Χρόνια χαμηλή μεγέθυνση προδιαγράφει η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 01/05/2005

Οι οξείες αντιδράσεις που προκάλεσε η φετεινή ετήσια έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος συνδέονται οπωσδήποτε με τη σύγχυση γύρω από την κυβερνητική οικονομική πολιτική, την εντεινόμενη δυσπιστία και τους φόβους για επερχόμενη χειροτέρευση του εισοδήματος, της απασχόλησης και των συνθηκών ζωής που τροφοδοτεί η κυβερνητική ασάφεια σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Μετά τη διάψευση των προεκλογικών υποσχέσεων, ελάχιστους πείθουν οι διαβεβαιώσεις ότι την αύξηση του ΦΠΑ δεν θα ακολουθήσουν άλλα, πιο επώδυνα μέτρα.

Τα αρνητικά σχόλια του Τύπου και την ασυζητητί απόρριψη από μέρους εκπροσώπων των κομμάτων της αντιπολίτευσης και των συνδικάτων συνάντησαν και πάλι οι εισηγήσεις της έκθεσης για τη συγκράτηση των μισθών, για μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας και του συστήματος των συντάξεων, και, βέβαια, για ταχεία δημοσιονομική προσαρμογή, που εκλήφθηκαν ως προανάκρουσμα νέων μέτρων. Η αναδίπλωση της κυβέρνησης που, ενώ επί εβδομάδες προετοίμαζε το έδαφος προαναγγέλλοντας διαλόγους και μιλώντας για την ανάγκη ευρύτερων συναινέσεων, μπροστά στις αντιδράσεις παρέπεμψε τις οποιεσδήποτε αποφάσεις για το επίμαχο ασφαλιστικό στις επόμενες τετραετίες, δεν καθησύχασε κανέναν. Γιατί, πέρα από τις ενέργειες ή την απραξία της, η προοπτική επιδείνωσης της οικονομίας είναι ορατή.

Με βέβαιη την υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας φέτος στο 3%, λόγω της δημοσιονομικής προσαρμογής αλλά και των υψηλών τιμών του πετρελαίου που επιδρούν ανασχετικά σε όλην την Ευρώπη, το ερώτημα για την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος είναι αν η επιβράδυνση θα είναι προσωρινή, ή θα εγκαινιάσει μια περίοδο χαμηλότερων ρυθμών ανάπτυξης. Για να συμβεί το πρώτο, διατείνεται, απαιτείται μετασχηματισμός της οικονομίας ώστε να πάψει να στηρίζεται στην εγχώρια ζήτηση, όπως όλα τα τελευταία χρόνια, και να ανταποκριθεί στις συνθήκες που επικρατούν στις παγκόσμιες αγορές, προσανατολίζοντας εκεί την παραγωγή της. Αυτό προϋποθέτει, κατά την έκθεση, σειρά μεταρρυθμίσεων για να βελτιωθεί η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα, στις οποίες συγκαταλέγονται η αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό.

Αν η ανάλυση της έκθεσης είναι ορθή, η Τράπεζα της Ελλάδος ουσιαστικά προδιαγράφει χαμηλή μεγέθυνση για πολλά χρόνια για την Ελλάδα, εφόσον η κυβέρνηση δεν διαθέτει κανένα σχέδιο για να προωθήσει τέτοιες μεταρρυθμίσεις, ούτε διαμορφώνεται στην κοινωνία κάποια μεταρρυθμιστική δυναμική, αν όχι στη λογική της Τράπεζας, σε μιαν αντίληψη που να μπορούσε να γίνει ευρύτερα αποδεκτή και να φέρει αποτελέσματα.

Μισθοί

Γνωστή είναι από χρόνια η θέση του κ. \Γκαργκάνα\ ότι οι αυξήσεις των μισθών θα πρέπει να αντανακλούν, πέρα από την άνοδο της παραγωγικότητας, το μέσο πληθωρισμό της Ευρωζώνης και όχι τον υψηλότερο ελληνικό, ώστε να μη διαβρώνεται η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Αυτό που οι εργαζόμενοι βλέπουν να διαβρώνεται είναι η αγοραστική τους δύναμη, με τον ίδιο τον κ. Γκαργκάνα να προβλέπει ότι ο πληθωρισμός φέτος θα ανέβει στο 4% από το 2,9% πέρυσι, συνεπεία της αύξησης του ΦΠΑ και των τιμών του πετρελαίου, και ταυτόχρονα να αποτρέπει από την κάλυψη των απωλειών.

Αλλά η εντόπιση στους μισθούς του κύριου παράγοντα πληθωρισμού είναι προβληματική σε μιαν οικονομία όπου μόλις πέρυσι οι μισθωτοί ξεπέρασαν το 60% των απασχολουμένων. Και ακόμα προβληματικότερη αναδεικνύεται μετά τις πρόσφατες αποκαλύψεις για συμφωνημένες ανατιμήσεις στα σούπερ μάρκετ και στην κινητή τηλεφωνία. Στη φετεινή έκθεση απλώς επαναλαμβάνονται κάποιες αναφορές στην ανεπαρκή λειτουργία του ανταγωνισμού ορισμένων αγορών και αντίστοιχες συστάσεις, δεν δίνεται όμως συνέχεια σε παλαιότερες απόπειρες να περιγραφεί ο ρόλος των κερδών στην πληθωριστική διαδικασία.

Σε παραπλανητικά συμπεράσματα άλλωστε μπορεί να οδηγήσει η εξέλιξη του συνολικού μεγέθους των μισθών, όταν δεν συζητούνται οι μεταβολές στη διάρθρωσή τους. Από στοιχεία που δημοσιεύει η έκθεση προκύπτει ότι, αποπληθωρισμένες, οι μέσες ακαθάριστες αποδοχές στο σύνολο της οικονομίας αυξήθηκαν την τελευταία πενταετία κατά 13,8% και κατά μία μονάδα λιγότερο, 12,7%, οι καθαρές αποδοχές του μέσου μισθωτού λόγω μεγαλύτερης φορολογικής επιβάρυνσης. Αλλά στο Δημόσιο οι μέσες ακαθάριστες αποδοχές αυξήθηκαν κατά 20,6% (με μεγαλύτερη την αύξηση 7,4% το 2004), στις δημόσιες επιχειρήσεις μάλιστα κατά 30,3%. Πολύ λιγότερο, 12%, αυξήθηκαν στον ιδιωτικό τομέα εκτός τραπεζών, και 10,6% στις τράπεζες (που παλαιότερα, τη δεκαετία του 1990, προηγούνταν στις αυξήσεις). Στη μεταποίηση οι ωριαίες αποδοχές των εργατών αυξήθηκαν κατά 12,7%. Μόλις κατά 6,2%, τέλος, αυξήθηκαν οι κατώτατες αποδοχές της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, καθώς δεν παύει να διευρύνεται η απόστασή τους από τις μέσες.

Τις διαφοροποιήσεις αυτές, που δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε ότι εκφράζουν διαφορές στην εξέλιξη της παραγωγικότητας, ούτε ότι περιορίζουν τις ανισότητες, δεν τις σχολιάζει η έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Αλλά και δεν απασχολούν τη δημόσια αντιπαράθεση, ενώ θα έπρεπε να ενδιαφέρουν τα συνδικάτα ιδίως.

Ανισότητες

Νέο στοιχείο στη φετεινή έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος συνιστά μια πρώτη διερεύνηση των ανισοτήτων στην ελληνική οικονομία με βάση τους ευρωπαϊκούς δείκτες. Διαπιστώνοντας την πραγματική σύγκλιση της τελευταίας δεκαετίας, καθώς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε από το 65,1% του μέσου όρου της Ε.Ε. των 15 το 1995 στο 75,8% το 2004, η έκθεση επισημαίνει ότι η κατανομή του εισοδήματος σε μας ήταν περισσότερο άνιση. Αυτό τεκμηριώνεται και με το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας 10,5% το 2004 έναντι 8% στην Ε.Ε. των 15, και με το ποσοστό των ανθρώπων που ήσαν κάτω από τη "γραμμή φτώχειας" (το 60% της διαμέσου του εισοδήματος όλου του πληθυσμού): 20%, το υψηλότερο μαζί με την Πορτογαλία, έναντι 16% στην Ε.Ε. των 15 το 2001.

Επιπλέον, ο λόγος του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού προς το φτωχότερο 20%, μειώθηκε μεταξύ 1994 και 2000 στην Ελλάδα όπως και στην Ε.Ε., παρέμεινε όμως μεγαλύτερος: από 6,5 σε 5,7 έναντι μείωσης από 5,1 σε 4,6 στους 15.

Τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας εισηγείται η έκθεση και επειδή μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της οικονομικής ανισότητας αντιμετωπίζοντας τη φτώχεια στο βαθμό που συνδέεται με την ανεργία, με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Αλλά προσθέτει ότι για τη φτώχεια που αφορά κοινωνικά αδύναμους πολίτες χρειάζεται κρατική στήριξη στη βάση μιας καλά σχεδιασμένης κοινωνικής πολιτικής με μακροπρόθεσμη στόχευση. Τονίζει μάλιστα ότι η δημοσιονομική προσαρμογή πρέπει να λάβει υπόψη την ανάγκη για μιαν ενεργητική κοινωνική πολιτική για τη στήριξη των πιο αδύναμων.

Με τη θέση αυτή, η Τράπεζα της Ελλάδος έρχεται απροσδόκητα να συνηγορήσει υπέρ της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, την οποία απέρριψε η κυβέρνηση επικαλούμενη ακριβώς τη δημοσιονομική προσαρμογή.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι