Ενός κακού -των φινλανδικών εγγυήσεων- μύρια έπονται...

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 28/08/2011

Τους ασκούς του Αιόλου άνοιξε η διμερής συμφωνία που συνήψε την προηγούμενη εβδομάδα ο υπουργός Οικονομικών Ευάγγελος Βενιζέλος με τη Φινλανδή ομόλογό του για την εγγύηση που θα χορηγούσε η Ελλάδα στη Φινλανδία, προκειμένου η χώρα με την τόσο αρνητική στάση απέναντι σε «διασώσεις» άλλων μελών της Ευρωζώνης να συγκατατεθεί να μετάσχει στη χρηματοδότηση ενός δεύτερου ελληνικού πακέτου. Η γνωστοποίηση της συμφωνίας κλόνισε την ήδη εξαιρετικά ασταθή, όπως αποδείχθηκε, απόφαση που είχαν ανακοινώσει οι 17 κυβερνήσεις του ευρώ στις 21 Ιουλίου. Με τον πολιτικό θόρυβο που πυροδότησε σε διάφορες χώρες - μέλη να μην καταλαγιάζει, στην ισχυρότερη Γερμανία μάλιστα να παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις, ήρθαν πια την Πέμπτη και οι περιβόητες αγορές να προεξοφλούν και πάλι τη χρεωκοπία της Ελλάδας,

θεωρώντας αβέβαιο το πότε, ακόμα και το αν τελικά, η απόφαση της 21ης Ιουλίου θα υλοποιηθεί. Οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων εκτινάχθηκαν έτσι σε αστρονομικά ύψη: στο 18,5% τα δεκαετή, τα δε διετή σε 46%

Μια νέα, συμβιβαστική λύση στο θέμα των εγγυήσεων άρχισε να επεξεργάζεται την Παρασκευή το απόγευμα το Eurogroup σε επίπεδο συνεργατών των υπουργών Οικονομικών, την Ελλάδα εκπροσωπούσε ο πρόεδρος του ΣΟΕ Γιώργος Ζανιάς. Στο ελληνικό υπουργείο ελπίζουν σε κατάληξη αυτήν την εβδομάδα.

Για τη σύναψη της άτυχης συμφωνίας ο κ. Βενιζέλος θα είχε μια δικαιολογία να επικαλεστεί. Στην ανακοίνωση των 17 Ευρωπαίων ηγετών περιλαμβάνεται και η ακόλουθη παράγραφος 9, η οποία μπήκε στο κείμενο κατ’ απαίτηση των Φινλανδών: «Όπου ενδείκνυται, μια εγγυητική ρύθμιση θα τίθεται σε εφαρμογή, ούτως ώστε να καλύπτεται ο κίνδυνος που ανακύπτει για κράτη - μέλη της Ευρωζώνης από τις εγγυήσεις τους στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας [EFSF]». Ο κίνδυνος δηλαδή η Ελλάδα να μην τα καταφέρει να αποπληρώσει το δάνειο που θα λάβει έγκαιρα, και τα κράτη - μέλη να υποστούν απώλειες. Ο προσωρινός μηχανισμός EFSF, υπενθυμίζεται, συστήθηκε πέρυσι μετά το πρώτο δάνειο προς την Ελλάδα (σε διμερή βάση από τις χώρες - μέλη), έχει διαθέσιμα 440 δισ. ευρώ (από τα οποία 13,9 δισ. είναι η αναλογία των εγγυήσεων της Φινλανδίας με την ΑΑΑ πιστοληπτική ικανότητα), ήδη χρηματοδοτεί την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, και στις 21 Ιουλίου προβλέφθηκε να καλύψει επίσης το δεύτερο δάνειο προς εμάς.

Ο Έλληνας υπουργός φαίνεται να σκέφτηκε ότι σπεύδοντας να κλείσει μια συμφωνία με τους δύστροπους Φινλανδούς -έστω και αν, αποδεχόμενος να καταθέσει μιαν ισόποση εγγύηση, θυσίαζε μεγάλο μέρος από το ένα δισ. ευρώ που θα ήταν η συμμετοχή τους στα 109 δισ. συνολικά του πακέτου- βγάζει από τη μέση ένα πολιτικό αγκάθι ώστε να προχωρήσει πιο γρήγορα η υλοποίηση της απόφασης. Χάρηκε μάλιστα γιατί κατάφερε να αποκλείσει την παροχή εμπράγματων εγγυήσεων, ταμπού στην ελληνική δημόσια συζήτηση (που εντωμεταξύ ξαναμπαίνει στο τραπέζι), αλλά αυτονόητη για την Φινλανδία, η οποία έτσι, βάζοντας ενέχυρο τις κρατικές επιχειρήσεις της, είχε δανειστεί και μπόρεσε να βγει από την ανάλογη κρίση που την είχε πλήξει τη δεκαετία του 1990, όταν κατέρρευσε ο κύριος εμπορικός της εταίρος, η σοβιετική οικονομία.

Πλανήθηκε όμως. Το περιεχόμενο μιας τέτοιας διμερούς συμφωνίας δεν μπορούσε, προφανώς, να κρατηθεί μυστικό. Και, από τη στιγμή που έγινε γνωστό, δεν μπορούσε παρά να εξοργίσει κυβερνήσεις, αντιπολιτεύσεις και την κοινή γνώμη σε άλλες χώρες. Η μία μετά την άλλη, Αυστρία, Ολλανδία, Σλοβενία, Σλοβακία, άρχισαν να ζητούν μιαν εξίσου ευνοϊκή ρύθμιση και στη δική τους περίπτωση. Στην Ιταλία και την Ισπανία, που δέχονταν επίθεση από τις αγορές και μόνο χάρη στην παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας συγκρατούν το κόστος δανεισμού τους σε ένα 5% από 6,5% που είχε φτάσει, φαινόταν παράξενο να στηρίζουν το δικό μας δανεισμό μέσω του EFSF με 3,5%. Και η Γερμανία την απέκλεισε απολύτως.

Οι συνθήκες στα απόνερα της μεγάλης παγκόσμιας κρίσης άλλωστε, η υψηλή ανεργία, η απειλή επανόδου της ύφεσης, η γενικευμένη αναγκαστική λιτότητα για να αντιμετωπιστεί το συσσωρευμένο χρέος, που υφίστανται σε διαφορετικό βαθμό οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, είναι μεν σε όλες τους λιγότερο σκληρές από τις δικές μας, δεν καλλιεργούν όμως και μεγάλη γενναιοδωρία απέναντί μας. Όσο περιορισμένη εμπειρία και αν είχε ο κ. Βενιζέλος από την τόσο πολύπλοκη ευρωπαϊκή πολιτική και χρηματοοικονομική κατάσταση, αυτό έπρεπε να το γνώριζε. Και ακόμα λιγότερο μπορεί να κατανοηθεί πώς, ως διακεκριμένος νομικός, φαντάστηκε ότι μπορεί αυτός να συνομολογήσει με μία χώρα της Ευρωζώνης διμερώς μια ρύθμιση που αδικεί τις υπόλοιπες 15. Οι διαβεβαιώσεις του, μόλις ξέσπασε σχετικά διεθνής αρνητική δημοσιότητα, ότι η συμφωνία τελούσε προφανώς υπό την έγκριση του Eurogroup, και επιστολές που έστειλε σε όλους τους Ευρωπαίους υπευθύνους, διόλου δεν εξάλειψαν το πρόβλημα. Ούτε είχαν όσο βάρος θα ήθελε οι εκκλήσεις του, και από το βήμα της Βουλής προχθές, να υλοποιηθούν το ταχύτερο οι αποφάσεις της 21ης Ιουλίου.

Στη Γερμανία οι σοβαρότερες αντιδράσεις

Διότι, παράλληλα με την, προς διευθέτηση πλέον, υπόθεση των εγγυήσεων, διαμορφώνεται μια γενικότερη αβεβαιότητα γύρω από την ψήφισή τους στα κοινοβούλια των 17 χωρών της Ευρωζώνης. Αν στη Γαλλία, στο Βέλγιο, και κάποιες χώρες ακόμα, περνούν χωρίς πρόβλημα, δυσκολίες αντιμετωπίζουν η Γερμανίδα καγκελάριος Άγγελα Μέρκελ με τον υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να πείσουν τους ίδιους τους βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού. Σε αυτές ήρθε να προστεθεί την περασμένη εβδομάδα ο έντονος σκεπτικισμός για την ακολουθούμενη ευρωπαϊκή πολιτική που εξέφρασαν δύο κορυφαίοι πολιτειακοί παράγοντες, ο Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας και ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου, Χριστιανοδημοκράτες αμφότεροι, τρεις μάλιστα, εφόσον συμπεριλάβουμε και την κεντρική τράπεζα Bundesbank με το υψηλό κύρος που διαθέτει στη χώρα.

Συμβολικού χαρακτήρα είναι η θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας στη Γερμανία, και ο Κρίστιαν Βουλφ, που την κατέχει, δεν συνηθίζει να παρεμβαίνει στην τρέχουσα πολιτική. Το έκανε όμως με την ευκαιρία μιας διάσκεψης οικονομολόγων στο Λίνταου την Τρίτη, για να καταφερθεί κατά των «διασώσεων», τραπεζών και κρατών, κατά της αγοράς κρατικών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κατά της «παρανόησης» της αλληλεγγύης ότι τάχα συνίσταται στην οικονομική στήριξη των άλλων μόνο, στην εγγύηση των δανείων τους, ή καν στον από κοινού δανεισμό μαζί τους. Όσοι άσκησαν κακές δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές πρέπει να υφίστανται πλήρως τις συνέπειες, τόνισε, θυμίζοντας «κάποια κράτη» που παρουσίαζαν επί χρόνια ψεύτικες στατιστικές, ξόδευαν υπερβολικά, χρησιμοποιούσαν τα χαμηλά επιτόκια για καταναλωτικές δαπάνες, ενώ οι υπόλοιποι τα κοίταζαν...

Αν όμως, στερημένος από πραγματικές εξουσίες, ο κ. Βουλφ ως κεφαλή του κράτους απλώς ενεθάρρυνε τους πολλούς στη Γερμανία που τρέφουν παρόμοιες αντιλήψεις, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου Νόρμπερτ Λάμερτ μπορεί να παρεμβάλει πραγματικά εμπόδια στην προώθηση των ευρωπαϊκών αποφάσεων. Αφού πρώτα αμφισβήτησε την προθεσμία 23 Σεπτεμβρίου που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για την ψήφιση του σχετικού νόμου, τώρα αποκρούει και την εξουσιοδότηση στον υπουργό Οικονομικών να χειρίζεται τον EFSF, που επιζητεί ο Σόιμπλε, επιμένοντας ότι κάθε απόφαση που επηρεάζει τα δημόσια οικονομικά της χώρας πρέπει να περνάει από την εθνική Βολή. Στο μεταξύ στις 7 Σεπτεμβρίου το Συνταγματικό Δικαστήριο στην Καρλσρούη θα εκδώσει απόφαση πάνω σε προσφυγή πολιτικών και πολιτών κατά της βοήθειας προς την Ελλάδα και της χρηματοδότησης του EFSF - το οποίο πάντως μέχρι τώρα έχει απορρίψει αρκετές προσφυγές ευρωσκεπτικιστών.

Χωρίς πολιτική εξουσία, αλλά με ισχυρή επιρροή στην οικονομία, και η Bundesbank, τέλος, επέκρινε με δριμύτητα τόσο τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου, όσο και την αγορά κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ, στο μηνιαίο δελτίο της που κυκλοφόρησε τη Δευτέρα. Ιδίως βάλλει κατά της χώρας μας, κάνοντας λόγο για κράτη που επί χρόνια παραβιάζουν τους κοινούς κανόνες, αλλά προστατεύονται με «εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους» από τις αγορές κεφαλαίων και μπορούν έτσι να χρηματοδοτούν τα χρέη τους πιο φτηνά και από τις βοηθούσες χώρες. Επιπλέον καυτηριάζει τη χορήγηση και νέας βοήθειας στην Ελλάδα, όταν δεν έχουν τηρηθεί πλήρως οι δεσμεύσεις του πρώτου πακέτου (δηλαδή του Μνημονίου): «απέναντι σε αποτυχίες στην επίτευξη των στόχων η αντίδραση πρέπει να είναι πρόσθετες βελτιώσεις εκ μέρους της βοηθούμενης χώρας, όχι χαλάρωση των απαιτήσεων του προγράμματος βοήθειας», υπογραμμίζει.

Στη Γερμανία ακούγονται, βέβαια, και ισχυρές φωνές αντίθετες στην παραπάνω ακραία, αντι-ευρωπαϊκή εντέλει λογική, από τους Σοσιαλδημοκράτες, τους Πράσινους, την Αριστερά, και με πλούσια αρθρογραφία στον Τύπο: πιο αλληλέγγυες, προοδευτικές, υπέρ του να προχωρήσει η ευρωπαϊκή ενοποίηση, δημοσιονομικά και πολιτικά. Στην εύλογη χαρά μας για τις απόψεις αυτές δεν πρέπει να μας διαφεύγει όμως ότι από τη σχετική επιχειρηματολογία πολύ συχνά εξαιρείται ρητά η χώρα μας -μεταξύ των υποστηρικτών των ευρωομολόγων ιδίως-, κάποτε μάλιστα υποδεικνύεται η έξοδός μας από το ευρώ, σενάριο το οποίο ο Σόιμπλε είναι εκείνος που πιο σταθερά και κατηγορηματικά αποκρούει. Ούτε μπορούμε να παραβλέπουμε πόσο αρνητικά επηρεάζει η συζήτηση στη Γερμανία μια σειρά άλλες χώρες.

Θέμα επικαιρότητας:
Οικονομική κρίση

Σύνολο: 955 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι