Tο μνημόνιο, η μεταρρυθμιστική στρατηγική και το κοινωνικό κράτος

Γεράσιμος Γεωργάτος, 20/09/2010

Το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» καθορίζει πλέον το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου κινείται και θα κινείται η οικονομική και κοινωνική ζωή στη χώρα μας, τουλάχιστον μέχρι το 2013. Καλούνται συνεπώς όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί να τοποθετηθούν απέναντί του. Τα μέτρα που εμπεριέχει, στη βασική και στην επικαιροποιημένη έκδοσή του, μπορούν να καταταγούν σε τρεις κατηγορίες: αποδεκτά, μη αποδεκτά και συζητήσιμα.

Ενδεικτικά, ορισμένα παραδείγματα. Ποιος δεν θα συμφωνούσε με την ηλεκτρονική και κεντρική διαχείριση για τις δημόσιες προμήθειες, με την ηλεκτρονική συνταγογράφηση, με το μητρώο αγροτών, με την επιβολή «πράσινου φόρου» στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, με το ενιαίο και απλοποιημένο σύστημα αμοιβών στο Δημόσιο, με τις ενοποιήσεις των Ταμείων, με την απλούστευση της αδειοδότησης επιχειρήσεων και την ενίσχυση της επιτροπής ανταγωνισμού, με την ενδυνάμωση του ρόλου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για αξιόπιστα δεδομένα και προσωπική ευθύνη για εσφαλμένες αναφορές, με την αξιόπιστη κατάρτιση προϋπολογισμών, με τον εκσυγχρονισμό των φοροεισπρακτικών μηχανισμών, κ.α.

Ασφαλώς θα διαφωνούσε με τη μείωση των συντάξεων και την απαγόρευση της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής τους, με τη μείωση των αμοιβών στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, με την ενισχυμένη ευελιξία και τη μεγαλύτερη χρήση συμβάσεων προσωρινής εργασίας και μερικής απασχόλησης, με την επέκταση της δοκιμαστικής απασχόλησης στον ένα χρόνο, με τις επιχειρησιακές συμβάσεις αντί για κλαδικές και συλλογικές, με την αναδιάρθρωση του ΟΣΕ μέσω ιδιωτικοποιήσεων, την αύξηση των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς, κ.α.

Και ίσως συζητούσε το ζήτημα της αμοιβής ανάλογα με την παραγωγικότητα και τα καθήκοντα στο Δημόσιο, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης για την ακίνητη περιουσία, τα τεκμήρια φορολόγησης επαγγελματιών, κ.α.

Η τριμερής κατάταξη, χωρίς βεβαίως να είναι εξαντλητική, καταδεικνύει ότι η αντιμετώπιση του ελλείμματος και του χρέους, σύμφωνα με τα γενικώς εκ του Συμφώνου Σταθερότητας ισχύοντα στην Ε.Ε και με τη μνημονιακή εξειδίκευσή τους, συμπιέζει ασφυκτικά τους εργαζόμενους, τις αμοιβές τους και τα δικαιώματά τους, αδιαφορώντας για την κοινή ωφέλεια και το κοινωνικό κράτος που θεμελιώνονται στις ενισχυμένες και ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες και στα κοινά για όλους αγαθά, που το Μνημόνιο αποδομεί, εισάγοντας ως μοναδικό κριτήριο τη σχέση κόστους – όφελους. Επιπλέον, στο κείμενο του Μνημονίου ούτε καν σκιαγραφείται κάποιο αναπτυξιακό σχέδιο, ούτε όμως και από την πλευρά της κυβέρνησης, για να υπάρξει κάποια ελπιδοφόρα προοπτική. Συνεπώς, είναι καταδικαστέες και η κυβερνητική και η πολιτική που απορρέει από το Μνημόνιο

Από την άλλη όμως, μια σειρά προβλέψεις του Μνημονίου αποτελούν εξόφθαλμα άκρως αναγκαίους εξορθολογισμούς για το κράτος και την κοινωνία, που έχουν καθυστερήσει επί δεκαετίες, με κύρια ευθύνη των εναλλασσόμενων κυβερνήσεων των δύο μεγάλων κομμάτων που ευνόησαν τις πελατειακές σχέσεις και τη διαφθορά. Ίσως οι πολίτες συναισθανόμενοι ότι δεν πάει άλλο και επειδή θεωρούν ανίκανο να προωθήσει αλλαγές το εγχώριο πολιτικό σύστημα, ελπίζουν ότι αυτή τη φορά κάτι θα γίνει, έστω και με εξωτερικό καταναγκασμό. Εξού και δεν κινητοποιούνται επαρκώς και τη δυσαρέσκεια δεν την εισπράττει ούτε η Δεξιά ούτε η Αριστερά.

Όμως, η κυβέρνηση διαχειρίζεται κυρίως επικοινωνιακά αντί να αντιμετωπίζει ουσιαστικά τις δυσλειτουργίες και την περιστολή της σπατάλης που σε συνδυασμό με μια δίκαιη κατανομή των βαρών και με μια αναπτυξιακή προοπτική αποτελούν το μίγμα πολιτικής που θα μπορούσε να προσφέρει διέξοδο, με δεδομένο και υπαρκτό το πλαίσιο του Μνημονίου.

Και πάλι όμως, όταν με το καλό εκπληρωθούν οι όροι του Μνημονίου και η Ελλάδα επιστρέψει στο δανεισμό από τις αγορές, οι αναπτυξιακές δυνατότητες θα παραμένουν αναιμικές, όσο συνεχίζουν να ισχύουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί περιορισμοί του Συμφώνου Σταθερότητας περί χρεών και ελλειμμάτων, που καθιστούν αδύνατο ένα ισχυρό πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων το οποίο θα βάλει τη χώρα σε τροχιά ανάπτυξης και θα ευνοήσει τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι, υπό το υφιστάμενο ευρωπαϊκό πλαίσιο, ακόμα και ισχυρά κοινωνικά κράτη, όπως τα σκανδιναβικά ή η Γερμανία, προχωρούν συνεχώς σε κοινωνικές περικοπές – απλώς εκεί το απόθεμα είναι μεγάλο – και στο σύνολο της Ευρώπης η ανάκαμψη παραμένει αναιμική και η ανεργία αυξάνεται και επιμένει.

Γι` αυτό είναι απορίας άξιο, πώς όλοι υπόσχονται την ανάσταση του κοινωνικού κράτους. Όμως οι πολίτες φαίνεται και εδώ κάτι να διαισθάνονται και να κρατούν μικρό καλάθι. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υπόσχεται αναδιανομή και κοινωνική πολιτική αμέσως μετά την εκπλήρωση των όρων του Μνημονίου, λες και δεν θα υπάρχουν οι περιορισμοί του Συμφώνου Σταθερότητας. Η ΝΔ, αντιφάσκοντας κραυγαλέα, υπόσχεται τον παντελώς άτοπο συνδυασμό: απαλλαγή από το Μνημόνιο, νεοφιλελεύθερη πολιτική και κοινωνικό κράτος. Η δε Ριζοσπαστική Αριστερά, όλων των αποχρώσεων, θεωρεί ότι καθιστώντας δια του επαναστατικού αντιμνημονιακού τσαμπουκά περισσότερο αναξιόπιστη τη χώρα, θα αναστήσει και αυτή το κοινωνικό κράτος.

Και ουδείς ομολογεί ότι το κοινωνικό κράτος, όσο και όπως το γνωρίσαμε εντός επιμέρους εθνικών πλαισίων, ανήκει πλέον στην ευρωπαϊκή ιστορία του 20ού αιώνα. Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας, της παραγωγής και των ανοιχτών αγορών και χρηματαγορών καθιστούν αδύνατη την αναβίωση του προστατευτισμού και των ρυθμίσεων του εθνικού κεϋνσιανισμού. Οποιαδήποτε τέτοια απόπειρα θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία και με επικίνδυνες συνέπειες. Αντίφαση των παραγωγικών δυνάμεων με τις παραγωγικές σχέσεις, ονομαζόταν αυτό κάποτε. Κοινώς, οδυνηρή μεταβατική περίοδος.

Επομένως, υπό το πρίσμα της μεταρρυθμιστικής στρατηγικής που ενδιαφέρεται για την καθημερινή υπέρ των πολιτών άσκηση της πολιτικής, ορθώς στην Ελλάδα του Μνημονίου προτάσσεται το δημόσιο συμφέρον έναντι του πελατειακού κράτους, της διαπλοκής και της διαφθοράς, ο εξορθολογισμός του κράτους και της διοίκησης, η δίκαιη κατανομή των βαρών και η εξοικονόμηση πόρων για την αντιμετώπιση του ελλείμματος και του χρέους και η αναγκαιότητα ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου. Είναι ό,τι μπορεί να πραγματοποιηθεί εδώ και τώρα και υπό τις δεδομένες συνθήκες, για τη βελτίωση της ζωής των πολιτών και για να υπάρξει ένα δίχτυ κοινωνικής προστασίας για τους ασθενέστερους.

Όσο για το προστατευτικό ρυθμιστικό κοινωνικό κράτος της πλήρους απασχόλησης, αυτό μπορεί να αναβιώσει πλέον μόνο σε επίπεδο υπερεθνικών ολοκληρώσεων, όπως η Ε.Ε, όπου η ισχύς των χρηματαγορών θα είναι αντιμετωπίσιμη και η αλληλεγγύη θα αντικαταστήσει τον γενικευμένο ανταγωνισμό. Ένας «πράσινος ευρωπαϊκός κεϋνσιανισμός», ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των δυνάμεων του κεφαλαίου και της εργασίας στο πλαίσιο μιας δημοκρατικά ολοκληρωμένης Ευρώπης, θα μπορούσε ίσως να αποτελέσει το εφικτό όραμα μιας σύγχρονης αριστερής μεταρρυθμιστικής στρατηγικής. Η σοσιαλδημοκρατία κάτι έχει αρχίσει να υποψιάζεται. Η Αριστερά θα μείνει πάλι πίσω από τις εξελίξεις;

Γεράσιμος Γεωργάτος,

Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Δημοκρατικής Αριστεράς

Θέμα επικαιρότητας:
Μνημόνιο-Κυβερνητική πολιτική

Σύνολο: 283 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι