξέλιξη: Η Δημοκρατική Αριστερά, δηλαδή η ευώνυμη – με τη διπλή σημασία της λέξης – Αριστερά του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ισότητας, αλλά και της οικολογικής εγρήγορσης, υποχρεούται να δικαιολογήσει επαρκώς το γιατί και σε τι χρειάζεται η ίδια, καθώς και το μέγεθος των ευθυνών που αναλαμβάνει, σε αυτή τη χαλεπή συγκυρία για τη χώρα και την κοινωνία. Η δικαιολογητική στήριξη της αναγκαιότητάς της, που σε όσους την συνδημιουργήσαμε είναι εγνωσμένη και προφανής, καθώς και ο προσδιορισμός των ευθυνών της, θα αποτελέσουν τον ενιαίο γνώμονα για την πρώτη αξιολογική της αποτίμηση και, μάλιστα, κυριολεκτικώς: γιατί αξίζει αυτή η Αριστερά; Είναι σαφές ότι η απάντηση αυτού του ερωτήματος υπερβαίνει τις δυνατότητες ενός απλού άρθρου. Έχει σημασία όμως η διατύπωση του ερωτήματος και ο οδηγητικός του χαρακτήρας ως προς την πορεία τού προβληματισμού μας μέχρι το ιδρυτικό συνέδριο του πολιτικού μας φορέα αλλά και μετά, βεβαίως. Άλλωστε αυτός ο προβληματισμός, για να διατηρεί την απαιτητέα συνοχή του, θα πρέπει να αναπτύσσεται σε συγκεκριμένο πλαίσιο. Θέλοντας και μη, το πλαίσιο το ορίζει η βαθιά κρίση που διέρχεται η χώρα και οι επώδυνες συνέπειές της, ιδίως για τους κοινωνικώς αδυνάτους. Η αναγκαιότητα της ύπαρξης και η πολιτική ευθύνη της Δημοκρατικής Αριστεράς θα πρέπει να προσδιοριστούν και να αποσαφηνισθούν σε αυτό το πλαίσιο. Πρέπει να ξεκινάμε από εκεί που πραγματικά βρισκόμαστε, ιδίως αν θέλουμε να δικαιολογήσουμε όχι μόνο αυτό που είμαστε τώρα, αλλά και ό,τι θέλουμε να γίνουμε στο μέλλον, δηλαδή μια ισχυρή ανανεωτική δημοκρατική Αριστερά, φορέας ιδεών, αρχών και πρωτοβουλιών που θα προάγουν και θα εξειδικεύουν τον αριστερό μεταρρυθμισμό, ο οποίος συνιστά έκτυπο, εμβληματικό γνώρισμα του δημοκρατικού σοσιαλισμού που επαγγελλόμαστε.

Ωστόσο, η αποσαφήνιση του περιεχομένου του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της ταυτότητας αλλά και των τρόπων που καθιστούν δυνατή τη συγκεκριμένη πολιτική έκφραση δεν είναι το επείγον πρόταγμα. Άλλωστε αυτή η συζήτηση θα είναι διηνεκής, διότι από αυτήν θα προκύπτει και θα εξειδικεύεται ο ιδεολογικός μας προσδιορισμός. Επειδή πρέπει να ξεκινάμε από εκεί που πραγματικά βρισκόμαστε, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από το πώς θα διατυπώσουμε προτάσεις για τη διάσωση της χώρας, την έξοδο από την κρίση και την προστασία των αδυνάτων, με γνώμονα τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και την αποφυγή ακραίων, συντηρητικών και αυταρχικών πολιτικών εξελίξεων, όπως συχνά συμβαίνει σε περιπτώσεις πλήρους κοινωνικής αποδιοργάνωσης και οικονομικής κατάρρευσης. Αυτή η κατάρρευση και οι συνέπειες που θα επέλθουν στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα είναι ο επαπειλούμενος κίνδυνος. Αναφέρω συνοπτικά τις πτυχές αυτής, λοιπόν, της συγκυρίας, σχολιάζοντας τις πιθανές δράσεις της Δημοκρατικής Αριστεράς.

2. Το πρόβλημα της ανάπτυξης και η εξειδίκευση της κοινωνικής δικαιοσύνης

Η ενίσχυση της παραγωγής και της ανάπτυξης ως προϋπόθεση για την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος και των όρων αναπαραγωγής της κοινωνίας: εξειδίκευση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Γνωρίζουμε ήδη ότι τομείς που απασχολούν χιλιάδες εργαζόμενους, όπως είναι ο τουρισμός και η ναυτιλία, πλήττονται με τραυματικό τρόπο, ενώ, την ίδια στιγμή, η βαθιά ύφεση απειλεί να επιβάλει τη φτώχεια ως νέο modus vivendi για χιλιάδες ανθρώπους. Γνωρίζουμε επίσης ότι, τα τελευταία χρόνια, είχαμε εισοδήματα στον ελλειμματικό και ήσσονος παραγωγικής ισχύος και αποτελεσματικότητας κρατικό τομέα και όχι στην παραγωγή, ενώ, παραλλήλως, σημειωνόταν συρρίκνωση της βιομηχανίας. Η χώρα προστατεύθηκε κυρίως από τη σταθερότητα που επέβαλλε η συμμετοχή στη νομισματική ένωση και το γεγονός ότι κατέστη φθηνός και εύκολος ο δανεισμός. Αποτέλεσμα αυτών των δυνατοτήτων ήταν η εν τοις πράγμασι ακύρωσή τους. Ακυρώθηκαν ως δυνατότητες, διότι δεν οδήγησαν σε θετικά αποτελέσματα, και αυτό συνέβη, επειδή έμειναν αναξιοποίητες. Συγκεκριμένα, ακυρώθηκαν, διότι ο εύκολος δανεισμός επέτρεψε τη δημιουργία υποδομών (δρόμοι, μετρό, αεροδρόμια, ακίνητα, ξενοδοχεία, εμπορικά κέντρα κλπ.), χωρίς όμως την αναγκαία, παράλληλη διεύρυνση της παραγωγικής μας βάσης και την ενίσχυση της παραγωγικής μας ικανότητας. Γνωρίζουμε ακόμη, εκτός όλων αυτών, ότι η αυξανόμενη ζήτηση αφορούσε κυρίως τις εισαγωγές, με αποτέλεσμα την πολύ μεγάλη αύξηση του εξωτερικού ελλείμματος. Παραλλήλως, ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας σώρευσαν πολύ μεγάλο εξωτερικό χρέος, ενώ, ταυτοχρόνως, η αποδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης της χώρας σχεδόν καταργεί τη δυνατότητα για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το αίτημα για υπερδιόγκωση του υπερτροφικού και αντιπαραγωγικού δημόσιου τομέα (συχνά και με το αγοραίο, συνθηματολογικό, προεκλογικής κατανάλωσης και μετεκλογικής αποσιώπησης, αίτημα για «εκατό χιλιάδες νέες προσλήψεις στο δημόσιο»), χωρίς βεβαίως τον αναγκαίο σχεδιασμό για τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και την απαραίτητη ανακατανομή των πόρων, ώστε να στηριχθούν η έρευνα, η παιδεία, το περιβάλλον και, κυρίως, η ανάπτυξη. Όλα αυτά – και πολλά ακόμη που σίγουρα μου διαφεύγουν – τα γνωρίζουμε. Ουδείς μπορεί και νομιμοποιείται να επικαλεσθεί άγνοια, ούτε και η Αριστερά, ένα μεγάλο μέρος της οποίας, συχνά και από κοινού με τμήματα των δύο μεγάλων κομμάτων, δηλαδή και της Δεξιάς, προέτασσε τα συμφέροντα των επιμέρους συντεχνιών, στηρίζοντας πολλές από τις αδικαιολόγητες διεκδικήσεις τους, σε βάρος τού δημοσίου συμφέροντος και εντέλει της ίδιας της αξίας του δημοσίου αγαθού και της δημοκρατικής αρχής. Αυτές οι συνθήκες επιτάσσουν την αναζήτηση των όρων συγκρότησης ενός προγράμματος επιβίωσης της χώρας, με στόχο την ανόρθωση της οικονομίας, την προστασία των κοινωνικώς αδυνάτων και δυσπραγούντων, αλλά και αποτροπής της πλήρους διάβρωσης της παραγωγικής βάσης της χώρας. Σκοπός είναι να επιτευχθεί η ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας, στο εγγύτατο μέλλον, ώστε να αντιμετωπισθεί η βαθιά ύφεση που απειλεί την κοινωνική συνοχή αλλά και τους ίδιους του όρους αναπαραγωγής της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος. Η Δημοκρατική Αριστερά θα κριθεί όχι για το αν έχει συντάξει ήδη ένα τέτοιο πρόγραμμα, αλλά για το αν επεξεργάζεται και κομίζει συγκεκριμένες προτάσεις, ώστε να περιληφθούν στο περιεχόμενο του μελλοντικού προγράμματος και να το εξειδικεύουν προς την κατεύθυνση των αριστερών μεταρρυθμίσεων και της κοινωνικής δικαιοσύνης, στην οποία αυτές αποσκοπούν.

Η επιβίωση της χώρας εξαρτάται από την παραμονή της στη ζώνη του ευρώ, παρά τα αριστερίζοντα και δεξιά, αλλά – αμφότερα αμιγώς συντηρητικά – φθέγματα περί αναγκαίας αποχώρησης από αυτήν. Η υπερχρέωση της χώρας και το δημοσιονομικό έλλειμμα συνδέουν την ενεστώσα οικονομική κρίση με τη δημοσιονομική ανισορροπία. Ως εκ τούτου, το αίτημα να μην υπάρξουν μέτρα ισοδυναμεί με την επένδυση στην κατάρρευση της χώρας. Η ριζική κριτική θα πρέπει να αφορά το τι είδους μέτρα θα είναι αυτά, τον τρόπο με τον οποίο εξειδικεύονται, καθώς και το πώς θα προστατευθούν οι οικονομικώς ανίσχυροι και ευάλωτοι που κυρίως πλήττονται. Πρόκειται δηλαδή για τους μισθωτούς και τους χαμηλοσυνταξιούχους που ως ακάματα υποζύγια σύρουν, εδώ και χρόνια, το κάρο στο οποίο επιβαίνουν ασμένως φοροδιαφεύγοντες και φοροαπαλλασσόμενοι, αγνώστου επιχειρηματικής ταυτότητας και αξιοπιστίας κεφαλαιούχοι και εύποροι, αβροδίαιτοι εκμεταλλευτές του δημόσιου τομέα και των δημοσίων πόρων κλπ. Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα έπρεπε να ληφθούν μέτρα, αλλά ποια μέτρα μπορούν να στηρίξουν τη χώρα, με γνώμονα τη δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών, ώστε να μην απειλούν τους κοινωνικώς αδυνάτους και αυτούς που πάντα πλήρωναν. Η παραμονή στη ζώνη του ευρώ απαιτεί περιορισμό των δημοσίων δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων. Ο περιορισμός των δημοσίων δαπανών έχει ακόμη μεγάλα περιθώρια, εφόσον η υπερδιόγκωση του δημόσιου τομέα, κυρίως τα τελευταία χρόνια, έφθασε, αν δεν κάνω λάθος, το 2009, στο 51% του ΑΕΠ. Άλλωστε ζούμε σε μια χώρα στην οποία τα χρέη των ΠΑΕ είναι σαν να μην υπάρχουν, ενώ, παραλλήλως, συντηρούνται, με υψηλότατο κόστος, στρατόπεδα σε «κρίσιμες» περιοχές, κοντά στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και σε άλλες αρκετά μεγάλες πόλεις, ακόμη και στην Πελοπόννησο, η οποία, ως γνωστόν, κινδυνεύει ακόμη από τον Πέρδικα, τον Πρεκεζέ και την ΙΙΙ μεραρχία του ΔΣΕ, οπότε επαξίως και δεδικαιολογημένως να κατασπαληθούν μερικά εκατομμύρια ευρώ από το ανεξάντλητο περίσσευμα της χώρας, αφού είναι για τόσο καλό σκοπό.

Ο περιορισμός των δημοσίων δαπανών απαιτεί ενιαίο μισθολόγιο για τους δημοσίους υπαλλήλους, αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς αλλά και των πελατειακών σχέσεων. Ταυτοχρόνως, θα πρέπει να προβάλουμε και να στηρίξουμε προτάσεις για την εισοδηματική πολιτική στον δημόσιο τομέα, γεγονός που απαιτεί ευθεία σύγκρουση με κοινωνικές ομάδες που κερδίζουν σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος και της κοινωνίας (η απεργία των υψηλώς και αδικαιολογήτως αμειβομένων, με μισθούς των πέντε και δέκα χιλιάδων ευρώ, λιμενεργατών στο κρατικό λιμάνι του Πειραιά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι αμείβονταν τόσο, καθώς και η προκλητική στήριξη που εξασφάλισαν από το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις). Ταυτοχρόνως, βεβαίως, μεγάλο μεγάλο μέρος των συνταξιούχων καλούνται να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της κρίσης, αφαιρώντας από συντάξεις που κυμαίνονται από 400 έως 700 ευρώ. Τα ανωτέρω απαιτούν εξειδικευμένες προτάσεις που θα αποβλέπουν σε μια ριζοσπαστική φορολογική μεταρρύθμιση αλλά και στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, μέσω περιορισμού και κατάργησης των άπειρων φοροαπαλλαγών, αλλά και της μεταβολής των συντελεστών . Είναι σημαντικό να συνδεθεί ο στόχος της φορολογικής μεταρρύθμισης με την ιδέα περί φορολογικής δικαιοσύνης, υπό την πρωτοκαθεδρία του αιτήματος για κοινωνική δικαιοσύνη. Η φορολογική δικαιοσύνη, και η μεταρρύθμιση στην οποία οδηγεί αυτή, εξειδικεύει τα αξιακά αιτήματα της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ισότητας μέσω της επιδιωκόμενης κατάργησης των φορολογικών ανισοτήτων μεταξύ των διαφόρων τμημάτων της κοινωνίας. Η Δημοκρατική Αριστερά θα πρέπει να συμβάλλει, μέχρι δικαίωσης των προσπαθειών, στη δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών και τον επανακαθορισμό, κατά συνέπεια, των σχέσεων του πολίτη με το κράτος αλλά και με τις υποχρεώσεις που απορρέουν αυτήν τη σχέση: υποχρεώσεις που θα καθορίζονται με κριτήριο τις εξειδικευμένες μορφές της κοινωνικής δικαιοσύνης. Τα ανωτέρω όμως δεν αρκούν, αν η Δημοκρατική Αριστερά, παραλλήλως με την προσήλωση στη δίκαιη φορολογική μεταρρύθμιση και την ορθολογική αντιμετώπιση των δημοσίων δαπανών και της δημόσιας διοίκησης – ο εκσυγχρονισμός της οποίας αναβάλλεται επ’ αόριστον, σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας και του δημοσίου συμφέροντος – δεν αναγάγει σε μείζονος σημασίας προτεραιότητά της τη στήριξη της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, μέσω προτάσεων που θα διευκολύνουν την ανάπτυξη. Με αυτήν την έννοια, θα πρέπει να στραφούμε προς τη στήριξη προτάσεων που θα αποβλέπουν στον απεγκλωβισμό πάρα πολλών μικρών και μεσαίων επενδύσεων από την κρατική γραφειοκρατία, την εκτεταμένη διαφθορά αλλά και το δίκτυο των πελατειακών σχέσεων που είναι ο θύλακος εντός του οποίου εκκολάπτεται αυτή η διαφθορά. Επιπλέον, όμως, θα πρέπει να προβούμε και, στον σχεδόν προφανή αλλά και συχνά διαφεύγοντα την προσοχή μας, αναπροσδιορισμό της σχέσης ανάμεσα στη στήριξη των προσπαθειών για ενίσχυση της παραγωγής και της ανάπτυξης και την αναγκαία οικολογική εγρήγορση. Δηλαδή, χρειάζονται σαφή κριτήρια με τα οποία θα κρίνεται αν μια επένδυση είναι πράγματι επιζήμια για το περιβάλλον, μέχρι ποιου βαθμού και εν επιγνώσει του αν είναι δυνατό να προχωρήσει η επένδυση από κοινού με την αντιμετώπιση πιθανών δυσμενών συνεπειών. Τα τεχνικά μέσα το επιτρέπουν πλέον αυτό, αρκεί να υπάρξει επαρκής, συνεχής και αποτελεσματικός έλεγχος από αδιάφθορες αρχές δημόσιου ελέγχου. Άλλωστε η προστασία του περιβάλλοντος είναι μέρος του δημοσίου συμφέροντος και του δημοσίου αγαθού που υπερασπιζόμαστε. Επιπλέον, γνωρίζουμε όλοι, σε αυτή τη χώρα, ότι την καταστρεπτική συμπεριφορά προς το περιβάλλον δεν την εκδηλώνει τόσο η χαμηλή, δυστυχώς, παραγωγική δραστηριότητα όσο η ασυδοσία κοινωνικών ομάδων, που σε αγαστή και κερδαλέα συνεργασία με την πιο βαθιά συντήρηση που υπάρχει στη χώρα μας, δηλαδή το πελατειακό κράτος, καταστρέφουν το περιβάλλον με την ίδια – εξασφαλισμένη από τις πελατειακές σχέσεις – ευκολία με την οποία επιδίδονται στη δήωση του δημοσίου αγαθού και του δημοσίου πλούτου. Η οικολογική μας εγρήγορση δεν θα πρέπει να οδηγεί στον παραγωγικό και αναπτυξιακό λήθαργο. Άλλωστε ένα από τα σημεία της ουσιώδους διαφοράς μας με μεγάλο τμήμα της Αριστεράς, στην πατρίδα μας, είναι ότι για εμάς, για τη Δημοκρατική Αριστερά, δεν θα πρέπει να υπάρχει, απλώς και μόνο, ζήτημα δικαιότερης διανομής του πλούτου αλλά και δυνατοτήτων παραγωγής του πλούτου ή, τέλος πάντων, αποτροπής της καταστροφής τού όποιου παραγόμενου πλούτου. Αυτή η καταστροφή απειλεί πρωτίστως όχι μόνο τις προϋποθέσεις για την επιδιωκτέα κοινωνική ευημερία αλλά και τους ίδιους τους όρους αναπαραγωγής τής κοινωνίας, εφόσον μόνο με την παραγωγή και την ανάπτυξη μπορεί να αντιμετωπισθεί η βαθιά απειλητική ύφεση και η επερχόμενη οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων της χειμαζόμενης κοινωνίας.

3. Ένα νέο μεταρρυθμιστικό «κοινωνικό συμβόλαιο» ;

Η ευθύνη για ένα «κοινωνικό συμβόλαιο» ως όρος για την ανόρθωση της χώρας, την αποσαφήνιση της κοινωνικής δικαιοσύνης και την προάσπιση της δημοκρατικής αρχής: Η ιδρυτική διακήρυξη του φορέα μας ορίζει το πλαίσιο διαλόγου αλλά και του προσανατολισμού προς αυτές τις κατευθύνσεις, διατηρώντας παραλλήλως την αναγκαία γενικότητα (όχι γενικολογία), ώστε να περιληφθούν, συν τω χρόνω, νέες εξειδικεύσεις. Η Δημοκρατική Αριστερά, στηρίζοντας τους αγώνες των εργαζομένων, οφείλει να εξηγεί ότι το ζήτημα δεν είναι απλώς η αντιμετώπιση της εισοδηματικής πολιτικής που αφαιμάσσει τα ασθενή εισοδήματα. Η καταστροφική κυβερνητική διαχείριση της Δεξιάς, η πολιτική των κυβερνήσεων του λαϊκιστικού ΠΑΣΟΚ, καθώς και πολλοί αδιέξοδοι χειρισμοί της τωρινής κυβέρνησης, αποδιαρθρώνουν τη συνοχή και τη λειτουργία τού μόνου μέσου που έχουν οι εργαζόμενοι, για να αντιμετωπίσουν το αδηφάγο χρηματιστηριακό κεφάλαιο.

Πρόκειται βεβαίως για το κράτος και τη δημόσια διαχείριση, η κατιούσα πορεία του οποίου συμπαρασύρει μέχρι κατακρήμνισης κάθε δυνατότητα και θέση περί κοινωνικής πολιτικής. Η δημοσιονομική κρίση ακυρώνει πρωτίστως την ίδια τη δυνατότητα της κοινωνικής πολιτικής. Το σύνθημα να μην υπάρξουν μέτρα, επειδή δεν θα «πληρώσουμε εμείς την κρίση τους», στρέφεται ευθέως εναντίον της κοινωνικής πολιτικής και της δυνατότητας να επαναθεμελιωθεί το κοινωνικό κράτος. Η απίσχνανση του πελατειακού κράτους και η στήριξη του κράτους δικαίου πρέπει να είναι στόχος των κοινωνικώς αδυνάτων, διότι το πελατειακό κράτος συνιστά μηχανισμό αναπαραγωγής ανισοτήτων και αποκλεισμού μερίδων τής κοινωνίας, άρα άρσης τής ισοπολιτείας, με θύματα κυρίως τους κοινωνικώς και οικονομικώς ασθενέστερους. Το πελατειακό κράτος είναι η πλέον επονείδιστη για την κοινωνία άρνηση του κράτους δικαίου. Αυτό όμως ουδόλως σημαίνει ότι η συρρίκνωση του πελατειακού κράτους πρέπει να συνεπάγεται αδιαφορία για το τι κράτος θα έχουμε ως πολίτες. Ο αναπροσδιορισμός της σχέσης πολιτών και πολιτικής διέρχεται μέσα και από τον δίαυλο του επανακαθορισμού των σχέσεών τους με το κράτος.

Αυτός ο επανακαθορισμός περιλαμβάνει όλα όσα ελέγχθησαν για δίκαιη φορολογική μεταρρύθμιση, από την οποία δεν θα εξαιρούνται κεφάλαια και σχετιζόμενες με το πελατειακό κράτος συντεχνίες, ενώ, από την άλλη, θα σχεδιάζεται η στήριξη της ανάπτυξης. Αυτή η θέση δεν μπορεί να ανέχεται προτάσεις περί κρατικοποίησης κερδοφόρων τραπεζών. Αντιθέτως, θα πρέπει να συγκρουσθεί με αυτή τη δημοκοπία. Το εν λόγω αίτημα, του οποίου η θέση αποδυναμώνει την Αριστερά και πλήττει την αξιοπιστία της, παραβλέπει πως τα δημόσια έσοδα που θα συγκεντρωθούν δεν θα πρέπει να κατευθυνθούν προς μετόχους, ξένους και εντόπιους, αλλά προς τη στήριξη της κοινωνικής πολιτικής και των ζωτικών για την επιβίωση της χώρας επενδύσεων. Όσοι από την υπόλοιπη Αριστερά προβάλλουν τέτοια αιτήματα μάλλον επενδύουν στην κατάρρευση της χώρας – και όχι στην οραματική ανατροπή του καπιταλισμού –, ερχόμενοι σε ευθεία σύγκρουση με τις ανάγκες της κοινωνίας και το δημόσιο συμφέρον.

Όμως, όλα τα ανωτέρω και, κυρίως, η αναγκαία αριστερή μεταρρύθμιση, με σκοπό τη δίκαιη κατανομή των βαρών, απαιτούν προγραμματική πλαισίωση και στήριξη μέσω της συμφωνίας της πλειονότητας των κοινωνικών φορέων των εργαζομένων. Δεν υπάρχουν συμφωνίες, που να διαθέτουν ουσιώδες αντίκρισμα, αν δεν στηρίζονται σε προγραμματικές δεσμεύσεις. Η πολιτική δεσμευτικότητα είναι όρος για την επίτευξη προγραμματικών συγκλίσεων. Στον νέο φορέα μας, αυτός ο ρεφορμισμός όχι μόνο δεν μας καθιστά υπόλογους, αλλά είναι και ιδιοσύστατο γνώρισμα της ιδεολογικής μας συγκρότησης: του αριστερού μεταρρυθμισμού και του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Γι’ αυτό, καθώς και για όλα όσα δηλώνει ο περιεκτικότατος και αντιπροσωπευτικός της ταυτότητάς μας, αλλά και της ιστορικής μας διαμόρφωσης, τίτλος του φορέα μας, οι ίδιοι είμαστε πεπεισμένοι για την αναγκαιότητα της Δημοκρατικής Αριστεράς και για τη συμμετοχή μας σε αυτήν. Η κοινωνία όμως συναρτά αυτήν την αναγκαιότητα με διαβήματα, όπως τα ανωτέρω περιγραφέντα. Πρέπει να διατυπώσουμε επαρκή αντιπρόταση, η οποία θα είναι μέρος μιας ευρύτερης προγραμματικής πρότασης ενός νέου αριστερού, μεταρρυθμιστικού «κοινωνικού συμβολαίου». Αυτό θα εξειδικεύει τη μεταρρυθμιστική λογική στις τωρινές, δύσκολες συνθήκες, όπου οι αδύνατοι καθαιμάσσονται. Επιπλέον, θα ζητεί από την κοινωνία να θωρακίσει τις προϋποθέσεις διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος: την ίδια τη δημοκρατική αρχή που αποτυπώνεται, άλλωστε, ως επιθετικός προσδιορισμός του ονόματός μας και περιλαμβάνεται εξολοκλήρου στη σημασία και το περιεχόμενό του. Αλλά έχουμε καιρό για την εξέλιξη αυτής της συζήτησης. Η έναρξή της είναι που επείγει.

Θέμα επικαιρότητας:
Δημιουργούμε τη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σύνολο: 100 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι