Η εργασία δεν είναι μόνο κόστος

Γιάννης Κουζής, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 05/06/2005

1 Η επαναφορά της συζήτησης περί ανάγκης διαρθρωτικών αλλαγών και παρεμβάσεων στην αγορά εργασίας επικεντρώνεται ουσιαστικά στην κατεύθυνση αναπαραγωγής των πολιτικών χαμηλού εργασιακού κόστους στην Ελλάδα. Πώς, δηλαδή, η εξαιρετικά φθηνή, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, εργασία θα καταστεί φθηνότερη.

Και αυτό όταν οι πραγματικές αμοιβές αντιπροσωπεύουν μόλις το 83% του μέσου όρου της αναπτυγμένης Ευρώπης των 15, ενώ η συνεχής αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας των τελευταίων ετών την οδηγεί στο 91% του αντίστοιχου ευρωπαϊκού (ποιος αλήθεια καρπώθηκε αυτή τη διαφορά;). Οταν ο συμβατικός εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας υπερβαίνει κατά πολύ το μέσο όρο της Ευρώπης των 15 (40 έναντι 37,9), ενώ ο ετήσιος συνολικός εργάσιμος χρόνος υπερβαίνει κατά 103 ώρες (1.800 έναντι 1.697) τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό. Οταν η συχνότητα παραβίασης της νομοθεσίας βρίσκεται στην πρώτη θέση. Οταν οι αλλεπάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις της τελευταίας 15ετίας για την ενίσχυση της ευελιξίας έχουν καλύψει όλο το φάσμα των ευέλικτων μορφών απασχόλησης των οποίων ο βαθμός εφαρμογής εξαρτάται από τις εθνικές ιδιαιτερότητες.

Ωστόσο, η ελληνική αγορά εργασίας εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα ανελαστική και ζητείται επίμονα η άρση της «ακαμψίας» της. Ως άκαμπτοι δε κρίνονται κανόνες της εργατικής νομοθεσίας που αποσκοπούν, στο πλαίσιο του παραδοσιακού «κοινωνικού» κράτους, στην προστασία του αδύνατου πόλου της εργασιακής σχέσης, επιδιώκοντας τον περιορισμό της εκμετάλλευσής του από το κεφάλαιο.

Μέσα δε σε ένα γενικότερο κλίμα απορρύθμισης της εργατικής νομοθεσίας σε όφελος του δικαίου του ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, ευνοούνται και στη χώρα μας οι περαιτέρω διεκδικήσεις του κεφαλαίου στο όνομα της ανταγωνιστικότητας. Αναρωτιέται κανείς, βέβαια, αν αυτή η πρόσθετη μείωση του εργασιακού κόστους θα επιφέρει αποτελέσματα στον τομέα αυτό.

- Γιατί άραγε η Ελλάδα κατέχει θέση ουραγού σε ανταγωνιστικότητα στην Ευρώπη, ενώ διατηρεί μαζί με την Πορτογαλία το χαμηλότερο κόστος εργασίας;

- Γιατί η εντυπωσιακή αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων των τελευταίων χρόνων (10% μεγαλύτερη από τις «χρυσές» δεκαετίες 1960-’70) δεν επέφερε ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους; Πού επενδύθηκαν αυτά τα κέρδη;

- Γιατί σήμερα η απασχόληση, παρά τη σημαντική αύξηση του ΑΕΠ, δεν συνοδεύεται από ανάλογα αποτελέσματα, ενώ η ανεργία εξακολουθεί να καταγράφει διψήφια ποσοστά; Πόσο θα πρέπει ακόμη να μειωθεί το μερίδιο της εργασίας στο παραγόμενο εισόδημα όταν έχει υποχωρήσει κατά 15 περίπου μονάδες στην τελευταία 20ετία (από το 77% στο 62%);

2 Ειδικότερα ως προς τα κυοφορούμενα μέτρα επισημαίνεται ότι:

α) Η σχετική απελευθέρωση του συστήματος υπερωριών, η μείωση του κόστους τους και η ουσιαστική επαναφορά της υπερεργασίας θα οδηγήσουν στην περαιτέρω αύξηση των πραγματικών ωρών εργασίας, που είναι υψηλότερες στην Ευρώπη μετά τη Βρετανία. Με προφανείς όμως τις αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση και με δεδομένο το όφελος των επιχειρήσεων, δεν φαίνεται να υπάρχει αντισταθμιστικό όφελος για την εργασία.

β) Η διευθέτηση του συνολικού εργάσιμου χρόνου, υπολογιζόμενου σε ετήσια βάση με την αύξηση (μέχρι 12ωρο ημερησίως) και την ανάλογη μείωση των ωραρίων σε άλλες χρονικές περιόδους του έτους, επιχειρείται να συνδεθεί με την άρση της ισχύουσας προϋπόθεσης που απαιτεί συλλογική ρύθμιση. Ετσι, επιδιώκεται είτε η μονομερής επιβολή της στο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματος είτε η εφαρμογή της κατόπιν ατομικής συμφωνίας εργαζομένου και εργοδότη με προφανέστατη την υφαρπαγή της συναίνεσης μεγάλου μέρους μισθωτών υπό το βάρος των πιέσεων της εργοδοσίας σε μια συγκυρία έντονης ανασφάλειας. Ενα τέτοιο μέτρο, που συνεπάγεται απλήρωτες «υπερωρίες» συμβάλλοντας στην αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου κατά 10%-12% περίπου ανά έτος, γεννά ερωτήματα ως προς την ύπαρξη αμοιβαίου και ανάλογου οφέλους για την εργασία:

- Ποιες θα είναι οι συνέπειες στην ενίσχυση της απασχόλησης όταν οι πρόσθετες ανάγκες θα καλύπτονται από το ήδη υπάρχον προσωπικό της επιχείρησης;

- Ποιες οι επιδράσεις στο εισόδημα των μισθωτών από τη μη πληρωμή των βεβαρημένων ωραρίων;

- Ποιες οι επιπτώσεις στις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης έπειτα από παρατεταμένα ημερήσια 10ωρα και 12ωρα σε μια χώρα με ανεπαρκέστατη την εφαρμογή κανόνων ασφάλειας, με ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες και αυξημένο κυκλοφοριακό πρόβλημα;

- Ποιες οι επιπτώσεις των ελαστικών και αυξομειούμενων ωραρίων στην κοινωνική και οικογενειακή ζωή του εργαζομένου;

- Ποια τα περιθώρια αξιοποίησης των περιόδων ανάπαυσης όταν αυτές καθορίζονται κυρίως από τις ανάγκες της επιχείρησης;

- Πώς, θα ελέγχεται η εφαρμογή της νομοθεσίας στη νέα σύνθετη λειτουργία της επιχείρησης όταν ήδη ανθεί η καταστρατήγηση δικαιωμάτων;

γ) Η επιδιωκόμενη ενίσχυση της εξατομίκευσης των αποδοχών (σύνδεση με απόδοση), εκτός από την υποβάθμιση του ρόλου των συλλογικών συμβάσεων και την πιθανή διάβρωση του περιεχομένου τους, ευνοεί τις πολλαπλές ταχύτητες αμοιβών, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους επιδείνωσης των συνθηκών εργασίας εξαιτίας της επιβαλλόμενης εντατικοποίησης, ενώ επισημαίνεται ότι στη μέχρι τώρα εφαρμογή παρόμοιων συστημάτων συχνά απουσιάζουν τα ποιοτικά κριτήρια μέτρησης της απόδοσης των εργαζομένων.

3 Τα ερωτήματα αυτά και οι διαπιστώσεις για το υφιστάμενο περιεχόμενο των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα οδηγούν σε ένα γενικότερο ερώτημα. Μέχρι πότε η εργασία στη χώρα μας θα αντιμετωπίζεται ως επαχθές κόστος σε μια περίοδο, μάλιστα, αναζήτησης της σύγκλισης με την αναπτυγμένη Ευρώπη; Πότε θα γίνει αντιληπτό ότι οι στόχοι αύξησης της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης στην Ελλάδα δεν πρέπει να στηρίζονται στη μείωση και συμπίεση του ήδη χαμηλού κόστους εργασίας; Πότε, επιτέλους, θα γίνει κοινή συνείδηση ότι η εργασία δεν είναι μόνο κόστος, αλλά πρωτίστως ποιοτικός παραγωγικός συντελεστής που έχει ανάγκη κινήτρων για την αναβάθμισή του;

* Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΖΗΣ διδάσκει εργασιακές σχέσεις στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι