Σκοτεινιάζουν πάλι οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 14/08/2010

Ειδική περίπτωση η Ελλάδα. Δραστικές περικοπές των δημοσίων δαπανών και αυξήσεις των εμμέσων φόρων, προκειμένου να ανακτήσει η χώρα την ικανότητα να δανείζεται για να αναχρηματοδοτεί το υπέρογκο δημόσιο χρέος, την ωθούν όλο και πιο βαθιά στην ύφεση: κατά 3,5% μειωμένο ήταν το ΑΕΠ του δευτέρου τριμήνου σε σύγκριση με το αντίστοιχο περυσινό τρίμηνο, ανακοίνωσε προχθές η ΕΛΣΤΑΤ. Το πρώτο τρίμηνο η ετήσια μείωση ήταν 2,3%. Η αρχική πρόβλεψη της Τρόικας για ύφεση 4% φέτος, που ήλπιζε να διαψεύσει ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου, μοιάζει έτσι πιθανή, αν δεν ξεπεραστεί κιόλας. Στην υπόλοιπη Ευρώπη είδαμε μιαν αντίστροφη πορεία, τους θετικούς ρυθμούς να επιταχύνονται. Και εκεί θα προσβλέπαμε να αυξηθεί η ζήτηση για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παράγουμε, για να επανέλθουμε και εμείς σε ανοδική πορεία.

Ωστόσο η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε να ξαναμπαίνει, διστακτικά και άνισα έστω, σε κάποιο δρόμο, ανακόπτεται. Οι ελπίδες να υποχωρήσει η υψηλή ανεργία σε Ευρώπη και Αμερική απομακρύνονται, καθώς από τον ιδιωτικό τομέα νέες θέσεις απασχόλησης σε μεγάλους αριθμούς δεν δημιουργούνται, ενώ τα υπερχρεωμένα κράτη κόβουν τις δαπάνες τους πλήττοντας αυτά τα ίδια την απασχόληση. Η θαυμαστή σύγκλιση των πολιτικών πέρυσι στα πλαίσια των G-20, χάρη στην οποία αποτράπηκε η κατάρρευση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και μια βαθειά και μακροχρόνια ύφεση, ανάλογη με εκείνην της δεκαετίας του 1930, δεν είχε την απαιτούμενη συνέχεια. Με τις πρώτες ενδείξεις εξομάλυνσης επικράτησαν τα ίδια επιμέρους συμφέροντα. Οι τράπεζες που προκάλεσαν την κρίση παραμένουν προβληματικές, εξαιρετικά φειδωλές σε δάνεια, η μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα είναι ακόμα σχέδια στα χαρτιά, και οι άμεσα αναγκαίοι πόροι για επενδύσεις δεν κινητοποιούνται. Από 4% το πρώτο τρίμηνο φέτος, η παγκόσμια οικονομική μεγέθυνση περιορίστηκε σε 2,5% το δεύτερο σε ετήσια βάση, εκτιμούν έγκυροι μελετητές του ιδιωτικού τομέα (Markit κ.ά.).

Ανησυχητικό ήταν το σήμα που εξέπεμψε την Τρίτη 10 Αυγούστου η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ: δεν κρατάει μόνο για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα μηδενικό σχεδόν το επιτόκιό της αλλά και επανέρχεται στην αγορά κρατικών τίτλων, αποφασίζοντας να επανεπενδύει αμέσως όσα ενυπόθηκα ομόλογα λήγουν. Σκοπός, να εισαγάγει ρευστότητα στην οικονομία για να αυξηθούν πάλι τα δάνεια, όπως έκανε το 2009, όταν συρρικνωνόταν το ΑΕΠ, μέχρι και τον περασμένο Μάρτιο. Η ανακοίνωση της Fed, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, έφερε μεγάλη πτώση στην Ουόλ Στριτ και στα χρηματιστήρια όλου του κόσμου. Στις 23 Ιουνίου ακόμα η αμερικανική κεντρική τράπεζα εκτιμούσε ότι η ανάκαμψη «έχει πάρει το δρόμο της» και ότι η κατάσταση στην αγορά εργασίας «βαθμιαία βελτιωνόταν». Τώρα όμως διαπιστώνει «επιβράδυνση των ρυθμών» όσον αφορά την παραγωγή και την απασχόληση, διατύπωση που αναλυτές ερμηνεύουν ως σοβαρή ανησυχία από την πλευρά της. Όπως χαρακτηριστικά σχολίαζαν οι Financial Times, η Τράπεζα δεν μίλησε ούτε για «δεύτερη βουτιά ύφεσης» ούτε για αποπληθωρισμό, αυτό κατάλαβαν όμως οι επενδυτές. Το ενδεχόμενο αποπληθωρισμού με στασιμότητα, όπως είχε πλήξει την Ιαπωνία όλη τη δεκαετία του 1990, συζητείται άλλωστε ολοένα συχνότερα στον αμερικανικό τύπο.

Και την Τετάρτη ακολούθησε η Τράπεζα της Αγγλίας, αναθεωρώντας προς τα κάτω τις προβλέψεις της για την οικονομική μεγέθυνση στη Βρετανία τα επόμενα χρόνια, και ταυτόχρονα προς τα πάνω την πρόβλεψη για τον πληθωρισμό το 2011. Νέους ρυθμούς για την αύξηση του ΑΕΠ δεν κατονόμασε, απέκλεισε όμως το 1,7% για φέτος και 3,4% για τουχρόνου που προέβλεπε νωρίτερα, καθώς και τη διατήρηση του πληθωρισμού στα όρια του στόχου 2%. Μια ελαφρά βελτίωση της απασχόλησης που κατέγραψαν οι βρετανικές στατιστικές την Τετάρτη φαίνεται έτσι ότι θα είναι προσωρινή. Αιτία για τις δυσμενείς αναθεωρήσεις είναι προφανώς η δημοσιονομική πολιτική που εξήγγειλε η κυβέρνηση Συντηρητικών-Φιλελευθέρων, οι άγριες περικοπές των δημοσίων δαπανών που ετοιμάζει, αλλά και η αύξηση του ΦΠΑ που προτίθεται να επιβάλει από τον Ιανουάριο (μόνο σʼ εμάς η Τρόικα μπορούσε να φανταστεί ότι είναι δυνατό να αυξηθεί 4 μονάδες ο ΦΠΑ και πολύ περισσότερο οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης χωρίς να ανέβει το γενικό επίπεδο των τιμών και ο πληθωρισμός). Πάνω από 600.000 θέσεις εργασίας προβλέπεται ότι θα χαθούν στο δημόσιο τομέα. Και αυτό σημαίνει οικογένειες που θα χάσουν το εισόδημά τους, τα σπίτια τους στις υποθήκες μη μπορώντας να αποπληρώνουν όσα δανείστηκαν. Πέρα από τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις άλλωστε, βαρύτατες είναι οι συνέπειες για τον πολιτισμό, το περιβάλλον, για κάθε είδους κοινωνική πολιτική που ασκείται στη Βρετανία. Ήδη η κυβέρνηση ανακοίνωσε την κατάργηση του Συμβουλίου Κινηματογράφου, το οποίο συμπαράγει εξαιρετικές ταινίες χρόνια τώρα, την υπηρεσία προστασίας της υγείας και δεκάδες άλλους δημόσιους φορείς που ρυθμίζουν, συμβουλεύουν και χρηματοδοτούν πολιτισμικές, υγειονομικές, οικονομικές και άλλες κοινωνικές δραστηριότητες. Σε απόγνωση περιέρχονται περιφέρειες και δήμοι που με δραστικά περικομμένα κονδύλια αναγκάζονται να αναστέλλουν τη λειτουργία παιδικών σταθμών, κέντρων φροντίδας ηλικιωμένων, μονάδων ανακύκλωσης, σε όλη τη χώρα κλείνουν θέατρα και εκθέσεις. Και βρισκόμαστε μόλις στην αρχή…

Οδυνηρά διακριτή γίνεται έτσι στους Βρετανούς η διαφορά της πολιτικής θατσερικής καταγωγής που προωθείται σήμερα στη χώρα τους (με τον πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάμερον να καλεί τους πολίτες να αναπληρώσουν τις καταργούμενες δημόσιες υπηρεσίες προσφέροντας εθελοντική, μη αμειβόμενη εργασία), από την αρκετά πιο μακροχρόνια δημοσιονομική προσαρμογή που είχαν προτείνει οι Εργατικοί του Γκόρντον Μπράουν (οι οποίοι έχασαν, αλλά για άλλους λόγους, τις τελευταίες εκλογές), και που ακολουθούν στην ηπειρωτική Ευρώπη σοσιαλδημοκρατικές ή πιο «λαϊκές» δεξιές κυβερνήσεις.

Εν αναμονή η Ευρωζώνη

Γενικά πιο ήπια διαγραφόταν η κατάσταση στην Ευρωζώνη μέχρι και πριν από μία εβδομάδα. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν-Κλοντ Τρισέ, που προηγήθηκε των συναδέλφων του από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, αξιολογούσε στις 5 Αυγούστου πιο ευνοϊκούς παρʼ όσο αναμένονταν τους οικονομικούς δείκτες για το τρίτο τρίμηνο φέτος, και εξακολουθούσε να προβλέπει μια μετριοπαθή αν και άνιση μεγέθυνση, σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας πάντως. Το φθινόπωρο θα φανεί πιο καθαρά αν μπορεί να αποδειχθεί διατηρήσιμη μια τέτοια συγκρατημένη αισιοδοξία. Υπάρχουν άλλωστε και διαφορές στρατηγικής αντίληψης, όπως και θεσμικής συγκρότησης μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωζώνης. Σε αντίθεση με την Fed, που αγοράζει και πάλι κρατικά ομόλογα για να τονώσει την αμερικανική οικονομία, ενέργεια που κατά γενική εκτίμηση ισοδυναμεί με την εκτύπωση νέου χρήματος, η ΕΚΤ κατέφυγε στο μέσο αυτό μόνον όταν από την ελληνική κρίση του χρέους και την τυχόν μετάδοσή της σε άλλες ευάλωτες χώρες μέλη κινδύνεψε το ευρώ, η ίδια η υπόσταση της Νομισματικής Ένωσης. Και πέτυχε να σταθεροποιηθούν οι αγορές ομολόγων. Πλέον σταμάτησε σχεδόν να αγοράζει, και χωρίς να πτοείται από τη χαμηλή πάντα και άνιση μεγέθυνση - προηγείται η Γερμανία, αλλά της Γαλλίας τα τελευταία στοιχεία ήσαν απογοητευτικά - επανέρχεται στο καταστατικό της μέλημα, τον πληθωρισμό. Το ζήτημα δεν είναι όμως πιο «γεράκια» ή πιο «περιστέρια» κεντρικοί τραπεζίτες, αντιδιαστολή αγαπητή σε διεθνείς αρθρογράφους.

Ακόμα και αν οι φόβοι των Χρηματιστηρίων τούτο το μεσοκαλόκαιρο ξεπεραστούν, και αποφευχθεί μια δεύτερη βουτιά της ύφεσης για την οποία προειδοποιούσαν αρκετοί οικονομολόγοι, η μεγέθυνση αναμένεται χαμηλή για μερικά χρόνια, εξαιτίας της υπερχρέωσης των κρατών που έφερε η κρίση των τραπεζών. Δεν αρκεί για να πέσει η ανεργία, για να ενισχυθούν οι κοινωνικές πολιτικές, δεν βοηθάει ώστε να αντιμετωπιστεί με τις αναγκαίες επενδύσεις και με ριζικές αλλαγές των πρακτικών μας στις μεταφορές, στην κατανάλωση ενέργειας, στη θέρμανση/ψύξη, η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας, η άνοδος της θερμοκρασίας στον πλανήτη. Χωρίς καλά συντονισμένη σε πλανητική κλίμακα κινητοποίηση των αναγκαίων πόρων θα σουρνόμαστε για καιρό από τη μία καταστροφή στην επόμενη, μεγάλη ή μικρή, στις τηλεοπτικές μας οθόνες, κάποτε και στη γειτονιά μας.

Θέμα επικαιρότητας:
Μνημόνιο-Κυβερνητική πολιτική

Σύνολο: 283 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι