Να ηγηθούμε στο «ναι» για το ευρωπαϊκό σύνταγμα

Νικολάς Σαρτόριους, Ντιέγκο Λόπες Γκαρίδο, Κάρλος Καμέρο, El Pais, 04/06/2005

Το πλειοψηφικό όχι των Γάλλων και Ολλανδών πολιτών στο ευρωπαϊκό σύνταγμα δεν είναι ένα ναι σε ένα άλλο διαφορετικό σχέδιο. Κατά συνέπεια δεν περιέχει μιαν εναλλακτική πρόταση που να μπορεί να αποτελέσει λύση για το μέλλον. Ολες οι αναλύσεις και έρευνες συμπίπτουν στην επισήμανση ότι σ’ αυτά τα όχι συγκλίνουν διαφορετικά μηνύματα, δυσφορίες, φόβοι και προτάσεις, πολλές από αυτές αντιφατικές. Σ’ αυτήν την απορριπτική ψήφο έχει άλλωστε απ’ όλα: δηλωμένο αντιευρωπαϊσμό και την επιδίωξη για περισσότερη Ευρώπη έγνοια να τιμωρηθεί ο Σιράκ και αποκήρυξη μιας φθαρμένης πολιτικής τάξης που δεν ακούει τους πολίτες φόβους για την ανεργία, για τους μετανάστες, για τη διεύρυνση…

Τους αριστερούς ψηφοφόρους που είπαν όχι θα έπρεπε κανείς να τους ρωτήσει: πιο κοινωνική Ευρώπη με τον Σαρκοζί και τον Φαμπιούς για ηγέτες, με τη Μέρκελ στη Γερμανία και με απάρνηση των μεταναστών; Είναι δυνατόν να συνεχίσουμε στον 21ο αιώνα με τη μόνιμη κουλτούρα του όχι χωρίς εναλλακτική πρόταση, που καλλιεργεί μια ορισμένη αριστερά, όταν αυτό που ζητούν οι άνθρωποι είναι θετικές προτάσεις που να λύνουν τα προβλήματά τους; Ας είμαστε σοβαροί. Το γαλλικό και ολλανδικό πλήγμα δεν θα γεννήσει μιαν ΕΕ με ισχυρότερη τάση προς το κοινωνικό. Είναι η επιτυχία, ας ελπίσουμε στγμιαία, εκείνων που επιθυμούν τη διάλυση του πολιτικού σχεδίου της Ευρώπης, που την παρουσιάζουν ήδη ως δεδομένη πριν τελειώσει η διαδικασία. Ο θρίαμβος αυτών που θέλουν περισσότερη αγορά και λιγότερη πολιτική, περισσότερο ατλαντισμό και λιγότερη αυτονομία. Είναι αφελές να νομίσει κανείς ότι αυτή η ψήφος διαμαρτυρίας μπορεί να οδηγήσει μιαν αριστερά που βγαίνει διχασμένη σε κομμάτια από το δημοψήφισμα, και που υπήρξε, δυστυχώς, στο τμήμα που ηγήθηκε ο Φαμπιούς, η κύρια υπεύθυνη που αυτό χάθηκε στη Γαλλία. Η αντιπαράθεση και η έκβαση της γαλλικής ψηφοφορίας, όπως και τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα στη Γερμανία και την Αγγλία, υποδηλώνουν μια σημαντική κρίση σε καθοριστικούς τομείς της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, την οποία πρέπει να αναλύσουμε με αυστηρότητα.

Το ερώτημα σήμερα δεν είναι ναι ή όχι στον καπιταλισμό, αλλά τί είδους πολιτική και κοινωνική δημοκρατία θέλουμε να οικοδομήσουμε στην Ευρώπη, που να είναι ικανή να επιδράσει στη λύση των παγκοσμίων προβλημάτων. Η πραγματική αντιπαράθεση ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά, άνκαι δεν διατυπώνεται ρητά, διεξάγεται πάνω στην αντίληψη για τη δημοκρατία, και αυτό σημαίνει πάνω στο περιεχόμενο της ιδέας για την ιδιότητα του πολίτη. Γι’ αυτό έχει τόση βαρύτητα η έγκριση ή μη του ευρωπαϊκού συντάγματος: διότι κρίνει αν θα γίνει, για πρώτη φορά, ένα σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση αυτή – το σύνταγμα είναι προπάντων το πέρασμα από τη μοναδική ιδιότητα του πολίτη του εθνικού κράτους στην ευρωπαϊκή ιδιότητα του πολίτη που θα έχουμε από κοινού – ή θα μείνουμε στάσιμοι, που ισοδυναμεί στις παρούσες συνθήκες με το να οπισθοχωρήσουμε. Διότι η σημερινή Ενωση, με το ενιαίο νόμισμα, δεν μπορεί πλέον να σταθεί δίχως κοινό πολιτικό σχέδιο, καθώς, αντίθετα, πέραν του ότι δεν θα επηρεάζει τον παγκόσμιο χώρο, η Ευρώπη διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να υποχωρήσει στους οικονομικούς καβγάδες μεταξύ των εθνών που την απαρτίζουν.

Τί θα κάνουμε όμως τώρα, όταν η πλειοψηφία των Γάλλων και των Ολλανδών είπαν όχι; Μπορεί να ανασταλεί η διαδικασία της κύρωσης που βρίσκεται σε εξέλιξη; Είναι ρεαλιστικό να σκεφθούμε μιαν αναδιαπραγμάτευση της συνταγματικής συνθήκης; Το να θεωρήσουμε ότι έκλεισε η διαδικασία της κύρωσης θα ήταν, κατά τη γνώμη μας, ενέργεια αντίθετη στο πνεύμα και στο γράμμα (άρθρο IV-447) της συνθήκης, πράξη αντιδημοκρατική και κοροϊδία για τις χώρες εκείνες που ενέκριναν το συνταγματικό κείμενο, είτε δια της κοινοβουλευτικής οδού, είτε με δημοψήφισμα, όπως συνέβη στην Ισπανία. Η χειρότερη από όλες τις υποθέσεις σήμερα θα ήταν να ανακοπεί η πορεία των κυρώσεων, καθώς, εκτός του ότι δεν θα έλυνε κανένα πρόβλημα, θα ήταν σαν να αναγνωριζόταν ότι υπάρχουν χώρες που μετρούν περισσότερο από άλλες, πολίτες πρώτης και δευτέρας κατηγορίας, και, επιπλέον, θα έθετε ένα θανάσιμο προηγούμενο για το μέλλον της Ενωσης, διότι δεν θα μπορούσε κανείς να επανέλθει και να ζητήσει την ψήφο καμμιάς χώρας που δεν θα ανήκε στις θεωρούμενες «απαραίτητες».

Η ιδέα ότι μπορεί να γίνει επαναδιαπραγμάτευση κάποιων πλευρών της συνθήκης ώστε να καταστεί πιο αποδεκτή στους πολίτες των χωρών του όχι είναι εξωπραγματική, παράλογη και αντιφατική. Γιατί να επαναδιαπραγματευθούμε, ποιά περιεχόμενα και σε ποιαν κατεύθυνση; Εχει το όχι των Γάλλων την ίδια σημασία με εκείνο των Ολλανδών, ή, ενδεχομένως, των Αγγλων ή των Πολωνών; Λαμβάνουμε υπόψη ότι αν τροποποιήσουμε το σύνταγμα για να ικανοποιήσουμε αυτούς που ψήφισαν αρνητικά, θα έπρεπε να επαναλάβουμε την κύρωση στις χώρες που ήδη το ενέκριναν, στην περίπτωση της Ισπανίας με νέο δημοψήφισμα; Και αν τότε κάποια χώρα απορρίψει τη νέα συνθήκη τί θα κάνουμε; Θα επαναδιαπραγματευόμαστε επ’άπειρον ή θα καταλήξουμε – ειρωνία της μοίρας – στο ίδιο κείμενο που έχουμε τώρα, αυτό πάνω στο οποίο υπήρξε συναίνεση;

Ο μόνος λογικός δρόμος, που ανταποκρίνεται σε όσα έχουν συμφωνηθεί, είναι να συνεχισθεί η διαδικαία των κυρώσεων, διότι όλες οι χώρες έχουν το καθήκον και το δικαίωμα να εγκρίνουν ή όχι το συνταγματικό κείμενο μέσα από τους μηχανισμούς που έχουν θεσπίσει. Το Νοέμβριο του 2006, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα πρέπει να εξετάσει το αποτέλεσμα και να λάβει τις αποφάσεις που απορρέουν από την πλειοψηφική βούληση των ευρωπαϊκών λαών με κριτήρια αποφασιστικότητας στους στόχους και ευελιξίας στους χρόνους. Και τότε δεν θα είναι το ίδιο αν οι χώρες του όχι θα είναι πέντε, δέκα ή τρεις. Δεν θα είναι η πρώτη φορά στην Ενωση, χώρες που έμειναν απ’έξω να έρθουν κατόπιν να ψηφίσουν θετικά. Σήμερα, η θέση που προβάλλουν ορισμένοι ότι, χωρίς τη Γαλλία, την Ολλανδία, την Αγγλία και, ενδεχομένως, την Πολωνία, δεν μπορεί να οικοδομηθεί η ΕΕ, είναι μια σκέψη-παγίδα που δεν οδηγεί πουθενά αν είναι πρόσχημα για την παράλυση. Κατά βάθος, αυτό που θέλει να πει είναι ότι αυτό το σύνταγμα δεν ισχύει, σαν να υπήρχε μια εναλλακτική δυνατότητα. Ξέρουμε βέβαια ότι χωρίς αυτές τις χώρες δεν μπορεί να οικοδομηθεί η πολιτική ένωση της Ευρώπης. Αλλά αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε είναι να τα παρατήσουμε και να θεωρήσουμε τη μάχη χαμένη, όταν υπάρχει μια πλειοψηφία χωρών και πολιτών που είναι υπέρ του συντάγματος. Αντίθετα, αυτό που πρέπει να κάνει η Ισπανία και άλλα κράτη είναι να ηγηθούν στο ναι και να συμβάλουν στη δημιουργία συνθηκών ώστε αυτοί που απέρριψαν το κείμενο να μπορέσουν στο μέλλον να το εγκρίνουν. Αυτό που δεν γίνεται είναι να ξεκινά κανείς ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα όπως η πολιτική οικοδόμηση της Ευρώπης, με τόσο ισχυρούς αντιπάλους, με πολιτικούς ηγέτες που στην πρώτη σοβαρή αντιξοότητα χάνουν το κουράγιο τους και σκέπτονται μόνο την υποχώρηση.

Το 2006 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα πρέπει να ορίσει ένα τελικό χρονοδιάγραμμα. Στην πραγματικότητα το θεσμικό μέρος του συντάγματος δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ πριν το 2009, ταυτόχρονα με τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αυτός είναι ο εύλογος πολιτικός χρόνος που έχουμε για να βρούμε μια νέα συναίνεση πάνω στο κείμενο που εγκρίθηκε από όλες τις κυβερνήσεις και την πλειοψηφία των πολιτών, επιτρέποντας έτσι στη Γαλλία, την Ολλανδία και άλλες χώρες με δυσκολίες, να ενωθούν, μελλοντικά, με τον κοινό κορμό.

Κατά τη γνώμη μας, η απόρριψη της συνθήκης από ένα μέρος των πληθυσμών δεν αναφέρεται τόσο στο ίδιο το σύνταγμα – αφού εντός του μπορούν να αναπτυχθούν διαφορετικά προγράμματα, περισσότερο ή λιγότερο κοινωνικά – αλλά στις πολιτικές που ασκούνται σήμερα στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών, τις οποίες οι πολίτες βλέπουν να απέχουν από τις ελπίδες τους. Ετσι το σύνταγμα μετατράπηκε, σε μερικές χώρες, σε αποδιοπομπαίο τράγο για όλες τις δυσφορίες, μεταξύ άλλων επειδή οι κυβερνήσεις τους, σε πολλές περιπτώσεις, καθιστούσαν την Ενωση υπεύθυνη για τις δικές τους ανεπάρκειες. Γι’αυτό, το ζήτημα δεν είναι να διακοπεί η διαδικασία κύρωσης του συντάγματος, που πρέπει να συνεχισθεί, αλλά να ακουστούν με προσοχή τα μηνύματα των πολιτών και να προσανατολισθούν οι πολιτικές στην κατεύθυνση που επιθυμεί η πλειοψηφία. Η ΕΕ δεν μπορεί να μείνει με σταυρωμένα χέρια στη διάρκεια της περιόδου κύρωσης ως το Νοέμβριο του 2006. Πρέπει, αντίθετα, να διαμορφώσει πολιτικές που να επιτρέψουν την ανάκαμψη της οικονομικής μεγέθυνσης, να αντιμετωπίσει την ανεργία και να δώσει εγγυήσεις για την επιβίωση του κοινωνικού μοντέλου που έχουμε χτίσει οι Ευρωπαίοι και επιθυμούμε να διατηρήσουμε. Αν επιτύχουμε αυτούς τους στόχους, είναι πολύ πιθανό, σε πρακτικά χρήσιμο χρόνο, οι χώρες που σήμερα είπαν όχι να μπορέσουν να επανεξετάσουν τη θέση τους.

Αυτό είναι το μήνυμα που πρέπει να απευθύνουν οι ηγέτες και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί στους πολίτες. Το σύνταγμα είναι η κύρια θετική αναφορά προς το μέλλον της Ευρώπης. Δεν υπάρχει εναλλακτική δυνατότητα.

Ο Νικολάς Σαρτόριους, άλλοτε ηγετικό στέλεχος και βουλευτής του ΚΚ Ισπανίας, είναι διευθύνων αντιπρόεδρος της Fundacion Alternativas. Ο Ντιέγκο Λόπες Γκαρίδο, γενικός γραμματέας της κοινοβουλευτικής ομάδας του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ισπανίας, και ο Κάρλος Καμέρο σοσιαλιστής ευρωβουλευτής, ήσαν μέλη της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην El Pais στις 4.6.2005.

Θέμα επικαιρότητας:
Ευρωπαϊκό Σύνταγμα

Σύνολο: 65 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι