Γλώσσα και ελληνικότητα

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 09/03/2005

Αν η αξία ενός βιβλίου είναι ευθέως ανάλογη με την ικανότητά του να προκαλεί γόνιμες συζητήσεις, η μελέτη του Νίκου Σβορώνου «Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού» (εκδόσεις Πόλις) αποδεικνύεται ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία που εκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια. Το διάβασα, αλλά δυστυχώς δεν το έχω μαζί μου εδώ όπου βρίσκομαι. Γι’ αυτό δεν θα ασχοληθώ με το κεντρικό ζητούμενο, δηλαδή την έννοια της ελληνικότητας, αλλά με μια παρατήρηση του φίλου Νάσου Βαγενά, ο οποίος έγραψε στις 23/1 ότι η θέση του Σβορώνου «βρίσκει μιαν απροσδόκητη» (ακούσια βέβαια) συνηγορία από τις μεταμοντερνιστικές απόψεις για τη γλώσσα ως απόλυτο διαμορφωτή τής πραγματικότητας. Διότι αν "δεν υπάρχει εκτός γλώσσας", όπως υποστηρίζουν οι απόψεις αυτές, αν τον κόσμο μου τον ορίζει η γλώσσα μου, και αφού δεν υπάρχει μία, παγκόσμια γλώσσα αλλά πολλές και διαφορετικές, τότε η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, που είναι αδιαμφισβήτητη, θα πρέπει να συντηρεί εκείνο που ο Σβορώνος περιγράφει ως λανθάνουσα ελληνική συνέχεια».

Ελλείψει χώρου θα προσπεράσω την «αδιαμφισβήτητη συνέχεια» της ελληνικής γλώσσας, μια θέση η οποία, μολονότι διαδεδομένη, δεν είναι ούτε απλή ούτε αυτονόητη. Πόσο συμπίπτουν όμως οι μεταμοντέρνοι και οι αντίπαλοί τους όσον αφορά τη λειτουργία τής γλώσσας; Κατά μία έννοια ο Ν. Βαγενάς έχει δίκιο. Οπως επίσης κατά μία έννοια θα είχε δίκιο αν έλεγε ότι οι μαρξιστές και οι νεοφιλελεύθεροι συμφωνούν ως προς την τεράστια σημασία της οικονομίας. Μπορούμε ωστόσο να συμπεράνουμε ότι οι μεν συνηγορούν υπέρ των δε; Νομίζω ότι η συζήτηση σε ένα τόσο αφηρημένο επίπεδο δεν ωφελεί. Γιατί αν δούμε τι κρύβεται κάτω από αυτές τις γενικεύσεις θα διαπιστώσουμε ότι οι υποτιθέμενοι σύμμαχοι διαφωνούν, και μάλιστα ριζικά.

Οι μεταμοντέρνοι (ας τους πούμε έτσι για να συνεννοηθούμε) δεν αρνούνται μόνο την άμεση πρόσβαση στην πραγματικότητα επικαλούμενοι την παρεμβολή της γλώσσας. Αν είχαν μείνει εκεί, τότε η προσφορά τους θα ήταν μια απλή παραλλαγή τού Καντ. Η θεωρία τους, εκτός από τον αφελή εμπειρισμό, αμφισβητεί επίσης, ή μάλλον κυρίως, την ικανότητα αυτού του υποχρεωτικού φίλτρου, δηλαδή της γλώσσας, να παράγει σταθερό, μόνιμο και μονοσήμαντο νόημα (Πράγμα που υποτίθεται ότι κάνουν οι καντιανές κατηγορίες). Σύμφωνα λοιπόν με τη σοβαρή εκδοχή του μεταμοντέρνου -γιατί υπάρχει και η «τσαχπίνικη», που επιτρέπει στον κάθε αγύρτη να λέει ό,τι θέλει- οι έννοιες δεν ανακαλύπτονται αυτούσιες αλλά παράγονται ή συγκροτούνται, όπως έγραψε στο «Βήμα της Κυριακής» ο Α. Λιάκος. Συνεπώς αλλάζουν, για τον εξής απλούστατο λόγο: τόσο οι ίδιες όσο και οι συνθήκες παραγωγής τους προσδιορίζονται χρονικά (ιστορία) και κοινωνικά (σχέσεις εξουσίας). Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για μεταφυσικές ουσίες που παραμένουν αναλλοίωτες, εφόσον ο χρόνος και οι κοινωνικές σχέσεις επηρεάζουν σε τελική ανάλυση την ταυτότητά τους. Αυτό και μόνο σημαίνει ο όρος «κατασκευή»· όχι λεκτικές ακροβασίες και αυθαίρετα σχήματα.

Η θεωρία του εθνορομαντισμού ξεκινάει κι αυτή από την πρωτοκαθεδρία της γλώσσας, με την παραδοχή ότι η κάθε γλώσσα κατασκευάζει τον κόσμο διαφορετικά. Κατά την άποψη του ιδρυτή της σχολής von Humboldt, οι λαοί αποκτούν τη δική τους γλώσσα, και συνεπώς νοοτροπία, μέσα από μια πράξη αρχικής (θεϊκής;) «προικοδότησης» που τα ίχνη της χάνονται στα βάθη του χρόνου. Ετσι, η θεωρία του εθνορομαντισμού υπονομεύει μεν την ιδέα μιας άμεσης πρόσβασης στην πραγματικότητα, την ίδια στιγμή όμως προϋποθέτει ένα μεταφυσικό, ήτοι εκτός χρόνου και κοινωνίας, ιστορικό υποκείμενο -δηλαδή τον κάθε λαό που μιλάει την κάθε συγκεκριμένη γλώσσα- ο οποίος λαός διατηρεί την ταυτότητά του διότι παραμένει πάντα «όμοιος εαυτώ» στο μέτρο που μιλάει την ίδια γλώσσα, όπως έλεγε ο Σεφέρης. Η προσφυγή στον Φρόιντ από τον Ν. Βαγενά, όταν λέει ότι η ελληνικότητα συντηρήθηκε «υποσυνειδησιακά» επί αιώνες, δεν αναιρεί αλλά τονίζει τον μεταφυσικό χαρακτήρα της.

Εδω βρίσκεται η βασική διαφωνία ανάμεσα στους μεταμοντέρνους και τους αντίπαλούς τους, την οποία ο Ν. Βαγενάς υποβαθμίζει. Για τους μεταμοντέρνους η γλώσσα, αυτή η υπέρτατη κατηγορία, μπορεί να είναι παντού, αλλά ουδέποτε συμπίπτει με τον εαυτό της. Γι’ αυτό και τα ιστορικά υποκείμενα που συγκροτεί, πάντα κάτω από διαφορετικές και κοινωνικά επίμαχες ιστορικές συνθήκες, δεν συμπίπτουν ποτέ με τον εαυτό τους. Δηλαδή, αλλάζουν γιατί δεν έχουν τη μεταφυσική ταυτότητα την οποία αναγκαστικά επικαλούνται όσοι πιστεύουν στη διαχρονική ελληνικότητα.

Δεν είναι της παρούσης να εκφέρουμε γνώμη για το μεταμοντέρνο γενικά. Οπως όλες οι θεωρίες λύνει κάποια προβλήματα δημιουργώντας άλλες απορίες και αντιφάσεις. Ομως οι γόνιμες συζητήσεις προϋποθέτουν έγκυρες και λεπτές διακρίσεις. Ο Ν. Δεμερτζής ορθά επισήμανε ότι είναι λάθος να συγχέουμε το εθνοτικό με το εθνικό. Νομίζω ότι η διάκριση μεταξύ των μεταμοντέρνων και των εθνορομαντικών στο θέμα τής γλώσσας πρέπει επίσης να αποσαφηνιστεί. Και μετά, ο καθένας ας διαλέξει.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι