Οι λέξεις και η σημασία τους

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 01/06/2005

Δεν υποχρεούται να γίνει κανείς φανατικός μετα-στρουκτουραλιστής ή μετα-μοντέρνος για να αντιληφθεί ότι οι λέξεις δεν αντανακλούν αλλά σχηματίζουν την πραγματικότητα και ότι η σημασία τους δεν είναι ούτε μόνιμη ούτε αυτονόητη, αλλά πάντοτε επίμαχη. Συχνά όμως συμβαίνει το εξής παράδοξο: όταν συγκρούονται δύο ιδεολογίες, κάποιες λέξεις - κλειδιά γίνονται λάβαρα, δηλαδή απολιθώνονται, με αποτέλεσμα όσοι τις επικαλούνται να μην μπορούν να δουν με κριτικό μάτι πώς οι ίδιοι τις χρησιμοποιούν. Ως γνωστόν, κατά τη διάρκεια της μάχης όλα χρωματίζονται άσπρα ή μαύρα.

Η αφορμή γι’ αυτές τις κοινότοπες σκέψεις δόθηκε από την αντιπαράθεση ανάμεσα στο «ιδιωτικό» και το «δημόσιο» που άρχισε για τα καλά με την εξαγγελία διαρθρωτικών αλλαγών -για να χρησιμοποιήσουμε την κατ’ ευφημισμόν ορολογία- που αφορούν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, το Εργασιακό, την αξιολόγηση στα πανεπιστήμια κ.λπ. Κι επειδή το εν λόγω έργο έχει ήδη παιχτεί στο εξωτερικό, από όπου μας ήρθε με τη συνήθη καθυστέρηση, θα μπορούσαμε ίσως να αντλήσουμε κάποια διδάγματα από τα όσα συνέβησαν τότε.

Οι λόγοι για τους οποίους ο θατσερισμός θριάμβευσε στην Αγγλία ήταν πολλοί και ελλείψει χώρου δεν θα μπορούσαμε καν να τους αναφέρουμε αναλυτικά. Ενας απ’ αυτούς -όχι ο πιο σημαντικός, αλλά εκείνος που συζητήθηκε λιγότερο από τους ηττημένους- ήταν η γενική απαξίωση του δημόσιου τομέα. Και δεν μιλάμε μόνο για τους πεπεισμένους θατσερικούς, οι οποίοι, έτσι κι αλλιώς, άκουγαν τη λέξη «δημόσιο» και τραβούσαν πιστόλι· ακόμη και για το μέσο άνθρωπο, κάτι δεν πήγαινε καλά στις βρετανικές ΔΕΚΟ. Φυσικά, οι συντηρητικοί και τα ΜΜΕ έκαναν συστηματικά πλύση εγκεφάλου. Θα ήταν όμως λάθος να μείνουμε σ’ αυτό. Ασύγκριτα μεγαλύτερη πλύση εγκεφάλου έκαναν και στον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Γιατί εκεί ο κόσμος δεν τους πίστευε; Και αν αυτή η απαξίωση του δημόσιου τομέα κυριάρχησε στην Αγγλία, όπου ιδρύθηκε το κοινωνικό κράτος, τι να πει κανείς για την Ελλάδα.

Αν σταματήσουμε εδώ, το συμπέρασμα είναι ότι διαπράχθηκαν κάποια λάθη. Ας προχωρήσουμε όμως την ανάλυσή μας: τι σόι λάθη ήταν αυτά, τι είδους «αδυναμίες» που τώρα τις πληρώνουμε με την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού; Επιστρέφοντας στη σημασία των λέξεων - κλειδιά που αποκτούν απόλυτες διαστάσεις, το νόημα του κακού «ιδιωτικού» για τους αριστερούς είναι δεδομένο και σαφές: η ιδεολογία του ιδιωτικού αναγορεύει υπέρτατο αγαθό το ατομικό όφελος, το οποίο μεγιστοποιείται κατά το δυνατόν χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν το γενικό συμφέρον. Εξίσου σαφές είναι και το νόημα του καλού «δημόσιου»: εδώ προέχει το κοινωνικό σύνολο και το ιδιωτικό περνάει σε δεύτερη μοίρα.

Ως ορισμοί είναι καλοί. Θα έλεγα μάλιστα ότι είναι τόσο καλοί ώστε να μην μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί δεν εφαρμόζονται από όλους σχεδόν. Στην πράξη όμως άλλα ισχύουν. Εκείνο που κατά κανόνα οι υπέρμαχοι του «δημόσιου» αρνούνται να δουν είναι το εξής προφανές: ότι ο δημόσιος τομέας έχει γίνει για πολλούς στην Ελλάδα ο πιο αποδοτικός τρόπος να εξασφαλίσουν το καθαρά ατομικό τους συμφέρον. Με άλλα λόγια, να φροντίσουν την πάρτη τους. Φυσικά η ρητορική τους επαναλαμβάνει τα αριστερά στερεότυπα που διατηρούν την αίγλη τους και τα οποία, κατά τη γνώμη μου, παραμένουν έγκυρα όταν καταδικάζουν το νεοφιλελευθερισμό. Τι αντίκρισμα όμως έχει αυτή η αφοσίωση στο κοινωνικό σύνολο που δηλώνουν οι συνδικαλιστές του δημόσιου τομέα; Τις προάλλες ο πρόεδρος της ΑΔΕΔΥ μίλησε (εν παρόδω) για «υπαρκτά προβλήματα» που «αξιοποιούνται» από τους κακούς. Αυτό σίγουρα συμβαίνει. Τι έκανε όμως η ΑΔΕΔΥ όλα αυτά τα χρόνια για να τα αντιμετωπίσει; Ηρθε ποτέ σε ανοιχτή ρήξη με εκείνους που εργάζονται στο δημόσιο τομέα αλλά υπονομεύουν τις αρχές του για ιδιωτικό τους όφελος; Συνεχίζουμε με ρητορικά ερωτήματα: ποιος θα τολμούσε να πειράξει τη «δημόσια», άρα καλή, Ολυμπιακή αν λειτουργούσε σωστά και αποδοτικά; Ποιος συνδικαλιστής έβαλε το δημόσιο συμφέρον πάνω από το συντεχνιακό, ήτοι το ατομικό συμφέρον των μελών του;

Είχε δίκιο ο πρόεδρος της ΑΔΕΔΥ όταν είπε ότι η διάκριση δημόσιου - ιδιωτικού αντιστοιχεί στη διάκριση Δεξιάς - Αριστεράς και έχουν επίσης δίκιο όσοι λένε ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές σημαίνουν κυρίως μείωση του κόστους εργασίας. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι ανάμεσα στις λέξεις και στα πράγματα υπάρχει πάντα ένας διαφιλονικούμενος χώρος και ότι μερικές φορές οι σημασίες των λέξεων διολισθαίνουν, αναιρώντας στην πράξη τις διακρίσεις που διακηρύσσουν. Η Αριστερά και το ήθος του δημόσιου άρχισαν να χάνουν το παιχνίδι, όχι όταν δέχτηκαν τα καταιγιστικά πυρά της Δεξιάς, αλλά όταν ανακάλυψαν τη Δεξιά και το ιδιωτικό μέσα τους.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι