Το στοίχηµα της ανάπτυξης

Θα βρούµε την πολιτική βούληση να το κερδίσουµε;

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 15/09/2010

Απογοήτευση εξέφραζαν αρκετά πρώτα σχόλια για την κυβερνητική πολιτική, όπως παρουσιάστηκε από τη Θεσσαλονίκη. Κλείνει πια ένας χρόνος δύσκολων προσπαθειών, µε βαρύ κοινωνικό κόστος, για να αποτραπεί η χρεοκοπία της χώρας. Και είχαν καλλιεργηθεί ελπίδες ότι στη Διεθνή Εκθεση ο Πρωθυπουργός θα χάραζε πλέον συγκεκριµένα µιαν αναπτυξιακή προοπτική, έναν δρόµο για να βγούµε από την ύφεση, να αρχίσουν να αυξάνονται πάλι τα εισοδήµατα, να δηµιουργούνται καλές θέσεις απασχόλησης για τις εκατοντάδες χιλιάδες των ανέργων. Επίσης, ότι θα ανακοίνωνε µέτρα και πολιτικές για να αρθούν οι αδικίες – τις οποίες η ίδια η κυβέρνηση σαφώς οµολογεί – στην κατανοµή των βαρών.

Δεν το έκανε όµως, όσο εµπνευσµένα παραδείγµατα νέων πρωτοπόρων παραγωγών και αν επικαλέστηκε – στην πληροφορική, στο λάδι, στον κινηµατογράφο – όσα επιµέρους φορολογικά ή άλλα επενδυτικά ή κοινωνικά µέτρα και αν εξήγγειλε. Διότι δεν µπορούσε να το κάνει. Για την αδυναµία αυτή υπάρχουν λόγοι. Η απουσία ολοκληρωµένου σχεδίου είναι ο προφανέστερος. Για ένα δεύτερο «µνηµόνιο» ανάπτυξης και άµβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, δίπλα σε εκείνο που επιβλήθηκε για να βγούµε από την κρίση του χρέους, µιλούν µερικοί υπονοώντας ότι απαιτούνται εξίσου συγκεκριµένες και αναλυτικές επεξεργασίες. Αλλά ένα τέτοιο σχέδιο δεν φτιάχνεται από επιτελεία ειδικών µόνο, απαραίτητα οπωσδήποτε. Δεν θα έβγαινε το περασµένο Σάββατο σαν άσος από το µανίκι κάποιων όσο και εξαιρετικών συµβούλων του Πρωθυπουργού. Προϋποθέτει συµµετοχή στην εκπόνηση και αυστηρή πολιτική δέσµευση στην εφαρµογή, στο επίπεδο της κυβέρνησης κατ’ αρχάς: ατοµικά από τον καθένα, σε στενή συνεργασία µε όποιους συναδέλφους προκύπτουν επικαλύψεις ή συνέργειες, συλλογικά από όλους µαζί. Εδώ έπασχε το προηγούµενο κυβερνητικό σχήµα – τι άλλο σηµαίνει η παραδοχή «δυσλειτουργιών»; (Ανάλογα ήσαν άλλωστε και όλα τα προγενέστερα, τα οποία όµως δεν αντιµετώπιζαν µια κατάσταση πραγµατικά έκτακτης ανάγκης σαν την τωρινή, απλώς συνέβαλαν µε πράξεις και παραλείψεις ώσπου να φτάσουµε έως εδώ). Το καινούργιο Υπουργικό Συµβούλιο είναι πολύ νωρίς να το κρίνει κανείς. Εφόσον εξασφαλιστεί τέτοια κυβερνητική συνοχή, καλύτερα θα µπορούσε να οργανωθεί η διαπραγµάτευση µε αντιτιθέµενα κοινωνικά συµφέροντα, από τους οδικούς µεταφορείς που ξαναβγήκαν στο µεϊντάνι µέχρι τους δηµοσίους υπαλλήλους, αλλά και µεταξύ τους, ακόµα και η κοινοβουλευτική αντιπαράθεση για το εθνικό σχέδιο πλατιάς αποδοχής που χρειαζόµαστε. Θα απελευθερώνονταν παραγωγικές δυνάµεις που πνίγονται ακόµα στη γραφειοκρατία και τη διαφθορά.

Αλλά έστω ότι – επιστρατεύοντας µια βούληση χωρίς προηγούµενο – η κυβέρνηση ξεπερνούσε τις αρνητικές παραδόσεις, εδραίωνε τη συλλογική υπευθυνότητα στη δράση της, και πάλι προβάλλουν σκληροί αντικειµενικοί, ή «τεχνικοί», λόγοι που εµποδίζουν τον δρόµο για την ανάπτυξη. Εναν περιέγραψε ο υπουργός Οικονοµικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου σε πρόσφατη συνέντευξή του (στην «Ελευθεροτυπία»):

«Ανάπτυξη χωρίς επενδύσεις δεν νοείται», είπε.

«Επενδύσεις χωρίς χρηµατοδότηση δεν µπορούν να γίνουν. Χρηµατοδότηση µε κλειστές αγορές κεφαλαίου δεν υπάρχει. Και οι αγορές θα παραµείνουν κλειστές, όσο δεν υπάρχει εµπιστοσύνη ότι η Ελλάδα βάζει τάξη στα δηµόσια οικονοµικά της». Επιπρόσθετα ο υπουργός ανέφερε πλήθος διαρθρωτικά προβλήµατα σε διοίκηση, τράπεζες και αγορές που προσπαθεί να αντιµετωπίσει η κυβέρνηση.

Στη βάση όµως της ακολουθούµενης πολιτικής βρίσκεται µια παραδοχή που πιο δύσκολα λέγεται: ότι, εφόσον µε την κρίση του χρέους κατέρρευσε το παραγωγικό πρότυπο που επί χρόνια στηριζόταν σε υπερδιογκωµένη κατανάλωση χρηµατοδοτούµενη µε δανεισµό (λιγότερο των ιδιωτών, περισσότερο του κράτους για να πληρώνει πελατειακά εισοδήµατα), που αντικαθιστούσε όλο και περισσότερα εγχώρια προϊόντα µε εισαγόµενα καταστρέφοντας παραγωγικές µονάδες και θέσεις εργασίας και διογκώνοντας το εµπόριο και συναφείς κλάδους (διαφήµιση), επανεκκίνηση της ανάπτυξης, µε βιώσιµη προοπτική πλέον, δεν µπορεί να γίνει από την εγχώρια ζήτηση. Αντίθετα, χρειάζεται να περιοριστεί η κατανάλωση, µε ταυτόχρονη αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, µέσα από την ελεύθερη λειτουργία των αγορών προϊόντων, υπηρεσιών, εργασίας, κεφαλαίων.

Η λογική αυτή, που ενυπάρχει στην τρόικα αλλά χαµηλόφωνα οµολογείται από κάποιους και εγχωρίως, είναι επιτακτική ανάγκη να αποκρουστεί. Οχι επειδή µεταφράζεται σε περαιτέρω µείωση εισοδηµάτων, µισθών, επαγγελµατικών αµοιβών, κερδών, στο κλείσιµο χιλιάδων επιχειρήσεων (εισαγωγών αυτοκινήτων κατά πρώτο λόγο), σε άνοδο της ανεργίας και το 2011... Αλλά επειδή αν εξακολουθήσει η προσαρµογή προς τα κάτω, αν δεν αρχίσει και πάλι να αυξάνεται το εθνικό προϊόν και εισόδηµα, τα µαθηµατικά του υπέρογκου δηµόσιου χρέους προδιαγράφουν τη χρεοκοπία όταν θα πάψει η χρηµατοδότηση από τον µηχανισµό στήριξης. Θα συνεπαγόταν κοινωνικό κόστος πολλαπλάσιο από το µεγάλο που οδυνηρά γνωρίσαµε φέτος. Πράγµατι, το σχέδιο για την ανάπτυξη δεν το έχουµε. Ούτε όµως µπορούµε να καθόµαστε να το περιµένουµε. Νωρίτερα και καλύτερα θα γίνει όσο προσπαθούµε στο µεταξύ να προωθούµε βιώσιµες αναπτυξιακές πρωτοβουλίες όπου µπορούµε, σε πανεθνική κινητοποίηση.

Θέμα επικαιρότητας:
Μνημόνιο-Κυβερνητική πολιτική

Σύνολο: 283 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι