Ποιος πληρώνει την αξιοπρέπεια;

Γιάννης Σακιώτης, 09/02/2011

Δεν θα ασχοληθώ με τους εργολάβους και τα διόδια. Το ταξίδι με ΙΧ είναι προαιρετικό –υπάρχουν και τα ΚΤΕΛ και τα τρένα. Αντίθετα, η δημόσια συγκοινωνία σε μεγάλες πόλεις είναι «υποχρεωτική» για την μεγάλη πλειονότητα των μετακινούμενων και θα όφειλε να είναι «υποχρεωτική» για πολύ μεγαλύτερες ομάδες του πληθυσμού, αν φυσικά μας ενδιαφέρει ως κοινωνία η βελτίωση της ποιότητας ζωής και το περιβάλλον.

Το κίνημα «δεν πληρώνω» στις δημόσιες συγκοινωνίες δεν είναι κίνημα. Μέχρι πρόσφατα, επρόκειτο για θρασείς τζαμπατζήδες, «επαναστάτες» της δεκάρας, που μετέφεραν το κόστος των χρημάτων που δεν πλήρωναν στα υπόλοιπα κορόιδα που πλήρωναν. Το κίνημα της «πάσας» του εισιτηρίου ήταν κατάπτυστο, το καταγγείλαμε πολλοί και διάφοροι και καλά κάναμε, όπως επισημαίνει ο Γιάννης Σχίζας σε πρόσφατο άρθρο του.

Δυστυχώς όμως σήμερα, πέρα από τους πάμφθηνους εντυπωσιασμούς διαφόρων πολιτικάντηδων της κακιάς ώρας και των κουστωδιών τους, ένα πολύ μεγάλο μέρος όσων αποφάσισαν να μην πληρώνουν εισιτήριο, βρίσκονται σε δεινή οικονομική θέση και δυσκολεύονται να πληρώσουν το αυξημένο εισιτήριο. Όσα ακολουθούν τα γνωρίζουμε όλοι: Τα εισοδήματα των μισθωτών έχουν συμπιεσθεί τρομακτικά, με δραστικές μειώσεις μισθών στον ευρύ δημόσιο τομέα και αντί μειώσεων τιμών σε προϊόντα και υπηρεσίες, πολύ μεγάλες αυξήσεις σε ΦΠΑ, καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα και γενικά στις τιμές λιανικής. Αποτέλεσμα, πραγματική μείωση της αγοραστικής αξίας των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων της τάξης του 25-30%. Σε ακόμη χειρότερη μοίρα βρίσκονται μικρο-έμποροι και ελεύθεροι επαγγελματίες, όσοι δηλαδή δεν εισπράττουν μισθό. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, χωρίς αποταμιευτικούς λογαριασμούς, κυκλοφορούν με κυριολεκτικά άδειες τσέπες. Ας σκεφτούμε ότι αντί 2 Ευρώ που χρειαζόταν ένας επιβάτης-χρήστης των δημόσιων συγκοινωνιών στην Αθήνα για μια μετακίνηση μετ’ επιστροφής, τώρα χρειάζεται 2,80 Ευρω. Τα 80 επιπλέον λεπτά αναλογούν σε μία φρατζόλα ψωμί ημερησίως.

Σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση, με προφανή τεράστια ευθύνη της ηγεσίας του υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, έλαβε την ακραία λανθασμένη απόφαση να προχωρήσει σε υπέρμετρες αυξήσεις των εισιτηρίων έως και 40%. Κάτι το οποίο συνεπάγεται επιβάρυνση του ετήσιου κόστους χρήσης των ΜΜΜ ως και 120 Ευρώ για τους κατόχους καρτών μηνιαίων διαδρομών.

Είναι απόφαση που στρέφεται κατά των φτωχών, παλαιών και νέων, ιδίως ενάντια σε όσους διαθέτουν ήδη δραστικά μειωμένο εισόδημα και ωθεί προς ακόμη εντονότερο κοινωνικό αποκλεισμό ομάδες πληθυσμού που ήδη βιώνουν τις δραματικές συνέπειες των μαζικών λουκέτων και των συνακόλουθων απολύσεων, αποκλείοντας τις από το βασικό κοινωνικό αγαθό της μετακίνησης. Επιπλέον, είναι μια απόφαση περιβαλλοντικά επιζήμια και κατά της ποιότητας ζωής των κατοίκων των μεγάλων πόλεων, αφού ενθαρρύνει τα ιδιωτικά μέσα μετακίνησης που είναι ρυπογόνα και συμβάλλουν στην κλιματική αλλαγή (ΙΧ αυτοκίνητο για μικρές αποστάσεις και μηχανάκια).

Η Δημόσια Συγκοινωνία είναι ένα από τα βασικότερα κοινωνικά αγαθά που επιδοτείται από το κράτος σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες. Ιδιαίτερα στις παρούσες συνθήκες οξύτατης οικονομικής ύφεσης, το κράτος είναι απαραίτητο να προστατεύσει αυτό το πολύτιμο κοινωνικό αγαθό, ενισχύοντας την επιδότηση της συγκοινωνίας, με μεταφορά πόρων από την ήδη υφιστάμενη αυξημένη φορολόγηση ρυπογόνων προϊόντων, όπως η βενζίνη. Επίσης, όπως επεσήμανε ο Τομέας Οικολογίας και Πράσινων Πολιτικών της Δημοκρατικής Αριστεράς, εγκαίρως, όσο ακόμη συζητιόταν το ύψος των αυξήσεων, η προσπάθεια καταστολής της εισιτηριοδιαφυγής (κίνημα της «πάσας»), που υπολογίζεται σε 40% (!), θα καθιστούσε χωρίς νόημα τις παράλογες αυξήσεις που έγιναν.

Τώρα πλέον έχουν ανάψει τα φλας των media και κάθε πικραμένος φοράει το καπέλο «δεν πληρώνω» για να βρει τα δικά του 5 λεπτά δημοσιότητας (κατά Γουόρχωλ), βρίσκοντας τζάμπα ευκαιρία να προσθέσει πολιτικό κόστος στην κυβέρνηση. Η υστερία τείνει να επικρατήσει τόσο στην κυβέρνηση που απειλεί με παραπομπή σε δίκες όσων συλλαμβάνονται να μην έχουν πληρώσει εισιτήριο (έλεος κε Ρέππα…) όσο και σε εκείνους που αισθάνονται ή υποδύονται τους «ρομπέν των εισιτηρίων» αλλά και σε όσους ποντάρουν σε πολιτικά οφέλη από τον χαμό που γίνεται. Το χειρότερο; Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά, καθώς στους οπαδούς της νομιμότητας υποβάλλεται η ισοπεδωτική σκέψη ότι εκείνοι που σπάνε τα ακυρωτικά μηχανήματα έχουν τις ίδιες ευθύνες με όσους απλά δεν πληρώνουν εισιτήριο.

Προσωπικά, σέβομαι και θα υπερασπιστώ με πάθος από τις συνέπειες του νόμου εκείνον που βρίσκεται σε πραγματική αδυναμία να πληρώσει το νέο αυξημένο εισιτήριο, ακόμη και αν το διατυμπανίζει ως μέλος του «κινήματος δεν πληρώνω», αναγνωρίζοντας την προτεραιότητα της κορυφαίας αξίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε όλοι οι προοδευτικοί πολίτες να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στην κινητικότητα για όλους όσους ζουν σε αυτόν τον τόπο. Θα αντιδράσω όμως και θα αντιπαρατεθώ με οποιονδήποτε μικρό ή μεγάλο τραμπούκο, με φασιστικό τρόπο επιχειρήσει να με «διατάξει» να μην ακυρώσω το εισιτήριό μου ή θα επιχειρήσει να καταστρέψει δημόσια περιουσία όπως τα ακυρωτικά μηχανήματα. Διότι δεν έχω μόνο την υποχρέωση να πληρώνω, αλλά και το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα να πληρώνω για τα συλλογικά αγαθά που επιθυμώ να παραμείνουν στην δημόσια σφαίρα.

Το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό. Και απαιτεί μια γενναία πολιτική κίνηση από τον πρωθυπουργό, ο οποίος μπορεί να άρει τις αυξήσεις ή εναλλακτικά να εξασφαλίσει «κοινωνικό» εισιτήριο για τους μη έχοντες.

Διακυβεύεται ο δημόσιος χαρακτήρας των συγκοινωνιών, το επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος, η ποιότητα ζωής και κυρίως το δικαίωμα των πιο αδύναμων στην αξιοπρέπεια.

*Μέλους της Πανελλήνιας Πολιτικής Επιτροπής της Δημοκρατικής Αριστεράς

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι