Γιατί η ανεκτικότητα υποχωρεί;

Κάκη Μπαλλή, Αυγή της Κυριακής, 17/10/2010

Η Ευρώπη στρέφει αυτές τις μέρες το βλέμμα της με μια βουβή ανησυχία στην Αυστρία, όπου στις -συνήθως ασήμαντες για τον έξω κόσμο- δημοτικές εκλογές θριάμβευσε το ακροδεξιό κόμμα του Χάιντς Κρίστιαν Στράχε. Και προσπαθεί να αποδώσει την επιτυχία του Αυστριακού ακροδεξιού -που μπροστά του ο μακαρίτης ο Χάιντερ ήταν περίπου μετριοπαθής- στις ιδιαιτερότητες της αυστριακής κοινωνίας, η οποία τριάντα χρόνια τώρα ουδέποτε κατάφερε να ξεριζώσει από το πολιτικό τοπίο της τους ξενόφοβους λαϊκιστές που κατά βάθος -κάποιοι και ευθαρσώς- νοσταλγούν τον ναζισμό.

Σχεδόν ένας στους τρεις Βιεννέζους ψήφισε την περασμένη Κυριακή το κόμμα του Στράχε με τα ξεκάθαρα ξενοφοβικά συνθήματα, καθώς προτίμησε το αυθεντικό από τις «γιαλαντζί» απομιμήσεις. Το αυστριακό Λαϊκό Κόμμα, παρά τις προσπάθειές του να δείξει ότι είναι εξίσου …πατριωτικό με τους ακροδεξιούς, δεν κατάφερε να πείσει τους ψηφοφόρους, ενώ οι σοσιαλδημοκράτες επίσης δεν έπεισαν ότι έχουν μια σοβαρή μεταναστευτική πολιτική. Ωστόσο, η αυστριακή περίπτωση δεν είναι μοναδική. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ακροδεξιά στροφή στην Ευρώπη, καθώς τα λαϊκά κόμματα -χριστιανοδημοκράτες και σοσιαλδημοκράτες- χάνουν συνεχώς μερίδιο στην πολιτική αγορά, ενώ και η αριστερά δυσκολεύεται να βρει απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα -και τις αγωνίες των ανθρώπων- που εγείρει η κρίση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την ανησυχητική εξέλιξη είναι η Ολλανδία, όπου το κόμμα του λαϊκιστή ακροδεξιού Γκέερτ Βίλντερς είναι ουσιαστικά ο ρυθμιστής της κυβερνητικής σταθερότητας. Ναι μεν δεν συμμετέχει στην κυβέρνηση μειοψηφίας, αλλά από την ανοχή του εξαρτώνται πολλά. Στις εκλογές του Ιουνίου, το σαφώς αντιϊσλαμικό κόμμα του Βίλντερς αναδείχθηκε τρίτη δύναμη, ξεπερνώντας και τους Ολλανδούς χριστιανοδημοκράτες, με κορυφαίο θέμα στην ατζέντα του τον περιορισμό της μετανάστευσης των «μη-δυτικών» ξένων και την απαγόρευση της μαντίλας. Ούτε στην Ολλανδία η επιτυχία των ακροδεξιών είναι καινούργια. Ήδη το 2002 το εξίσου ακροδεξιό κόμμα του -αμέσως μετά δολοφονημένου- Πιμ Φορτούιν είχε εντυπωσιάσει στις εκλογές και συμμετείχε στην πρώτη κυβέρνηση Μπαλκενέντε. Όμως, κάτι ο θάνατος του Φορτούιν, κάτι η συμμετοχή στην εξουσία, οδήγησε το κόμμα πολύ σύντομα στη διάλυση και την πολιτική εξαφάνιση. Ο Βίλντερς, αντίθετα, όπως και ο Στράχε στην Αυστρία, και γνωρίζει καλύτερα το πολιτικό παιχνίδι και ξέρει να εκμεταλλευτεί την… ευνοϊκότερη συγκυρία.

Ο φόβος και η αντιπάθεια στο ξένο έχουν αυξηθεί πολύ στις δυτικές κοινωνίες στα χρόνια της κρίσης, ενώ η ατζέντα των ακροδεξιών δεν είναι πλέον απολύτως… κατακριτέα. Όλο και περισσότερα «αστικά» κόμματα την υιοθετούν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Γαλλία και τον πρόεδρό της Νικολά Σαρκοζί, που φαίνεται να φοβάται τον ανταγωνισμό της Μαρίν Λε Πεν, ηγέτιδας του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου, περισσότερο από τον όποιο σοσιαλιστή αντίπαλό του στις επόμενες προεδρικές εκλογές. Ο Σαρκοζί άνοιξε μια δημόσια συζήτηση περί «εθνικής ταυτότητας», πέρασε νόμο ενάντια στην μαντίλα, έχει βγει στο κυνήγι των Ρομά και ταυτίζει όλο και συχνότερα στους… πύρινους λόγους του τη μετανάστευση με την εγκληματικότητα. Με τις κινήσεις αυτές ελπίζει να αυξήσει την -κατακρημνισμένη- δημοτικότητά του στο δεξιό στρατόπεδο, αλλά φαίνεται ότι δεν του βγαίνει. Προφανώς και στη Γαλλία οι πολίτες προτιμούν το αυθεντικό. Ειδικά όταν εκφράζεται από τα δικηγορικά χείλη της κόρης του Λε Πεν, που εμφανίζεται πιο μετριοπαθής -άρα πιο ικανή να κυβερνήσει- από τον μπαμπά της.

Η στροφή των Βορείων

Αν η Ολλανδία είχε, τον 20ό αιώνα, το όνομα της πιο φιλελεύθερης ευρωπαϊκής κοινωνίας, η Σκανδιναβία είχε τη… χάρη. Μάλιστα για πολλά χρόνια οι μετανάστες -πολλοί εκ των οποίων μουσουλμάνοι- ενσωματώνονταν πολύ καλύτερα στα κοινωνικά κράτη του Βορρά απʼ ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Όμως η διάσημη ανεκτικότητα των Σκανδιναβών αρχίζει και υποχωρεί, τροφοδοτώντας ακροδεξιά κόμματα. Η στροφή ξεκίνησε από τη Δανία και στη συνέχεια έφτασε στη Σουηδία. Για πρώτη φορά στο κοινοβούλιο της χώρας εκπροσωπούνται οι ακροδεξιοί Σουηδοί Δημοκράτες με 5,7% και μάλιστα μπορούν να παίξουν ρόλο- κλειδί , μεταξύ της δεξιάς κυβέρνησης μειοψηφίας και της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης. Οι ακροδεξιοί επωφελούνται από την κατάρρευση της σουηδικής σοσιαλδημοκρατίας και τα προβλήματα του κάποτε κραταιού κοινωνικού κράτους, που έχουν καταστήσει για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας ελκυστική την ιδέα του «έξω οι ξένοι». Βέβαια, στη Σουηδία κανένα άλλο κόμμα δεν έχει υιοθετήσει, έστω επί το ηπιότερο την ατζέντα των ακροδεξιών, σε αντίθεση με τη Δανία, όπου από τη δεκαετία του 1990 τα «αστικά» κόμματα διαγκωνίζονται για το ποιο θα εξαγγείλει την πιο σκληρή πολιτική για τη μετανάστευση. Στην περίπτωση της Δανίας, μάλιστα, οι εύκολες εξηγήσεις για την άνοδο της ακροδεξιάς δεν ισχύουν: και η ανεργία είναι μηδαμινή και οι νόμοι για τη μετανάστευση πολύ σκληροί.

Παρ’ όλα αυτά εδώ και δέκα χρόνια το ρατσιστικό Κόμμα της Δανίας παραμένει σταθερά τρίτη δύναμη. Επίσης στο παράδειγμα της Σκανδιναβίας αποδεικνύεται ότι η ακροδεξιά δεν ευδοκιμεί μόνο στις χώρες με πολλούς μετανάστες ή οικονομικά προβλήματα. Σε αντίθεση με τη Δανία και τη Σουηδία, η πάμπλουτη Νορβηγία δεν έχει σχεδόν καθόλου ξένους, αυτό όμως δεν εμπόδισε τη νορβηγική -τηρουμένων των αναλογιών μετριοπαθή- ακροδεξιά να κερδίσει σχεδόν το 30% των ψήφων με έναν προεκλογικό αγώνα βασισμένο σε καμπάνια ενάντια στο εξτρεμιστικό Ισλάμ, το οποίο οι Νορβηγοί ξέρουν μόνο από την τηλεόραση. Να σημειωθεί, πάντως, ότι οι Νορβηγοί ακροδεξιοί είναι οι μόνοι που τάσσονται ενάντια στη χρηματοδότηση των συντάξεων από τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας και θέλουν να αποδοθεί στο λαό εδώ και τώρα.

Το όνομα είναι το πρόγραμμα

Παρά τις διαφορές από χώρα σε χώρα τα ακροδεξιά κόμματα έχουν μερικά βασικά κοινά χαρακτηριστικά. Πρώτα και καλύτερα το όνομά τους: στην Ολλανδία λέγονται PartyfordeVrijheid (Κόμμα της Ελευθερίας), στην Ουγγαρία Jobbik (Οι Καλύτεροι), στη Φινλανδία Perussuomaleiset (Αληθινοί Φινλανδοί) και το όνομα είναι ταυτόχρονα το πρόγραμμα. Οι ακροδεξιοί δηλώνουν ότι δεν έχουν σχέση με το πολιτικό κατεστημένο, ότι εκπροσωπούν τον Λαό - και το κάνουν ανάβοντας τα αίματα ενάντια στους ξένους, στους μουσουλμάνους, στις μειονότητες. Παίζουν με τους ανομολόγητους φόβους των ανθρώπων μπροστά στην ανεργία, την παγκοσμιοποίηση, την έλευση των μεταναστών και η προπαγάνδα τους είναι ξεκάθαρα απλή και συχνά με βαθιά περιφρόνηση για τον άνθρωπο. «Ένοχοι» για τα αληθινά -ή ενδεχόμενα- βάσανα του «απλού ανθρώπου» είναι οι μειονότητες: οι Εβραίοι, οι μουσουλμάνοι, οι Ρομά, οι ομοφυλόφιλοι. Κι όταν τα κόμματα αυτά βρουν έναν… χαρισματικό ηγέτη, διαπρέπουν. Ευτυχώς, όταν βρεθούν στην εξουσία, συνήθως αποδυναμώνονται, καθώς δεν έχουν την αντίστοιχη… ευκολία να βρουν εφαρμόσιμες λύσεις στα απτά προβλήματα των πολιτών.

Η γερμανική περίπτωση

Αυτό συνέβη όλες τις φορές που μπήκε η ακροδεξιά στα τοπικά κοινοβούλια στη Γερμανία, όπου πρακτικά αυτή τη στιγμή δεν παίζει ρόλο στο επίπεδο της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Οι νεοναζί του NPD και οι ακροδεξιοί Ρεπουμπλικάνοι μετά βίας μετρώνται στις δημοσκοπήσεις. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι οι ακροδεξιές «αξίες» δεν ευδοκιμούν στο γερμανικό έδαφος. Αντιθέτως, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έρευνα του Ιδρύματος Φρίντριχ Έμπερτ -του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος- ανέδειξε ότι και στο «κέντρο» της κοινωνίας αυγαταίνουν οι ξενόφοβες, σοβινιστικές και αντισημιτικές απόψεις - σε βαθμό που να απειλείται η δημοκρατία, όπως προειδοποιούν οι ερευνητές. Και για να αντιστραφεί η ανησυχητική αυτή εξέλιξη -η αντίστοιχη έρευνα του 2002 είχε αναδείξει πολύ καλύτερη εικόνα- οι ερευνητές θεωρούν απολύτως απαραίτητο «έναν σοβαρό και βαθύ εκδημοκρατισμό των κοινωνικών θεσμών». Η δημοκρατία, λένε, πρέπει να είναι απτή για τον πολίτη, στην καθημερινότητά του

Θέμα επικαιρότητας:
Μετανάστες, ιθαγένεια

Σύνολο: 26 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι