Αυθορμητισμός και πολιτική

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 06/04/2005

Λίγες ημέρες πριν από τις τελευταίες δημοτικές εκλογές ήρθε στο σπίτι μου ένας υδραυλικός. Κι επειδή δύο Ελληνες δεν μπορούν να μοιράζονται τον ίδιο χώρο δίχως να συζητούν κάτι, πιάσαμε την κουβέντα, η οποία έπειτα από λίγο στράφηκε στην επερχόμενη αναμέτρηση. «Δεν πιστεύω στα κόμματα», μου είπε.

«Με ενδιαφέρει μόνο αν κάποιος είναι καλό παιδί. Κι αν είναι καλό παιδί τον ψηφίζω, με όποιον και να ’ναι». Επειτα από μια τέτοια δήλωση μπορείτε να φανταστείτε την έκπληξή μου όταν μου αποκάλυψε το ιδεολογικό του στίγμα: «Εγώ είμαι αναρχικός!». Δεν αντέδρασα, φαίνεται όμως ότι διάβασε την έκφραση στο πρόσωπό μου και αισθάνθηκε την ανάγκη να μου το εξηγήσει: «Και θα σου πω γιατί. Είμαι αναρχικός γιατί με εμένα τα βάζει το κράτος. Μου ζητάει φόρο εισοδήματος, μου ζητάει ΦΠΑ, μου ζητάει τα κέρατά του!»

Ηθελα να του πω, αλλά κρατήθηκα, ότι τα λόγια του κάτι μου θυμίζουν. Συγκεκριμένα, έτυχε να ζήσω σε μια χώρα όπου οι «αναρχικές» του ιδέες έγιναν πολιτική πράξη: στη Βρετανία τής Θάτσερ, εκεί όπου το κράτος ανακηρύχθηκε υπ’ αριθμόν ένα εχθρός και οι φόροι μειώθηκαν για να μπορεί το κάθε άτομο να επιλέγει ελεύθερα πώς θα ξοδέψει τα λεφτά του αντί να αποφασίζουν για λογαριασμό του κάποιοι απρόσωποι γραφειοκράτες.

Αν ο υδραυλικός μού θύμισε τη Θάτσερ, έχουν υπάρξει έκτοτε κάμποσες περιστάσεις που μου θύμισαν τον υδραυλικό. Για παράδειγμα, όποτε ακούω την άποψη ότι οι περισσότεροι Ελληνες είναι ενστικτωδώς και αυθορμήτως αριστεροί. Φυσικά, οι δημοσκοπήσεις που υποτίθεται ότι την τεκμηριώνουν αποκαλύπτουν επίσης ότι οι περισσότεροι Ελληνες εμπιστεύονται τον στρατό, θαυμάζουν (μέχρι προσφάτως) τον Χριστόδουλο και θέλουν οι μετανάστες να πάνε από κει που ήρθαν. Τι συμβαίνει; Απλούστατα, η δυσπιστία προς την εκάστοτε κυβέρνηση και το κράτος ερμηνεύεται ως ψήφος εμπιστοσύνης στην Αριστερά.

Πρόσφατα μάλιστα, διάβασα στην «Ε» μια ανάλυση, όπου ο φίλος Κώστας Βεργόπουλος μας λέει, αν θυμάμαι κι αν κατάλαβα καλά, ότι η Αριστερά μπορεί να μην τραβάει ως κόμμα, αλλά στο επίπεδο των αυθόρμητων λαϊκών αντιδράσεων η ιδεολογία της ηγεμονεύει. Ητοι, υπάρχει μια πρωτογενής, μια άμεση αριστεροσύνη, η οποία θάλλει. Συνεπώς, πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ’ναι.

Για το θέμα κάτι έχει να πει ο Μαρξ: Ο καπιταλισμός δεν δημιουργεί ανθρώπους ικανοποιημένους και ευτυχείς. (Αυτό υποτίθεται ότι θα έκανε ο σοσιαλισμός, συνεπώς οι δυσαρεστημένοι στον «υπαρκτό» δεν μπορεί παρά να ήταν ή τρελοί ή πράκτορες). Αντίθετα, προϋποθέτει και στηρίζεται στην αίσθηση του ανικανοποίητου και του ανεκπλήρωτου, στην ανασφάλεια και το φόβο της αποτυχίας, που δεν επιτρέπει τον εφησυχασμό. Ελεύθερος ανταγωνισμός σημαίνει ότι όποιος στέκεται και δηλώνει ευτυχής με την κατάσταση ως έχει, μένει πίσω. Δηλαδή ο καπιταλισμός, το σύστημα που δημιουργεί συνεχώς νέες ανάγκες, ωθείται από έναν εσωτερικό μηχανισμό με ανεξάντλητο καύσιμο τη μη αποδοχή τού ισχύοντος.

Και αν ο Μαρξ ζούσε σήμερα και έβλεπε το θρίαμβο του οικονομικού φιλελευθερισμού, ίσως μας έλεγε ότι η θεωρία του για την αίσθηση του ανικανοποίητου είναι μόνο η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή αποκαλύπτει μια επιπλέον, όχι άμεσα ορατή διάσταση: ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα το οποίο δεν εξαφανίζει τα προβλήματα και τη δυσαρέσκεια, επειδή αναπαράγεται από τις λύσεις που εμείς δίνουμε για να λύσουμε τα προβλήματα και να απαλλαγούμε από τη δυσαρέσκεια. Αυτό είναι το μυστικό της ευρωστίας του. Δεν προσφέρει την ευτυχία, αλλά επιβιώνει ουσιαστικά μέσα από αντιδράσεις των δυσαρεστημένων, σαν τον «αναρχικό» υδραυλικό.

Ο ρόλος της αριστερής πολιτικής είναι να φέρει στην επιφάνεια αυτήν ακριβώς τη διάσταση. Αποτελεί λοιπόν τραγικό λάθος να βαφτίζουμε τη δυσαρέσκεια αυθόρμητη και ανεπεξέργαστη αριστεροσύνη, κατηγορώντας ταυτόχρονα τα κόμματα ότι δεν μπορούν να την εκπροσωπήσουν σωστά. Τα κόμματα μπορεί να έχουν μύρια ελαττώματα. Παραμένουν όμως οι φορείς της πολιτικής. Και η αριστερή πολιτική δεν είναι η απλή διεκπεραίωση μιας αμεσότητας -η λέξη και μόνο θα έκανε τα κόκαλα του Μαρξ να τρίζουν- αλλά ένας λόγος και μια πρακτική που επιδιώκει την ουσιαστική ανατροπή τού ισχύοντος και όχι την αναπαραγωγή του. Γι’ αυτό και αποδεικνύεται αφάνταστα δύσκολη. Η Αριστερά σήμερα, με την πλάτη στον τοίχο και ανίκανη να επεξεργαστεί νέες λύσεις, επικαλείται μια αδιαφοροποίητη δυσαρέσκεια για να διατηρήσει τις ψευδαισθήσεις της. Ψάχνει και βρίσκει ανθρώπους που διαμαρτύρονται, σαν τον «αναρχικό» υδραυλικό, και τους θεωρεί δικούς της· ψάχνει και βρίσκει αιτήματα του τύπου «Εγώ θέλω πιο πολλά και δεν με νοιάζει πού θα τα βρείτε» και τα θεωρεί εξ ορισμού προοδευτικά. Η αμεσότητα, ως ιδεολόγημα, καταλήγει πάντα σε μια πολιτική συντηρητική με το πρόσχημα ότι εκφράζει έναν αυθορμητισμό πιο βαθύ και γνήσια ανατρεπτικό.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι