Νόμος και διδαχή...

Πάσχος Μανδραβέλης, Η Καθημερινή, 21/12/2011

Ενα από τα διαχρονικά προβλήματα των ελληνικών Μέσων Ενημέρωσης είναι η τήρηση της δεοντολογίας. Δεν αναφερόμαστε στα περίπλοκα ηθικά ζητήματα που αντιμετωπίζει ένας δημοσιογράφος κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, θέματα για τα οποία γίνονται έντονες συζητήσεις στις δημοσιογραφικές κοινότητες όλου του κόσμου, πλην της ελληνικής. Αυτά στην Ελλάδα είναι λυμένα διά του αντιιμπεριαλισμού. Για παράδειγμα, όταν όλος ο κόσμος συζητούσε για το πόσο επηρεάζεται, έστω έμμεσα, ένας δημοσιογράφος που για να καλύψει τον πόλεμο του Ιράκ έπρεπε και για λόγους ασφαλείας να ακολουθεί τα στρατεύματα των εισβολέων, στην Ελλάδα ο δημοσιογραφικός κόσμος είχε λύσει το πρόβλημα, χρησιμοποιώντας την υπέρτατη αρχή του αντιαμερικανισμού. Οι «εγκιβωτισμένοι» ήταν «όνειδος της δημοσιογραφίας»· οι ανταποκριτές στη Βαγδάτη, που δεν μπορούσαν να στείλουν ούτε ένα «και» χωρίς να περάσει από τη λογοκρισία του καθεστώτος, ήταν «ήρωες της δεοντολογίας».

Το θέμα είναι ότι τα ελληνικά ΜΜΕ αποτυγχάνουν και στα απλά. Οπως να ξεχωρίσουν τον φονιά από τον κατηγορούμενο για φόνο. Αυτό δεν είναι απλώς ένα ηθικό ζήτημα. Μπορεί τίτλοι όπως «Ιδού ο αιμοσταγής φονιάς» να προκαλούν αλγεινή εντύπωση, αλλά μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το ψεύδος της είδησης. Αυτό που, διασταυρωμένα, ξέρει ο δημοσιογράφος είναι ότι κάποιος κατηγορείται για δολοφονία. Αυτό είναι το πραγματικό στοιχείο της υπόθεσης και αυτό πρέπει να μεταδώσει. Οι χαρακτηρισμοί δεν είναι μόνο αήθεις· εμπεριέχουν τον κίνδυνο διάψευσης.

Αυτό το δεοντολογικό πρόβλημα η Πολιτεία αποφάσισε να το λύσει με ένα μεγαλύτερο πρόβλημα. Με σειρά νόμων και διατάξεων από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων άρχισε η προληπτική λογοκρισία. Στους δημοσιογράφους απαγορεύτηκε όχι απλώς να δημοσιοποιούν τις δικές τους «αποφάσεις» περί της ενοχής κάποιου, αλλά και τα ονόματα των κατηγορουμένων. Νομοθετικές προχειρότητες, και άκρως αντιδημοκρατικές. Αποσιωπώντας μια είδηση -υποτίθεται για την προστασία του κατηγορουμένου- στην ουσία προστατεύονται οι κατήγοροι. Οποιοσδήποτε αστυνομικός μπορεί να συλλάβει οποιονδήποτε εν σιωπή. Η σύλληψη και η κατηγορία ενός ατόμου είναι μέγιστες διοικητικές πράξεις που πρέπει να περνούν από ενδελεχή κοινωνικό έλεγχο. Με τη λογοκρισία δεν μαθαίνουμε ποιοι κατηγορούνται, αλλά ταυτοχρόνως δεν μαθαίνουμε τι κάνουν οι αστυνομικές και διοικητικές αρχές. Κανείς δεν μπορεί να ελέγξει αν κάνουν καλά τη δουλειά τους ή αν συλλαμβάνουν άσχετους ή μέχρι και αν εκδίδουν σωρηδόν δελτία Τύπου με ψεύτικες επιτυχίες.

Ομως, όλοι οι νόμοι στην Ελλάδα έχουν έναν ξεχωριστό κύκλο ζωής. Ψηφίζονται, γίνεται το σχετικό νταβαντούρι, αποκτούν οι υπουργοί παράσημα κοινωνικής ευαισθησίας και μετά ατονούν και δεν εφαρμόζονται. Ετσι ο κατηγορούμενος για τη δολοφονία της 22χρονης φοιτήτριας στην Καστοριά έγινε στην πρώτη σελίδα κάποιων εφημερίδων με τη φωτογραφία του «ο αδίστακτος φονιάς». Οι νόμοι και οι διατάξεις που θεσπίστηκαν με πολλά ταρατατζούμ πήγαν περίπατο. Αυτό θέλει κάτι να μας πει: ο κρατικός πατερναλισμός όχι μόνο δεν διέλυσε μια παθογένεια, αλλά ούτε καν δίδαξε το δεοντολογικά ορθό. Οι χαρακτηρισμοί συνεχίζουν να παρελαύνουν στα ΜΜΕ και η χώρα απέκτησε ακόμη έναν άχρηστο, αλλά και επικίνδυνο νόμο.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι