Ο ήπιος λόγος της ανανέωσης

Για την αντιδογματική γραφή του Σοφιανού Χρυσοστομίδη

Γιάννης Παπαθεοδώρου, 05/12/2011

Μαθαίνω πως σύντομα ο Σοφιανός έχει γενέθλια – κλείνει, λένε, τα ενενήντα του χρόνια. Μαζί με τις αυτονόητες θερμές ευχές μας, καλό είναι να σχολιάσουμε αυτή τη ζηλευτή μακροημέρευση, με όρους συντροφικούς – ας μη φοβηθούμε τη λέξη : δηλώνει συλλογικότητες και αλληλεγγυότητες με μακρά ιστορία μέσα στο χώρο της αριστεράς. Πράγματι, ο χρόνος στάθηκε ευνοϊκός μαζί του αλλά αυτό δεν είναι αναγκαία και ικανή συνθήκη για να τιμήσουμε ένα πρόσωπο εγνωσμένου άλλωστε, κύρους και αναγνώρισης. Κάτι άλλο λοιπόν πρέπει να είναι αυτό που μας έφερε απόψε εδώ. Κάτι που υπερβαίνει το σεβασμό στην πείρα και τη γνώση ενός ανθρώπου ∙ κάτι που μπορεί να μας απασχολήσει πολιτικά, γιατί αφορά την ίδια την ταυτότητα της ανανεωτικής αριστεράς, την παρουσία της μέσα στη δημόσια σφαίρα. Εξηγούμαι : Αν ο αντιδογματισμός είναι πρώτα απ’ όλα ένα ύφος και ένα ήθος, τότε η περίπτωση του ΣΧ αξίζει να συζητηθεί (και να τιμηθεί) από «εμάς», τους φανατικούς αναγνώστες του, γιατί αποτελεί μια υποδειγματική άσκηση του δημόσιου λόγου της αριστεράς, μέσα σε καιρούς δύσκολους.

Πώς διαμορφώθηκε όμως αυτός ο ήπιος λόγος που προϋποθέτει, πάντως, μια μεγάλη ρήξη και σύγκρουση με τα κατάλοιπα μιας συγκεκριμένης τάξης του λόγου και μιας συγκεκριμένης πολιτικής κουλτούρας ; Εκ των υστέρων τα πράγματα για μας φαίνονται πιο εύκολα. Τώρα που έχει τελειώσει ο «αιώνας του κομμουνισμού», τώρα που ο υπαρκτός σοσιαλισμός ηττήθηκε κοινωνικά και ιδεολογικά, τώρα που ο σταλινισμός ενδιαφέρει μόνο ορισμένους νοσταλγούς (παλιούς και νέους) το φάντασμα της δογματικής σκέψης μοιάζει σχεδόν γραφικό ∙ έτοιμο να επαναλάβει τον εαυτό του πρώτα ως τραγωδία και μετά πάλι ως τραγωδία.

Αν ωστόσο υιοθετήσουμε μια πιο ιστορική ματιά, θα καταλάβουμε πως για τον ΣΧ και τους ανθρώπους του καιρού του, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά και τόσο αυτονόητα. Ο ιδεότυπος του αριστερού είχε τα χαρακτηριστικά μιας στράτευσης σχεδόν απόλυτης, ακόμη και στο πεδίο του λόγου. Ο δογματισμός - ας μη το ξεχνάμε- δεν είναι απλώς μια υπερβολή κάποιων μηχανισμών που παράγουν σταθερές και αυτονόητες «αλήθειες» αλλά είναι ταυτόχρονα και μια ιδιοποίηση του ατομικού λόγου από εξουσίες που προϋποθέτουν συνολική δέσμευση, πειθαρχία, λογοκρισία και αυτολογοκρισία. Από αυτή την άποψη, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να σκεφτούμε πώς και πότε δημιουργούνται οι ρωγμές και οι ανατροπές, που θα οδηγήσουν αργότερα σε απόπειρες ανανέωσης του κομμουνιστικού κινήματος.

Τι σημαίνει, αίφνης, η μνήμη του Απρίλη του ’44 για τους αιγυπτιώτες Έλληνες αριστερούς ; Τι σημαίνει για το νεαρό αρχισυντάκτη μιας παροικιακής εφημρρίδας να «κόβει», το 1953, ένα ποίημα του Τσίρκα για τον Στάλιν που «δεν έκανε κανένα λάθος» ; Τι σημαίνει να είσαι ένας «Τσέχος» μέσα σε συνεξόριστους «δωδεκατικούς» στον καιρό της χούντας; Τι σημαίνει να έχεις το θάρρος να γηράσκεις «αεί αναθεωρών», εξακολουθώντας να γράφεις το δικό σου πολιτικό «ημερολόγιο καταστρώματος», σε εκείνη τη δεξιά στήλη της Αυγής με τον τίτλο «Ελεύθερα και απροκατάληπτα» ;

Για να προσεγγίσουμε αυτά τα ερωτήματα καλό είναι να θυμηθούμε μερικά χρονικά ορόσημα, έχοντας κατά νου πως «η ιστορία είναι αυτή που ερμηνεύει και εμάς ακόμη που την ερμηνεύουμε». Πάει, λοιπόν, σχεδόν ένας αιώνας – αυτός ο φοβερός «σύντομος εικοστός αιώνας» - που η ζωή του ΣΧ συναντήθηκε με κρίσιμα γεγονότα : Β΄ παγκόσμιος πόλεμος, εμφύλιος, τέλος των αποικιακών καθεστώτων, δικτατορία, διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος, μεταπολίτευση, πτώση του «υπαρκτού», εποχή των νέων οικονομικών κρίσεων. Με άλλα λόγια, ο ΣΧ ζει και γράφει μέσα σε στιγμές πύκνωσης των ιστορικών γεγονότων, τα οποία αλλάζουν ριζικά τη φυσιογνωμία του σύγχρονου κόσμου, συμπαρασύροντας μαζί τους πολλές από τις βεβαιότητες των αριστερών πολιτών. Ο ΣΧ παρακολουθεί τα γεγονότα αυτά, όχι ως απλός παρατηρητής αλλά ως σχολιαστής με πολιτική θέση και παρέμβαση, συχνά υποχρεωτική και άμεση, με τους όρους που υπαγορεύει η δημοσιογραφική επικαιρότητα.

Κι είναι νομίζω αυτή η πολιτική θέση που του επέτρεψε μια θετική μεροληψία στη γραφή του. Ο λόγος του, ένας λόγος «υπέρ αδυνάτων» διασχίζει ολόκληρη τη θεματική του, υπενθυμίζοντας διαρκώς στον αναγνώστη πως υπάρχουν ακόμη «της γης οι κολασμένοι». Χωρίς απαραίτητα αυτό να σημαίνει πως θέλουν να πάνε - ή πρέπει να τους οδηγήσουμε – σε εκείνο το «σοσιαλιστικό παράδεισο» που εξελίχθηκε σε εφιάλτη.

Η πένα του είναι διαμορφωμένη από νωρίς και διαθέτει εμφανή πλεονεκτήματα : ανοιχτοί ορίζοντες του κοσμοπολιτισμού, λόγια παιδεία, γνώση της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, δυνατότητα της ιεράρχησης της πληροφορίας, ισχυρή προσήλωση στη δημοκρατική αντιπαράθεση απόψεων και επιχειρημάτων, μακριά από τη λεκτική βία και τον ευτελισμό του αντιπάλου. Το κυριότερο, ωστόσο, σε όλη αυτή τη διαδρομή και τη διαμόρφωση της γραφής είναι η ικανότητα του ΣΧ να κατανοεί τον κόσμο με όρους αλλαγής, με εκείνες τις απαραίτητες «στοχαστικές προσαρμογές», που προκρίνουν τις κατάλληλες – ή, έστω, τις πιθανές- συμμαχίες ως απαραίτητο μηχανισμό της διάνοιξης ενός (ακόμη πιο) δημοκρατικού μέλλοντος και μιας ήπιας ηγεμονίας για την αριστερά. Κι αν ο σοσιαλισμός «άργησε μια μέρα», ο ΣΧ διαβλέπει από νωρίς τις δυνατότητες που υπάρχουν για αυτή τη μόνη αριστερά που τον ενδιαφέρει ∙ την ανανεωτική αριστερά: τις δυνατότητες κριτικής παρέμβασης στο δημόσιο χώρο, με έναν αντιρητορικό τόνο που προσπερνάει τις ανέξοδες διακηρύξεις για να οδηγηθεί στην ουσία των πραγμάτων ∙ τις δυνατότητες θετικών συμβολών και προτάσεων πέρα από την καταγγελία.

Δεν είναι τυχαίο πως τα αντιδογματικά γραπτά του ΣΧ είχαν ευρεία απήχηση όχι μόνο μέσα στο δημοσιογραφικό και πολιτικό κόσμο αλλά και μέσα στο αναγνωστικό κοινό. Σπάνια θα βρει κανείς ένα πρόσωπο που «βγαίνει» μέσα από την αριστερά να διαθέτει τόσο πολλούς συνομιλητές, σχεδόν από όλο το ιδεολογικό φάσμα. Κι αυτό συμβαίνει, νομίζω, επειδή σταδιακά υπάρχει μια μετατόπιση στο λόγο του ΣΧ. Θα μπορούσα να την περιγράψω συνοπτικά ως εξής : από την προγραμματικά αριστερή στην «ηθικοπολιτική» θεώρηση της δημοκρατίας. Στη σύλληψη, δηλαδή, ότι η αριστερά συμμετέχει – πρέπει να συμμετέχει – στη συνδιαμόρφωση της δημοκρατικής πολιτικής μέσα από ένα «διάλογο χωρίς τέλος». Γιατί είναι αυτός ακριβώς ο διάλογος που επιτρέπει το δυνητικό και συγκρουσιακό ανταγωνισμό των απόψεων και προτάσεων, όχι μόνο βελτιώνοντας την ποιότητα της ισότητας και της ελευθερίας, αλλά γιατί αυτός ο διάλογος μας φέρνει διαρκώς αντιμέτωπους με το πρόβλημα της αναγνώρισης του Άλλου.

Θα έλεγα πως αυτή η αίσθηση διαπερνά ακόμη και τη μορφή των κειμένων του ΣΧ. Μια φράση από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα μπορεί να τον οδηγήσει στο σχολιασμό της «Αραβικής άνοιξης», μια ανάμνηση από τη δικτατορία να γεφυρωθεί με τα σύγχρονα απεχθή» σταγονίδια, μια επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στο Ισραήλ να ανακαλέσει εκείνο το ανεπανάληπτο «Αργήσατε, λίγο δεν νομίζετε:», που είχε πει ο Μπρέζνιεφ στον Καραμανλή, κατά την πρώτη επίσκεψή του στη Μόσχα το 1978. Κοινός παρονομαστής σε τούτο το μικρό ταξίδι στο χρόνο και στο χώρο, είναι η προσπάθεια να βρεθούν αντιστοιχίες και παραλληλισμοί, που δεν θα επιβάλλουν συμπεράσματα αλλά θα αφήνουν τον ίδιο τον αναγνώστη να δημιουργήσει μόνος του τα ερωτήματα γύρω από τον πυρήνα των γεγονότων. Το σχόλιο, έτσι, γίνεται πάντα μια αφορμή για την αναγνώριση της πραγματικότητας, της πολυπλοκότητας και της συνθετότητάς της.

Όσοι ψάχνουν για αριστερή «γραμμή», καλό είναι να μην διαβάζουν τα κείμενα του ΣΧ. Η γραφή του συνεισφέρει μόνο στην απορητική προβληματική των υπομνήσεων, των γόνιμων ερωτημάτων, των πολλών και πολλαπλών οπτικών γωνιών, της ανταγωνιστικής διάστασης που εμπεριέχει ήδη και πάντα ο δημοκρατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό. Αντιλαμβάνομαι την εύλογη ένσταση. Σε ένα καιρό που η ηπιότητα αντιμετωπίζεται ως αδυναμία, ή έστω ως εξομάλυνση των ιδεολογικών διαφορών, ο λόγος του ΣΧ θα μπορούσε να εκληφθεί ως παραδομένος στη «γοητεία της συναίνεσης». Κι όμως, δεν είναι έτσι. Η «ηθικοπολιτική» θεώρηση της δημοκρατίας και ο αντιδογματισμός του ΣΧ δεν είναι μια αφελής αναζήτηση πλουραλισμού αλλά ένας μαχητικός τρόπος αναζήτησης μιας άλλης αριστεράς, της δημοκρατικής αριστεράς. Θα μου επιτρέψετε, τελειώνοντας, να υπενθυμίσω ένα μικρό παλιό απόσπασμα από ένα άρθρο του στην Αυγή, στο οποίο ο ίδιος οριοθετεί τις δικές του «κόκκινες γραμμές», με αφορμή μια επέτειο για την αποκατάσταση της δημοκρατίας :

«Ξέρω, για κάποιους υπεραριστερούς, η σημερινή μας δημοκρατία δεν αξίζει "φράγκο ". [Και λένε "φράγκο ", επειδή απεχθάνονται το "ευρώ"...]. Συνεπώς, αν οι εργαζόμενοι θέλουν να δουν "θεού πρόσωπο", θα πρέπει να διαμορφώσουν μια "ενιαία αριστερά", η οποία θα διακηρύξει: Πρώτον, αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ, δεύτερον, παύση πληρωμών, τρίτον, εθνικοποίηση των τραπεζών και όλων των μεγάλων επιχειρήσεων, τέταρτον (εν όψει δημοτικών εκλογών) όχι ψηφοδέλτια αυτοδιοίκησης, αλλά "ψηφοδέλτια ανατροπής ". Άρα...; Υπάρχει κάποια άλλη αριστερά ; [….] Ασφαλώς, ναι. Πάντως, ορισμένες από τις αρχές της Δημοκρατικής Αριστεράς ανέπτυξε ο Φώτης Κουβέλης, στην πρόσφατη εθιμοτυπική επίσκεψή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κάρολο Παπούλια: Ναι, στην ανάγκη αλλαγής και λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος... Ναι, στην ανάγκη ενός επίπονου αριστερού ευρωπαϊσμού, "προκειμένου ν’ αναβαθμισθούν οι δυνάμεις της εργασίας και στην Ελλάδα, και στην Ευρώπη ". Και, φυσικά, ναι, στην αλλαγή περιεχομένου μιας πολιτικής, που οδήγησε στο σημερινό πελατειακό κράτος και την αδιαφάνεια. Μόνο που η αλλαγή αυτή πρέπει να γίνει "με όρους δημοκρατίας "... Αλλά για τους "όρους της δημοκρατίας", για την ίδια τη δημοκρατία, θα έχουμε πολλά να πούμε, στις εβδομάδες που έρχονται.»

Θα περιμένουμε πάντα Σοφιανέ να σε διαβάζουμε τις επόμενες εβδομάδες και στα χρόνια που έρχονται. Και σε ευχαριστούμε πολύ για το ήθος και το ύφος σου.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι