Ο Προβόπουλος και τα ΚΑΠΗ

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 30/10/2010

Ο κ. Προβόπουλος, µε την έκθεσή του, έθεσε µε προκλητικό τρόπο ένα πραγµατικό πρόβληµα. Ο κεντρικός τραπεζίτης της χώρας αυτή τη φορά δεν αρκέστηκε σε γενικές αναφορές και αφηρηµένες συστάσεις. Χρησιµοποίησε συγκεκριµένα παραδείγµατα, όπως οι εκδροµές των ΚΑΠΗ, οι µεταφορές µαθητών ή τα κανάλια της ΕΡΤ, για να δείξει ότι το πνεύµα της λιτότητας που έπληξε το εισόδηµα µισθωτών και συνταξιούχων και παρέσυρε στην άβυσσο της ύφεσης την αγορά παρέλειψε να χτυπήσει την πόρτα του Δηµοσίου ή τουλάχιστον µεγάλων τοµέων του που εξακολουθούν να λειτουργούν σπάταλα και αναποτελεσµατικά, µερικές φορές µε τρόπο σκανδαλώδη. Τα παραδείγµατα που χρησιµοποίησε ήταν σωστά. Αλλά η οπτική του γωνία ήταν λάθος.

Η οπτική γωνία του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος ήταν η οπτική γωνία των περικοπών. Επισήµανε σπατάλες σε περιοχές κοινωνικών δαπανών που πρέπει να περικοπούν για να µειωθεί το έλλειµµα. Αλλά το πρόβληµα θα έπρεπε, νοµίζω, να το δούµε από την αντίθετη οπτική γωνία. Με αφετηρία, δηλαδή, την επείγουσα ανάγκη να αυξηθούν οι πραγµατικές κοινωνικές δαπάνες σε µια περίοδο που η κοινωνική δυστυχία και η πραγµατική φτώχεια αυξάνονται µε ραγδαίους ρυθµούς. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω τη διαφορά.

Η Ελλάδα ξοδεύει σε δαπάνες κοινωνικής προστασίας ένα ποσοστό του ΑΕΠ λίγο χαµηλότερο από τον ευρωπαϊκό µέσο όρο. Το ποσοστό αυτό, ύστερα από µια πενταετία σταθερής αύξησης σε πραγµατικές τιµές των κοινωνικών δαπανών, έφθασε το 24,2% του ΑΕΠ το 2005, σταθεροποιήθηκε στο ποσοστό αυτό για λίγο, για να µειωθεί κάπως την τελευταία διετία. Το αντίστοιχο ποσοστό στη Σουηδία είναι 32% και ο ευρωπαϊκός µέσος όρος στο 27%. Συνεπώς η Ελλάδα δεν έχει περιθώριο να µειώσει τις κοινωνικές της δαπάνες για να κάνει οικονοµίες, ιδίως σε µια τέτοια περίοδο κοινωνικής δυστυχίας. Αλλο είναι το πρόβληµά µας. Το πρόβληµά µας είναι ότι οι κοινωνικές δαπάνες στη χώρα µας είναι κατ’ όνοµα µόνο κοινωνικές δαπάνες. Μικρό, ελάχιστο µέρος τους φθάνει στους δικαιούχους και µειώνει πραγµατικά τα ποσοστά φτώχειας. Το µεγαλύτερο µέρος τους χάνεται σε µια µαύρη τρύπα κακής οργάνωσης, γραφειοκρατίας, αναχρονιστικών και αναποτελεσµατικών µεθόδων και, βεβαίως, κοµµατικής διασπάθισης και διαφθοράς.

Μια µελέτη πανεπιστηµιακών είχε υπολογίσει ότι για κάθε ευρώ κοινωνικής δαπάνης που φθάνει στον προορισµό του δυόµισι µε τρία ευρώ χάνονται καθ’ οδόν. Και η Γιούροστατ έχει υπολογίσει ότι ενώ στην Ευρώπη κατά µέσο όρο οι κοινωνικές δαπάνες µειώνουν τα ποσοστά της φτώχειας κατά 5 ποσοστιαίες µονάδες (από το 24% στο 19% του πληθυσµού), στην Ελλάδα η αντίστοιχη απόδοση είναι εντελώς ασήµαντη, µόλις µία µονάδα (από 21% σε 20%).

Αυτό, λοιπόν, είναι ένα πρόβληµα που πρέπει επειγόντως να διευθετηθεί.

Οι κοινωνικές δαπάνες πρέπει να αυξηθούν για να αντιµετωπιστεί το δραµατικό κύµα φτώχειας, ανεργίας και απελπισίας που σαρώνει τη χώρα. Και επειδή δεν είναι ρεαλιστικό να διεκδικεί κανείς σε τέτοιους καιρούς ονοµαστική αύξηση της δαπάνης κοινωνικής προστασίας, ο µόνος δρόµος για να σταθεί στοιχειωδώς η ελληνική πολιτεία στο ύψος των υποχρεώσεών της είναι να εκσυγχρονιστούν τα δίκτυα κοινωνικής προστασίας, να εξορθολογιστούν οι µηχανισµοί αναδιανοµής εισοδήµατος, να χτυπηθεί η προκατακλυσµιαία γραφειοκρατία και, κυρίως, η λεηλασία των κοινωνικών πόρων από τα αδηφάγα πελατειακά δίκτυα των κοµµατικών µηχανισµών που βρίσκουν (µε το άλλοθι του αγαθού σκοπού και την προστασία της πλήρους αδιαφάνειας) ευκαιρίες να βάζουν χέρι στο ταµείο.

Εχει δίκιο ο κ. Προβόπουλος να επιτιµά (υπερβολικά ευγενικά) την κυβέρνηση γιατί δεν κινείται στην κατεύθυνση αυτή – αντίθετα, επιτρέπει να διευρύνονται οι µαύρες τρύπες της σπατάλης και της διαφθοράς. Αλλά έχει σηµασία, νοµίζω, να ξεκινάµε από την υπόθεση πως αν πρέπει να χτυπηθούν οι σπατάλες και ο ανορθολογισµός στο πεδίο των κοινωνικών δαπανών δεν είναι επειδή πρέπει, γενικά, να µειωθεί το έλλειµµα, αλλά γιατί πρέπει, ειδικά και επειγόντως, να αυξηθούν δραµατικά οι πραγµατικές κοινωνικές δαπάνες.

Θέμα επικαιρότητας:
Μνημόνιο-Κυβερνητική πολιτική

Σύνολο: 283 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι