Έτσι... χωρίς πρόγραμμα

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή, 06/03/2005

Ο εκτροχιασμός των ελληνικών δημοσίων οικονομικών έκανε ξανά το γύρο των μεγάλων ευρωπαϊκών εφημερίδων την περασμένη εβδομάδα. Τελευταία αφορμή ήταν η ασυνήθιστη και αυστηρή αναφορά του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν-Κλοντ Τρισέ σε κράτος μέλος της Ευρωζώνης, στην εισαγωγική του δήλωση προς τους δημοσιογράφους μετά τη σύνοδο του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας την Πέμπτη. Σε ένα τέτοιο δυσμενές κλίμα, η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να παρουσιάσει ως τις 21 Μαρτίου στην Ε.Ε. συγκεκριμένα μέτρα για τον περιορισμό του ελλείμματος. Αλλά οι ενέργειές της, με χαρακτηριστικούς τους σπασμωδικούς χειρισμούς στην υπόθεση του ΛΑΦΚΑ, δεν δείχνουν ότι θα μπορέσει να ανταποκριθεί και να αποτρέψει μια σοβαρή επιδείνωση της οικονομίας.

Παρεμβαίνοντας και πάλι στις συζητήσεις για την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας, που πιθανώς θα καταλήξουν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τέλος Μαρτίου, ο \κ. Τρισέ\ επανέλαβε την πάγια θέση της ΕΚΤ ότι "πρέπει να διατηρηθεί πλήρως η αξιοπιστία της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος". Από την άποψη αυτή, προσέθεσε, η ΕΚΤ "καλωσορίζει" την απόφαση του Συμβουλίου Ecofin να προχωρήσει, για πρώτη φορά, στο επόμενο διαδικαστικό βήμα απευθύνοντας ειδοποίηση την Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 104(9) της Συνθήκης. Η ΕΚΤ θεωρεί επίσης, είπε, ότι "η παράταση της προθεσμίας, από το 2005 στο 2006, για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος ωθεί το περιθώριο ερμηνείας των κανόνων και διαδικασιών στα όριά του". Και κατέληξε: "Είναι τώρα απαραίτητο η Ελλάδα να αναλάβει αποτελεσματική δράση για να διορθώσει τις σοβαρές δημοσιονομικές της ανισορροπίες".

Τη δήλωση Τρισέ διάβαζαν προχθές, μάλλον αυθαίρετα, οι Financial Times ως "οξεία μομφή στους υπουργούς Οικονομικών της Ευρώπης διότι παραχώρησαν στην Ελλάδα έναν ακόμα χρόνο για να μειώσει το υπερβολικό της έλλειμμα". Στο σκεπτικό της απόφασης της 17/2 του Ecofin για την Ελλάδα εξηγείται ωστόσο ότι η μείωση μέσα σε ένα χρόνο του ελλείμματος κατά περισσότερο από 2,6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (ώστε να πέσει κάτω από το 3%), θα συνεπαγόταν σοβαρό κόστος για την οικονομία, οπότε κρίθηκε ότι η προθεσμία έπρεπε να παραταθεί στο 2006. Οποιος άλλωστε γνωρίζει την εδώ κατάσταση, ξεκινώντας από τις μεγάλες υστερήσεις στα δημόσια έσοδα τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο, αντιλαμβάνεται ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά στην παράταση, αλλά στο πώς θα μπορέσει να τηρηθεί η δέσμευση του φετεινού προϋπολογισμού για μείωση του ελλείμματος κατά 1,9% του ΑΕΠ, και να μείνει μόνον ένα υπόλοιπο 0,7% (ή και περισσότερο, ανάλογα με το οριστικό ύψος του ελλείμματος του 2004, που περιμένουμε να πληροφορηθούμε τις επόμενες μέρες) για τον επόμενο χρόνο.

Η Frankfurter Allgemeine Zeitung, μια μέρα νωρίτερα, συνέδεε σχέδιο κανονισμού που μόλις υιοθέτησε η Επιτροπή για ουσιαστικότερους ελέγχους σε κάθε χώρα από την Eurostat με "το πρωτοφανές σκάνδαλο των ψευδών ελληνικών στοιχείων για το έλλειμμα". Και έγραφε ότι "η Αθήνα χώθηκε με εξωραϊσμένα στοιχεία στην Ευρωζώνη, αλλά ως τώρα δεν έχει τιμωρηθεί γι’ αυτό - και λόγω έλλειψης δυνατοτήτων κύρωσης στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης". Εμμεσες απειλές, σαν αυτήν της γερμανικής εφημερίδας, μπορεί να μην έχουν πραγματικό αντίκρυσμα, συμβάλλουν όμως στη διαμόρφωση πολύ αρνητικού κλίματος για τη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Πέρα από το χωροφύλακα

Αλλά αν η ελληνική περίπτωση χρησιμοποιείται κατά κόρον, και τόσο απαξιωτικά, στην ενδοευρωπαϊκή διαμάχη για τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας, το δημοσιονομικό μας πρόβλημα επιβάλλεται να αντιμετωπισθεί ανεξάρτητα από τον ευρωπαϊκό χωροφύλακα του Συμφώνου, όπως εξειδικεύεται για την Ελλάδα στην απόφαση του Ecofin της 17/2.

Πριν τις 21 Μαρτίου, προβλέπει η απόφαση, η κυβέρνηση πρέπει να υποβάλει έκθεση στην Επιτροπή, όπου θα περιγράφει τα μέτρα που θα εφαρμόσει φέτος για να μειώσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού, συνεκτιμώντας τις συνέπειες του ελλείμματος του 2004 και τις αβεβαιότητες που συνδέονται με το μακροοικονομικό σενάριο, δηλαδή ιδίως με την προβλεπόμενη μεγέθυνση. Στην ίδια έκθεση η κυβέρνηση θα πρέπει να περιλάβει μιαν όσο γίνεται ακριβέστερη περιγραφή των μέτρων που θα εφαρμόσει το 2006 για τη μείωση του ελλείμματος. Επιπλέον, θα πρέπει να υποβάλει εκθέσεις ανά εξάμηνο (ως τις 31 Οκτωβρίου 2005, τις 30 Απριλίου 2006 και τις 31 Οκτωβρίου 2006) όπου θα εξετάζει την πρόοδο που γίνεται, προκειμένου η Επιτροπή και το Ecofin να αξιολογούν τη συμμόρφωση της Ελλάδας προς την απόφαση. Τέλος, και αφού το έλλειμμα θα έχει πέσει κάτω από το 3% του ΑΕΠ, η Ελλάδα καλείται να εξακολουθήσει να το μειώνει τουλάχιστον κατά 0,5% το χρόνο, ώστε μεσοπρόθεσμα να ισοσκελίσει τα δημόσια οικονομικά ή να έχει πλεόνασμα.

Αυτά, ως προς το χωροφύλακα, που είναι αδύνατον πλέον να αγνοηθεί, γιατί θα το πληρώσουμε με περικοπές κοινοτικών πόρων και βαριά πρόστιμα.

Ακόμα περισσότερο όμως δεν μπορούν να αγνοούνται χωρίς αυξανόμενο κόστος οι σοβαροί εσωτερικοί λόγοι. Τους επικαλείται η έκθεση για τη νομισματική πολιτική που κατέθεσε στη Βουλή την Τρίτη ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος \Νίκος Γκαργκάνας\. Απαιτείται, υποστηρίζει, μεγάλη μείωση του ελλείμματος τη διετία 2005-2006, μετά τη διόγκωσή του το 2004, και συνέχιση της προσπάθειας επί σειρά ετών, ώστε να προκύψουν πλεονάσματα και σταθερή σημαντική μείωση του χρέους. Διαφορετικά, προβλέπει, θα υπάρξουν δυσμενείς συνέπειες για τη βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και υγείας και για την οικονομία ως σύνολο.

Η έκθεση υποδεικνύει έτσι επαναξιολόγηση των δαπανών, διεύρυνση της φορολογικής βάσης και περιορισμό της φοροδιαφυγής, ως απαραίτητες προϋποθέσεις για να μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές και για να γίνουν επαρκείς δημόσιες επενδύσεις που θα στηρίξουν την ανάπτυξη. Και, βέβαια, έγκαιρη πρόοδο στη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και υγείας, ενόψει της εντεινόμενης γήρανσης του πληθυσμού από το 2010.

Ποιος διάλογος;

Οι διόλου καινούργιες, αλλά ώς τώρα ανεφάρμοστες συστάσεις Γκαργκάνα πλήττουν συμφέροντα, και είναι αδύνατο να προωθηθούν χωρίς ευρύτερη κοινωνική αποδοχή. Για "οδυνηρές παρενέργειες" της προσαρμογής κάνει λόγο η έκθεση, θεωρώντας ότι μπορούν να αμβλυνθούν με κατάλληλα μέτρα υποστήριξης και ότι γι’ αυτό απαιτείται δημόσιος διάλογος και πλήρης ενημέρωση των συμμετεχόντων.

Αλλά στην αντίθετη κατεύθυνση κινείται η πολιτική της κυβέρνησης: Καταργώντας με νόμο τον περασμένο Ιούνιο τις εισφορές στο ΛΑΦΚΑ, διέλυσε έναν ελάχιστο και ανεπαρκή μηχανισμό αλληλεγγύης που λειτουργούσε στο ασφαλιστικό σύστημα από τους ευπορότερους συνταξιούχους προς τα φτωχότερα ταμεία. Ενίσχυσε ελάχιστα (4-6 ευρώ το μήνα) το εισόδημα όσων έπαιρναν σύνταξη 400-600 ευρώ, αλλά περισσότερο όσο μεγαλύτερη ήταν η σύνταξη (80 ευρώ στα 2.200), καθώς η εισφορά είχε προοδευτικό χαρακτήρα, κλιμακούμενη από 1% έως 3,6%. Και στέρησε τον κρατικό προϋπολογισμό και την κοινωνική ασφάλιση από έσοδα κοντά στα 200 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο.

Επιπλέον, με τις προσδοκίες των αναδρομικών που καλλιέργησε, και που, ύστερα από άθλιες απόπειρες να ξεφύγει, αναγκάσθηκε προχθές δια του πρωθυπουργού να εκπληρώσει, καταβάλλοντας πέντε εξαμηνιαίες δόσεις από τουχρόνου, επιβαρύνει το Δημόσιο με πάνω από 600 εκατομμύρια ευρώ. Από αυτά, 120 εκατομμύρια θα πληρώσει ο προϋπολογισμός του 2006, όταν για την πενιχρή αύξηση του ΕΚΑΣ φέτος διαθέτει μόλις 66 εκατομμύρια. Οι 110.000 συνταξιούχοι που παίρνουν σύνταξη πάνω από 1000 ευρώ έχουν να λαμβάνουν αναδρομικά από 966 μέχρι 3.360 ευρώ, και ακόμα περισσότερα, όταν για το ενάμιση εκατομμύριο των συνταξιούχων του ΟΓΑ, του ΝΑΤ και άλλων ταμείων, που παίρνουν λιγότερα από 400 ευρώ το μήνα, δεν δίνεται ούτε λεπτό, αφού αυτοί δεν πλήρωναν εισφορά στο ΛΑΦΚΑ.

Λιγότερη δημοσιότητα πήρε τις τελευταίες μέρες μια άλλη σπασμωδική ενέργεια που δεν δείχνει λιγότερο ανορθολογισμό στην οικονομική πολιτική: Μέσα στην αγωνία του για την υστέρηση των εσόδων, το υπουργείο Οικονομικών κατάργησε ξαφνικά με εγκύκλιο το αφορολόγητο αποθεματικό για επιχειρηματικές επενδύσεις μετά τη χρήση του 2004, προκαλώντας αγανάκτηση στο ΣΕΒ, τη ΓΣΕΒΕΕ και τη Συνομοσπονδία Εμπορίου. Το θέμα εδώ δεν είναι αν τα φορολογικά κίνητρα που ισχύουν είναι υπερβολικά, και αν χρειάζεται να αναθεωρηθούν, αλλά πώς από τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να ανατρέπεται το φορολογικό καθεστώς, και άρα και ο σχεδιασμός των επιχειρήσεων.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι