ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ: διάλογος χωρίς προαπαιτούμενα

Κωνσταντίνος Γ. Πατέστος, 25/11/2010

Το Κείμενο διαβούλευσης για την έναρξη διαλόγου που δημοσιοποίησε το Υπουργείο Παιδείας στην πρόσφατη Σύνοδο των Πρυτάνεων αποτελεί, εξ ορισμού, τη μοναδική βάση για διάλογο (ή/και πολεμική αντιπαράθεση, ακόμη και σφοδρή) αναφορικά με τη μεταρρύθμιση του Πανεπιστημίου στην Ελλάδα.

Εξ ορισμού αλλά και επί της ουσίας, αφού τα ζητήματα που θέτει είναι αυτά ακριβώς που (θα έπρεπε να) απασχολούν και την πανεπιστημιακή κοινότητα και την κοινωνία στο σύνολό της.

Όποιος λοιπόν σέβεται, ασφαλώς με κριτικό τρόπο, τους θεσμούς (σεβόμενος πρωτίστως τον εαυτό του, ως θεσμικού) δεν θα έπρεπε να αναζητεί προσχηματικούς λόγους για να αποφύγει τον διάλογο και την αντιπαράθεση. Προφανώς, κάθε πανεπιστημιακός ή κάθε Ίδρυμα είναι ελεύθερο να υιοθετεί τη στάση που θεωρεί καλύτερη, όμως και η κοινωνία έχει δικαίωμα να κρίνει.

Για τούτο νομίζω ότι ήταν εντελώς άστοχες, αν και σε διαφορετικό βαθμό, αφ’ενός μεν η δια τυμπανοκρουσιών αποχή των εκπροσώπων του μεγαλυτέρου τεχνολογικού Ιδρύματος της χώρας από τη συνάντηση της Κρήτης, αφ’ετέρου δε η ανακοίνωση της νέας μεταρρυθμιστικής ηγεσίας τής ΠΟΣΔΕΠ (“Το Προεδρείο της Ομοσπονδίας θεωρεί ότι το συγκεκριμένο κείμενο του Υπουργείου Παιδείας δεν μπορεί με κανένα τρόπο να αποτελεί τη βάση για τη διαβούλευση”).

Προφανώς και η Ομοσπονδία και οι παρατάξεις και οι ίδιοι οι πανεπιστημιακοί έχουν αναφαίρετο δικαίωμα αλλά και θεσμική υποχρέωση να τοποθετηθούν επί του κειμένου με τον τρόπο που θεωρούν προσφορότερο και κρίνοντάς το όπως νομίζουν. Ωστόσο, εν πάση περιπτώσει, δεν δικαιούνται να θεωρούν, εκ προοιμίου, ως προαπαιτούμενο για τον διάλογο την υιοθέτηση ενός δικού τους κειμένου.

Οποιος λοιπόν επιθυμεί ειλικρινά και διακαώς σήμερα, εδώ και τώρα, στο πλαίσιο της υπαρκτής κοινωνικής κατάστασης, μια ορθή αυθεντική μεταρρύθμιση διαρκείας, έχοντας από καιρό επεξεργαστεί συγκεκριμένες επιστημονικές επεξεργασίες και προτάσεις, αντιπαρέρχεται τις όποιες ενστάσεις και προσέρχεται στον διάλογο, διατυπώνει τις παρατηρήσεις του και αγωνίζεται να υιοθετηθούν κατ’αρχάς από την κοινωνία και εν συνεχεία από τους εκπροσώπους τής Πολιτείας.

Αυτά επί της διαδικασίας. Στην ουσία τώρα, περιοριζόμενος σε αυτά που κρίνω θεμελιώδη, πιστεύω ότι η πλειονότητα των προτάσεων του Υπουργείου ακολουθούν τον σωστό δρόμο, ορθά ενταγμένες στο πλαίσιο των αντιστοίχων προβληματισμών που αναπτύσσονται, την τελευταία τετραετία, μεταξύ των υπολοίπων ευρωπαϊκών πανεπιστημιακών κοινοτήτων.

Θεωρώ αρνητικό ότι η προτεινόμενη μεταρρύθμιση δεν καταργεί τις εισαγωγικές εξετάσεις, ουσιαστικώς δεν θίγει την κακώς νοούμενη “συνδιοίκηση”, ενώ ανέχεται την ολέθρια (ελληνικής, μάλλον, ευρεσιτεχνίας ) εξέλιξη των μελών ΔΕΠ (με κλειστή, μάλιστα, διαδικασία).

Θεωρώ αντιθέτως πολύ θετικό ότι: δημιουργούνται οργανωµένα προγράµµατα διδακτορικών σπουδών, για την εκλογή σε θέση διδακτικού προσωπικού τα απαιτούμενα προσόντα καθορίζονται, κατά τρόπον αυτόνομο, από κάθε Ίδρυμα στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας και ότι θεσμοθετούνται, όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι πιστωτικές μονάδες.

Διατηρώ ορισμένες αμφιβολίες για την είσοδο των φοιτητών σε Σχολές και όχι σε Τμήματα ή σε Σχολές μιας επιστήμης με πολλαπλές κατευθύνσεις (λ.χ., Αρχιτεκτονική Σχολή, με κατεύθυνση στον Αρχιτεκτονικό και Αστικό Σχεδιασμό, την Ιστορία και Αποκατάσταση, την Πολεοδομία και Χωροταξία, κοκ.).

Αναφορικά με το αγκάθι τής διακυβέρνησης των ΑΕΙ, που φαίνεται να αποτελεί το βασικότερο σημείο τριβής μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων απόψεων, νομίζω ότι, επί της αρχής, δεν θα έπρεπε να μας φοβίζει το λεγόμενο διαρχικό σύστημα, με την παρουσία στο Πανεπιστημιακό Συμβούλιο εξωτερικών παραγόντων, αρκεί να διευκρινιστεί, άπαξ διά παντός, ότι δεν πρόκειται για θεσμικούς εκπροσώπους ξένων, προς το Πανεπιστήμιο, συμφερόντων (όπως Σύνδεσμος Βιομηχανιών, Εκκλησία, Συνδικάτο, Τοπική Αυτοδιοίκηση κ.ά.) και ότι θα αποτελούν μειοψηφία, ο δε ρόλος τους θα είναι κυρίως συμβουλευτικός.

Η αρνητική κατάσταση (η οποία, στα λόγια, αναγνωρίζεται από όλους) έχει προ πολλού υπερβεί κάθε ανεκτό όριο, αξίζει λοιπόν να αναλάβουμε οποιοδήποτε ρίσκο. Πιστεύω πως δεν μπορούμε, ακόμη και στο πλαίσιο της “αστικής αξιοπρέπειας”, να συνεχίσουμε να ανεχόμαστε το προκλητικό και προσβλητικό αλισβερίσι μεταξύ γνωστών “θορυβουσών μειοψηφιών” από τη μια και συχνά εκβιάσιμων πρυτανικών αρχών από την άλλη, που όχι μόνο δείχνει να δικαιολογεί κάποιες υπερβολές στον προτεινόμενο “νόμο-πλαίσιο”, αλλά οδηγεί σχεδόν προγραμματικά σε θεσμικούς παραλογισμούς, όπως η προαναφερθείσα λαμπερή απουσία τού ΕΜΠ από τη Σύνοδο των Πρυτάνεων.

Μεταρρύθμιση τώρα, λοιπόν και οι αυθεντικές, ανανεωτικές/εκσυγχρονιστικές δυνάμεις τής Αριστεράς οφείλουν να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων.

-----

Ο Κωνσταντίνος Γ. Πατέστος είναι Καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο Πολυτεχνείο τού Τουρίνου και Καθηγητής (εκλεγμένος υπό διορισμό) στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων τού ΔΠΘ.

Θέμα επικαιρότητας:
Παιδεία

Σύνολο: 264 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι