Καταναγκασμός για επανάληψη και ψυχική δομή

Ανδρέας Βασιλιάς, Αυγή, 07/08/2010

Τον όρο «καταναγκασμός για επανάληψη» εισήγαγε ο Φρόιντ, γύρω στα 1920, για να περιγράψει, αφ’ ενός μια βασική λειτουργία του ανθρώπινου ψυχισμού, που θέλει να επαναλαμβάνει βασικά τον τρόπο σχετίζεσθε ενός υποκειμένου με το εξωτερικό αντικείμενο, αφ’ ετέρου και περισσότερο σε ένα φιλοσοφικό επίπεδο, το σχετικό και υποκειμενικό της ψυχικής αλλαγής. Ακριβώς και γι’ αυτό ο Φρόιντ συνέδεσε τη συγκεκριμένη ψυχική λειτουργία με την τάση της αποτελμάτωσης, την ασυνείδητη τάση για αυτοκαταστροφή.

Ως εκ τούτου, σε μια ατομική ή ομαδική ψυχαναλυτική διαδικασία έχει μεγάλη σημασία για ένα υποκείμενο, να κατανοήσει, πρώτον ότι επαναλαμβάνει και δεύτερο γιατί, πού και πότε. Η παραπάνω συνειδητοποίηση βοηθάει έναν αναλυόμενο να προχωρήσει σε βασικές αλλαγές στη ζωή του, δηλαδή στην πράξη της καθημερινότητας. Δηλαδή, με απλά λόγια, η κατανόηση αυτού του σημαντικού ψυχικού μηχανισμού βοηθάει στο να μπορέσουμε κάποτε να τείνουμε να «βλέπουμε» τα πράγματα μέσα από μια άλλη οπτική και άρα μέσα από αυτή την προοπτική μπορεί να υπάρξει «αλλαγή». Ωστόσο για να ξαναγυρίσουμε στη φιλοσοφία πρόκειται για αλλαγή στο «είναι» και όχι στην «ουσία».

Αυτός ο διαχωρισμός αποτέλεσε και τη βασική αντίθεση ανάμεσα στον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τους Στωικούς, από τη μια μεριά, και τον Επίκουρο από την άλλη. Ο Επίκουρος, ως «μετά-αριστοτελικός», ως δηλαδή ο φιλόσοφος που συνέδεσε τη φιλοσοφία με την καθημερινή πράξη διαχωρίζοντας την απ’ όλα τις θεολογικές και ιδεαλιστικές σκέψεις και ίσως και γι’ αυτό αγαπημένος τόσο του Μαρξ όσο και του Φρόιντ, έδωσε έμφαση στο «είναι». Δηλαδή ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό υποκείμενο και αυτό το «είναι» χαρακτηρίζεται από τη σχέση του με την πράξη στην καθημερινότητα. Με το «εδώ και τώρα»! Έτσι, φυσικά και σε κάθε περίπτωση, είναι ουτοπικό και ιδεαλιστικό να «ψάξουμε να βρούμε την ουσία, το τι το ον», των Πλάτωνα, Αριστοτέλη.

Σημασία λοιπόν έχει το «εδώ και τώρα»! Τόσο το «εδώ και τώρα» του υποκειμένου, όσο και το «εδώ και τώρα» της τρέχουσας πραγματικότητας. Για την καλύτερη κατανόηση λοιπόν της τρέχουσας πραγματικότητας, αυτού που διαδραματίζεται, «αυτού που είναι τώρα», χρειάζεται, είναι απαραίτητη η όσο γίνεται καλύτερη κατανόηση του «μέσα/είναι» του εμπλεκόμενου υποκειμένου. Η δυνατότητα κατανόησης μέσω της οποίας ένα υποκείμενο (π.χ. ένας πολιτικός σχηματισμός) θα κατανοήσει τη σχέση του με την τρέχουσα πραγματικότητα αφορά κυρίως στον τρόπο με τον οποίον θα προσπαθεί να κατανοεί. Αυτή η διαδικασία είναι και εκείνη τελικά που τον προσδιορίζει. Επαναλαμβάνει ή αλλάζει; Και τι; Τελικά επαναλαμβάνεται;

Να φέρω ένα παράδειγμα από την οικονομία. Μια επιχείρηση, οποιασδήποτε μορφής και μεγέθους, βασίζει την επιβίωσή της στο κέρδος ή στο υπερκέρδος. Είναι ο τρόπος επιβίωσής της, διαφορετικά θα πεθάνει. Δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση η επανάληψη, δηλαδή η διαρκής αναζήτηση του κέρδους, είναι ένας τρόπος ζωής, είναι ζωή, αλλά ταυτόχρονα και θάνατος, γιατί εμπεριέχει τη στατικότητα μιας διαρκούς και μόνιμης επαναληπτικότητας. Δεν μπορεί να υπάρχει εμπόριο χωρίς κέρδος. Αυτή η διαπίστωση που αφορά στην ουσία δεν είναι κάτι τόσο βαθύ, τόσο πολύπλοκο ώστε να μην μπορούμε να το διακρίνουμε και δεν αλλάζει. Ωστόσο η «αλλαγή» αφορά στο «είναι». Εκεί «μίλησε» και η ιδιοφυΐα του Μαρξ: τι τα κάνει τα κέρδη ο επιχειρηματίας, ο έμπορος; Πώς τα διαχειρίζεται σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο; Από τον τρόπο που θα τα διαχειριστεί θα φανεί εάν θα «σπάσει» και ο φαύλος κύκλος της επαναληπτικότητας. Εάν δηλαδή ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας δεν είναι ένας πλουτοκράτης, αλλά νοιάζεται και συμβάλει ανάλογα με τις δυνατότητες του στην κοινωνική πρόοδο. Και δεν αναφέρομαι φυσικά στο αυτονόητο, να πληρώνει τον φόρο του.

Τα γράφω όλα αυτά γιατί νομίζω ότι στον χώρο της αριστεράς, και πολύ περισσότερο της κομουνιστικής αριστεράς, το νόημα «καταναγκασμός για επανάληψη» κατέχει κεντρική σημασία, έχει σημαδέψει και συνεχίζει να σημαδεύει συγκεκριμένες πολιτικές. Κατ’ αρχήν, με βάση τα παραπάνω, νομίζω ότι γίνεται φανερό ότι κάθε ψυχική δομή, ατομική ή ομαδική, όσο περισσότερο είναι περιχαρακωμένη, όσο περισσότερο είναι «ορθόδοξη», όσο περισσότερο πρεσβεύει μια συγκεκριμένη καθαρότητα και μια απόλυτη ηθική, τόσο περισσότερο είναι δύσκαμπτη, άκαμπτη, φοβική και εν τέλει συντηρητική. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι όσο περισσότερο επαναλαμβάνει, τόσο περισσότερο αρνείται να «δει μέσα της, και ως εκ τούτου, τόσο περισσότερο αρνείται την όποια αλλαγή στο «είναι», στο «εδώ και τώρα», τόσο το δικό της, όσο και της τρέχουσας πραγματικότητας. Ουσιαστικά αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα με έναν δικό της ξεχωριστό τρόπο, κατασκευάζοντας μια ψευδαισθητική πραγματικότητα η οποία δεν έχει καμία σχέση με την τρέχουσα.

Θα πάρω δύο παραδείγματα από την τρέχουσα πολιτική. Το ένα αφορά στην απεργία των επαγγελματιών βυτιοφόρων δημόσιας χρήσης και το άλλο στον νόμο που πέρασε η κυβέρνηση για την οικονομική διαφάνεια των κομμάτων. Σχετικά με το πρώτο. Ανεξάρτητα από λεπτομέρειες, σημαντικές μεν, αποπροσανατολιστικές, συχνά, δε, όπως το γεγονός της επιβολής εκ των άνω (βλ. Ε.Ε.) της αλλαγής του νομικού καθεστώτος των αδειών των βυτίων (Δ.Χ.), χρειάζεται για τον οποιοδήποτε πολίτη αυτής της χώρας να είναι σαφές ότι κάποιοι επαγγελματίες «είναι» ευνοημένοι σε σχέση με κάποιους άλλους. Εκτός του ρήματος «είμαι», αναφέρομαι στο «είμαι» της οντολογίας, γιατί αυτό είναι και το σημαντικό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αυτοί λοιπόν «είναι αυτοί» και θέλουν να παραμείνουν να «είναι αυτοί» διαιωνίζοντας το ευνοϊκό καθεστώς τους σε βάρος άλλων που δεν είναι ευνοημένοι. Όμως ζούμε σε μια δημοκρατία ή όχι; Ποια είναι στην προκειμένη περίπτωση η τρέχουσα πραγματικότητα; Δεν είναι ότι παραβιάζεται μια βασική δημοκρατική αρχή που λέει, έτσι απλά, ότι η ελευθερία μου τελειώνει εκεί που θίγεται η ελευθερία του άλλου; Γιατί λοιπόν ένα αριστερό κόμμα πρέπει να στηρίξει τον αγώνα αυτών τον επαγγελματιών; Σε ποια βάση;

Το δεύτερο αφορά στον νόμο περί χρηματοδότησης των κομμάτων που ψήφισε η κυβερνητική πλειοψηφία, πρόσφατα. Δεν θα ασχοληθώ με διάφορες δημαγωγικές κορώνες που ακούστηκαν από την άκρα δεξιά, αλλά με ορισμένα που ακούστηκαν και γράφτηκαν από τον χώρο της αριστεράς. Ποια; Φακέλωμα, ξερονήσια, κυνηγητό για τις πολιτικές απόψεις, και το σημαντικότερο: τα πράγματα να είναι κρυφά! Λοιπόν, εάν μια δημοκρατία δεν έχει κατακτήσει την αρχή: «όλα φανερά», τότε δυστυχώς δεν αναφερόμαστε σε δημοκρατία. Είμαστε δημοκρατική χώρα, στον βαθμό που είμαστε;

Εξ άλλου η δημοκρατία είναι μια διαδικασία. Αλλάζει τροποποιείται, μεταβάλλεται, ανατρέπεται, ξανακερδίζεται. Είναι μια συνεχής διαδικασία. Δηλαδή ουσιαστικά «δεν είναι»! Η δημοκρατία για να είναι δημοκρατία δεν μπορεί να εμπεριέχει τον καταναγκασμό για επανάληψη! Κατακτιέται μέσα από την καθημερινή διαρκή πάλη. Η δημοκρατία για να είναι δημοκρατία είναι εκτός καταναγκασμού για επανάληψη, γιατί επαγγέλλεται τη διαρκή και αέναη αλλαγή της αλλαγής! Δημοκρατία στα «κρυφά» δεν είναι δημοκρατία. Όπως και κάθε τι που μένει «κρυφό», κάθε «ανείπωτο» παραπέμπει σε καθήλωση και σε διαιώνιση! Είναι η στατικότητα και ο καταναγκασμός κάποιων να επαναλαμβάνουν την ελλειμματικότητα τους, από θέσεις «αρχής»! Για να μην αναφερθώ στο γεγονός ότι το μεγαλείο των αγωνιστών της αριστεράς έγκειται ακριβώς στο γεγονός της περηφάνιας «να λέω ότι είμαι αριστερός», με κάθε κόστος!

Μήπως, και αναρωτιέμαι κι εγώ με τη σειρά μου, εκείνες οι αριστερές δυνάμεις που ακολουθούν τέτοιου είδους και ύφους πολιτικές είναι εκείνες που είναι εγκλωβισμένες, για δικούς τους λόγους, σε έναν αδυσώπητο καταναγκασμό για επανάληψη. Ουσιαστικά δεν προτείνουν, επαναλαμβάνουν, προβάλλουν και απαρνούνται μια τρέχουσα πραγματικότητα. Επαναλαμβάνουν τους εαυτούς τους τους οποίους επιδιώκουν να είναι εσαεί ίδιοι και «καθαροί». Προβάλλουν προς τα έξω και επαναλαμβάνουν την εσωτερική τους σύγκρουση που δεν αντέχουν να την επεξεργαστούν γιατί θα τους οδηγήσει σε «ρεφορμιστικές» πολιτικές. Θα «χαθεί» η καθαρότητα. Έτσι δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσουν την τρέχουσα πραγματικότητα, την απαρνούνται. Απαρνούνται το οφθαλμοφανές της πριμοδότησης μιας συγκεκριμένης επαγγελματικής μερίδας πολιτών και ταυτόχρονα κατασκευάζουν μια δικιά τους, άλλη πραγματικότητα, με «ξερονήσια» και «φακελώματα». Διώκονται απ’ όλους και απ’ όλα, και γι’ αυτό περιχαρακώνονται διαρκώς ακόμη περισσότερο. Δημιουργούν ένα αδιαπέραστο κέλυφος καταναγκασμού αυτοπροστασίας και ταυτόχρονα δίωξης του άλλου, του διαφορετικού. Είναι εκτός πραγματικότητας και γι’ αυτό επαγγέλλονται μια άλλη κοινωνία σε μια άλλη ζωή. Είναι βαθιά θρησκευόμενοι και ιδεαλιστές.

* Ο Αντρέας Βασιλιάς είναι διδάκτωρ Ψυχολογίας - ψυχαναλυτής.

Θέμα επικαιρότητας:
Μνημόνιο-Κυβερνητική πολιτική

Σύνολο: 283 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι