Bασική... παθογένεια

Eυθύνη όλων το πρόβλημα, ευθύνη όλων η λύση

Θανάσης Γεωργακόπουλος, 31/03/2005

Ο δημόσιος διάλογος που αναπτύσσεται γύρω από την υπόθεση του βασικού μετόχου έχει εξελιχθεί σε μείζον παράδειγμα των παθογενειών του πολιτικού μας συστήματος.

Το πρόβλημα γεννάται την εποχή της τελευταίας συνταγματικής αναθεώρησης. Σ’ ένα κείμενο από αυτές τις στήλες, με τίτλο «Προς τι η αναθεώρηση;» (15/2/01), επισημαίναμε πως, εκτός από τους χαρακτηρισμούς «άτολμη, άνευρη και ανούσια», έγινε λόγος (από τον N. Αλιβιζάτο) και για «επικίνδυνη αναθεώρηση». Τονίζαμε, δε, πως με δεδομένη «... τη διαφαινόμενη τάση να παρεισφρήσουν στο Σύνταγμα απίθανες λεπτομέρειες σε ορισμένα θέματα και ανεφάρμοστες προβλέψεις σε άλλα, ο χαρακτηρισμός κάθε άλλο παρά υπερβολικός μοιάζει...».

Στην περί ης ο λόγος αναθεώρηση, λοιπόν, οι πολιτικές δυνάμεις - ελέω πολιτικού κόστους και αντιδιαπλοκικής ρητορικής - κατέληξαν στην περίφημη παράγραφο 9 του άρθρου 14 για τα Media, η οποία και «απίθανες λεπτομέρειες» περιείχε, πράγμα που είναι ασύνηθες στα συνταγματικά κείμενα και σε «ανεφάρμοστες προβλέψεις» κατέληγε.

H μετέπειτα πορεία έδειξε πως η τότε πλειοψηφία εισηγήθηκε τη σχετική διάταξη υποκύπτοντας στην πίεση της ρητορικής, με την υστεροβουλία πως ο εκτελεστικός νόμος που θα επακολουθούσε και, κυρίως, η πράξη θα ελαχιστοποιούσαν τις επιπτώσεις της. Και πως η τότε αξιωματική αντιπολίτευση είχε πάρει τοις μετρητοίς τη ρητορική εκείνης της περιόδου εξ ου και ο νέος εκτελεστικός νόμος που έφερε ως κυβέρνηση, ο οποίος «εξαντλούσε» τις συνέπειες της συνταγματικής διάταξης.

Να διευκρινίσουμε, πριν αναφερθούμε στη συγκυρία, πως οι αντιρρήσεις για τη συνταγματική διάταξη δεν οφείλονταν στην παραγνώριση των προβλημάτων «διαπλοκής», αθέμιτης επιρροής, νοθευμένου ανταγωνισμού κ.λπ., τα οποία δημιουργούνται με αφορμή το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Ούτε σε μια χαζοχαρούμενη φιλελεύθερη άποψη που δαιμονοποιεί οποιαδήποτε ρύθμιση και δημόσια παρέμβαση στον ανταγωνισμό.

Οφείλονταν κατά κύριο λόγο στην εκτίμηση για το ανεφάρμοστο, παράλογο, αναχρονιστικό και υπερ-γραφειοκρατικό τής σχετικής διάταξης, η οποία κινδύνευε να οδηγήσει στο αντίθετο του επιδιωκόμενου - υποτίθεται - αποτελέσματος. Και οι διαδοχικοί εκτελεστικοί νόμοι το απέδειξαν. Ανάγλυφα παραδείγματα, η έννοια του βασικού μετόχου προσδιορισμένη είτε στο 5% είτε στο 1%, η απαίτηση για γενεαλογικό δένδρο (πιστοποιητικά διαφάνειας) των διευθυντικών στελεχών κάθε εταιρείας που συναλλάσσεται με το Δημόσιο ή η νεώτερη απαίτηση να ονομαστικοποιηθούν οι μετοχές αυτών των εταιρειών (2,5 εκατ. δήλωσε η ΙΒΜ πως είναι οι μέτοχοί της!).

Φθάσαμε έτσι στη βίαιη αντίδραση της Κομισιόν, στην προοπτική παραπομπής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και στην απειλή διακοπής της ροής ευρωπαϊκών κονδυλίων. H βιαιότητα και η ταχύτητα της αντίδρασης αυτής δεν οφείλεται, βέβαια, μόνο στα νομικά προβλήματα, αλλά και στη διάθεση παραδειγματισμού των 10 νέων μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ενόχληση που έχει δημιουργήσει η ελληνική «απογραφή» όσον αφορά τις ευθύνες υπηρεσιών της Κομισιόν, αλλά και - γιατί όχι; - στις πιέσεις ισχυρών κέντρων οικονομικής ισχύος.

Ο δημόσιος διάλογος που αναπτύχθηκε στη χώρα μας έπειτα και από την αντίδραση της Κομισιόν ανέδειξε ακόμα περισσότερο τις παθογένειες - αν όχι την παρακμή - του πολιτικού μας συστήματος.

Ο K. Καραμανλής έδειχνε να κινείται έως τώρα με προτεραιότητα την πολιτική και όχι την οικονομία, σε ανάλογα, δηλαδή, μονοπάτια που είχε πορευθεί ο A. Παπανδρέου την πρώτη οκταετία του. H διαφορά, όμως, είναι πως τώρα η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης έχει προχωρήσει και μαζί της οι δεσμεύσεις και οι υποχρεώσεις της κάθε χώρας-μέλους. Έτσι, λοιπόν, η Νέα Δημοκρατία νομοθέτησε, πηγαίνοντας στα άκρα τη συνταγματική ρύθμιση, αγνοώντας τον ευρωπαϊκό περίγυρο αλλά και τους κοινωνικούς συσχετισμούς, με δεδομένη τη σημερινή φάση του καπιταλισμού.

Το ακόμα χειρότερο, όμως, είναι η έως τώρα αντίδραση στην αντίδραση της Κομισιόν, καθώς αυτή δεν θυμίζει μόνο τη μεθοδολογία της πρώτης οκταετίας του ΠΑΣΟΚ, αλλά και επιχειρήματα του στυλ εκείνου του αλησμόνητου «θα καταρρίψουμε τους δορυφόρους αν εκπέμψουν στην Ελλάδα». Το, δε, σόφισμα για την πλήρη υπεροχή του εθνικού Συντάγματος έναντι του Ευρωπαϊκού Δικαίου μοιάζει να ροκανίζει κατακτήσεις στις σχέσεις της χώρας με την Ευρώπη και να καλλιεργεί από επίσημα χείλη έναν άγονο και επικίνδυνο ευρωσκεπτικισμό, αν όχι αντιευρωπαϊσμό.

Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ πολιτεύεται λες και δεν ήταν το κόμμα που εισηγήθηκε τη συνταγματική αναθεώρηση και τη σχετική διάταξη. Στη φάση της νομοθέτησης, μάλιστα, η επιχειρηματολογία του κινήθηκε, κατά κύριο λόγο, υπερασπιστικά των θιγομένων. Στη συνέχεια δεν κατόρθωσε να κρύψει τη χαρά του για την αντίδραση της Κομισιόν και έμοιαζε να διακηρύττει πως ζούμε σε οικονομικό καθεστώς υγιούς και τέλειου ανταγωνισμού και γενικότερα σ’ έναν «όμορφο κόσμο, ηθικό, αγγελικά πλασμένο», που απλώς διαταράσσεται από τη N.Δ.

Εδώ που φθάσαμε, η άριστη λύση θα ήταν η αυτοκριτική όλων για την περίφημη συνταγματική διάταξη. Στη συνέχεια, να βρεθεί συναινετικά μια sui generis λύση για την επίμαχη διάταξη (που δεν μπορεί να μένει παντελώς κενό γράμμα έως την επόμενη αναθεώρηση) και ταυτόχρονα να εκπονηθεί ένα πακέτο ρυθμίσεων που να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα. H περαιτέρω ενίσχυση της διαφάνειας στους διαγωνισμούς του Δημοσίου, η αποκατάσταση της τάξης στο ραδιοτηλεοπτικό πεδίο με τις (όχι δωρεάν) αδειοδοτήσεις και τους ελέγχους οικονομικών και πόθεν έσχες, η εισαγωγή ελεγκτικού (και «αποτρεπτικού») ρόλου των δημοσιογράφων και των παραγωγών στην ιδιοκτησία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, η αναβάθμιση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, η προώθηση και - κυρίως - η εφαρμογή μέτρων κατά της συγκέντρωσης κ.ο.κ. είναι τμήματα αυτού του πακέτου που μπορούν να λειτουργήσουν πολύ πιο αποτελεσματικά από τη συνταγματική έμπνευση.

Αν ελέω της παθογένειας του πολιτικού μας συστήματος η λύση αυτή δεν καταστεί δυνατή, ας ευχηθούμε ότι επιμέρους αλλά βασικές αλλαγές του νόμου της κυβέρνησης θα αποτρέψουν τα χειρότερα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι