Ρητορικά ανοίγματα, οικονομική αναδίπλωση

ΣΕ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΟΙ 25 ΕΝΟΨΕΙ ΤΗΣ ΚΡΙΣΙΜΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΟΡΥΦΗΣ ΣΤΙΣ 16-17 ΙΟΥΝΙΟΥ

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 12/06/2005

Με μιαν απροσδόκητη τοποθέτηση υπέρ του ευρωπαϊκού συντάγματος, αλλά και υπέρ του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, ο Βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ επιχείρησε την περασμένη Δευτέρα να διασκεδάσει τους διάχυτους φόβους ότι θα αξιοποιούσε την αρνητική έκβαση των δημοψηφισμάτων στη Γαλλία και την Ολλανδία για να προωθήσει την επιβολή αγγλοσαξωνικών αντιλήψεων στην ευρωπαϊκή οικονομία. Αλλά στην ατμόσφαιρα κρίσης που κυριαρχεί, η πρώτη κρίσιμη δοκιμή για να επιβεβαιώσουν οι 25 συγκεκριμένα την προσήλωσή τους στην Ευρώπη θα ήταν να συμφωνήσουν σε ένα στοιχειωδώς ικανοποιητικό χρηματοδοτικό πλαίσιο για τους κοινοτικούς προϋπολογισμούς 2007-2013. Και εδώ ο κ. Μπλερ εξακολουθούσε να δηλώνει αδιάλλακτος.

Η απόφαση της Βρετανίας να αναστείλει τη διαδικασία για το δημοψήφισμα που επρόκειτο να διεξαγάγει το 2006 είχε θεωρηθεί χαριστική βολή στη συνταγματική συνθήκη μετά το γαλλο-ολλανδικό όχι. Αλλά ο κ. Μπλερ επέμεινε ότι δεν τη θεωρεί νεκρή, παρά τους αντίθετους υπαινιγμούς υπουργών του. "Νομίζω ότι το σύνταγμα είναι ένας απολύτως λογικός δρόμος προς τα εμπρός, και κάποια στιγμή η Ευρώπη θα πρέπει να υιοθετήσει κανόνες για το μέλλον της, αν δεν το κάνει δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει σωστά", είπε στους Financial Times. Προσέθεσε εξάλλου: "Δεν πιστεύω ότι η Ευρώπη θα έπρεπε να εγκαταλείψει το κοινωνικό της μοντέλο, χρειαζόμαστε ένα ισχυρό κοινωνικό μοντέλο, αλλά ένα για το σημερινό κόσμο".

Στις επιγραμματικές αυτές δηλώσεις δόθηκε ιδιαίτερο βάρος στον ευρωπαϊκό Τύπο και για το λόγο ότι η Βρετανία αναλαμβάνει την 1η Ιουλίου την προεδρία της Ένωσης. Και ο γενικός γραμματέας της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων Τζον Μονκς εξέφρασε τη χαρά του, καθώς, όπως είπε στη Le Monde, είχε επανειλημμένα υποδείξει στη βρετανική κυβέρνηση ότι, αν προκύπτει κάποιο δίδαγμα από το γαλλικό δημοψήφισμα, αυτό είναι ότι θα πρέπει να θέσει την κοινωνική Ευρώπη στο επίκεντρο των προβληματισμών της.

Πρωτοβουλία στα συνδικάτα

Στο ερώτημα τι έχει κατά νου ο Μπλερ όταν ανοίγει τη συζήτηση για το κοινωνικό μοντέλο, ο Μονκς αμφέβαλλε πάντως αν το ξέρει ακόμα ο ίδιος. Αλλά υποστήριξε ότι εναπόκειται στα συνδικάτα να δώσουν τις ιδέες, εντοπίζοντας δύο μεγάλες προκλήσεις: Τη δημογραφική, που δεν συνίσταται μόνο στο ότι ζούμε και εργαζόμαστε περισσότερο, αλλά και στο πρόβλημα της ισορροπίας ανάμεσα στην εργασία και την οικογενειακή ζωή. Και την παγκοσμιοποίηση, με τα επιτακτικά ερωτήματα: Πώς θα βοηθηθούν οι άνθρωποι να αντιμετωπίσουν τις μετεγκαταστάσεις; Πώς θα γίνει η διαχείριση των αναδιαρθρώσεων; Πώς θα αποτραπεί οι επενδύσεις να φεύγουν από την Ευρώπη; Διότι δεν μπορούμε να χτίσουμε γύρω - γύρω τείχη για να μην βγαίνει τίποτα, τόνιζε.

Κατά τον Μονκς, αυτό που χρειάζεται τώρα είναι να ξεκινήσει μια μεγάλη συζήτηση σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα: πάνω στη διεύρυνση, τη μετανάστευση, την κοινωνική πολιτική, τον οικονομικό δυναμισμό, την κατανομή των εξουσιών μεταξύ των κρατών και της Ένωσης. Να ακούσουμε τον κόσμο και μετά να ορίσουμε μια κατεύθυνση για την Ευρώπη. Σε έξι ή σε δώδεκα μήνες, οι είκοσι πέντε θα μπορούσαν να εκδώσουν μια πολιτική δήλωση και να την υποβάλουν σε κύρωση, μαζί με το, τροποποιημένο ενδεχομένως, σύνταγμα, πρότεινε. Όταν ένα σχέδιο αποτυγχάνει, πρέπει να φαντασθούμε ένα άλλο. Διαφορετικά, οι εθνικισμοί θα πάρουν το απάνω χέρι, κατέληξε.

Μειωμένοι πόροι

Το πώς όμως οι εθνικισμοί αυτοί, όχι στο επίπεδο των εκλογικών σωμάτων αλλά των κυβερνήσεων, ήδη υπονομεύουν την ευρωπαϊκή προοπτική, φαίνεται ανάγλυφα στη διαπραγμάτευση για το χρηματοδοτικό πλαίσιο των κοινοτικών προϋπολογισμών της επόμενης επταετίας, που ως τώρα απομακρύνει το ενδεχόμενο μιας ουσιαστικής συμφωνίας στη σύνοδο κορυφής την ερχόμενη Πέμπτη - Παρασκευή. Και εδώ προπάντων αρνητική ήταν τις τελευταίες μέρες η θέση του ίδιου του Βρετανού πρωθυπουργού. Ενώ ο Γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος, πολιτικά και οικονομικά, βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσχερή θέση, δήλωνε την Τρίτη ότι η χώρα του "μπορεί να μετακινηθεί, και θα μετακινηθεί", διότι "αυτή τη στιγμή ιδίως, δεν μπορούμε να αφήσουμε να εξαντληθεί η ευρωπαϊκή διαδικασία", ο κ. Μπλερ επέμενε την επομένη στο βρετανικό κοινοβούλιο ότι η περιβόητη έκπτωση που απολαμβάνει η χώρα του "θα παραμείνει και δεν πρόκειται να διαπραγματευθούμε την εξάλειψή της, τελεία και παύλα".

Το 1984, όταν η κατάσταση της βρετανικής οικονομίας ήταν πολύ κακή, η τότε πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ είχε αποσπάσει από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μια σημαντική έκπτωση / επιστροφή από τη συνεισφορά της στον κοινοτικό προϋπολογισμό που σχετιζόταν με την πολύ χαμηλή συμμετοχή της στην ΚΑΠ και με τις αγροτικές εισαγωγές της από χώρες της Κοινοπολιτείας. Αλλά η διατήρηση αυτής της έκπτωσης, που το 2004 έφθανε τα 5,3 δισεκατομμύρια ευρώ, φαίνεται εντελώς αδικαιολόγητη είκοσι χρόνια αργότερα. "Βρίσκω άτοπο μία από τις πλουσιότερες χώρες της Ευρώπης να συγχρηματοδοτείται από τις φτωχότερες χώρες της Ευρώπης, δηλαδή από τα νέα κράτη μέλη", έλεγε χαρακτηριστικά ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Γκούντερ Φερχόιγκεν.

Η συμβιβαστική πρόταση που θα υποβάλει σήμερα στο Συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών η προεδρία του Λουξεμβούργου αναμένεται να προβλέπει πάγωμα των βρετανικών επιστροφών το 2007, και βαθμιαία μείωσή τους τα ακόλουθα χρόνια, μια θέση που ίσως να δεχόταν η κυβέρνηση Μπλερ, σύμφωνα με το βρετανικό Τύπο, με αντάλλαγμα περικοπές στις αγροτικές επιδοτήσεις, τις οποίες όμως απορρίπτει χωρίς συζήτηση ο Γάλλος πρόεδρος Ζακ Σιράκ.

Αλλά στη μεγάλη διάσταση για το συνολικό ποσό των κοινοτικών πόρων, ανάμεσα στα 1.000 δισ. ευρώ που έχει εισηγηθεί η Επιτροπή, και τα 815 δισ. ευρώ (το 1% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ) που δέχονται οι χώρες με θετική καθαρή συνεισφορά στον προϋπολογισμό (Γερμανία, Ολλανδία, Γαλλία, Βρετανία, Σουηδία, Αυστρία), η πρόταση της προεδρίας θα είναι πολύ πιο κοντά στις δεύτερες. Αυτό σημαίνει ακόμα μεγαλύτερη συμπίεση των χρηματοδοτήσεων προς τις φτωχότερες νέες χώρες μέλη, και επομένως ακόμα λιγότερο έρεισμα για φορολογικές και κοινωνικές πολιτικές στις χώρες αυτές, που να μην εκλαμβάνονται ως "ντάμπινγκ" από τους Δυτικοευρωπαίους, αλλά να αρχίσουν να προσεγγίζουν το ευρωπαϊκό μοντέλο.

Επιπλέον σημαίνει την περικοπή ευρωπαϊκών αναπτυξιακών προγραμμάτων. Πρώτο θύμα κινδυνεύει να είναι το φιλόδοξο έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο για την έρευνα και ανάπτυξη, όπως φοβάται ο αρμόδιος επίτροπος για την έρευνα Γιάνεκ Πότονκνικ. Διότι στην προσπάθειά της να επιτύχει ένα συμβιβασμό, η προεδρία περικόπτει δραστικά τις δαπάνες που έχει προτείνει η Επιτροπή για την ανταγωνιστικότητα.

Αντι-ευρώ σενάρια με επίκεντρο την Ιταλία

Σενάρια που αμφισβητούν τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του ευρώ κυκλοφορούν έντονα το τελευταίο διάστημα. Δεν ήταν μόνο το σκανδαλοθηρικό δημοσίευμα του περιοδικού Stern πριν από δέκα μέρες, που παρουσίαζε το Γερμανό υπουργό Οικονομικών Χανς Άιχελ και τον πρόεδρο της Bundesbank Αξελ Βέμπερ να εκφράζουν ανησυχίες για το μέλλον του νομίσματος σε ιδιωτική σύσκεψη με τραπεζικούς οικονομολόγους, το οποίο διαψεύσθηκε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, αφήνοντας πάντως ανοικτή την ερμηνεία ότι τέτοιες απόψεις εκφράσθηκαν παρουσία τους. Ούτε μόνον η περίπτωση δύο εν ενεργεία Ιταλών υπουργών (Ρ. Μαρόνι και Ρ. Καλντερόλι), προερχομένων από την πολιτικά ακραία Λίγκα του Βορρά, που δήλωσαν δημόσια ότι η Ιταλία θα πρέπει να επανεισαγάγει τη λιρέτα, ο δεύτερος μάλιστα προτείνοντας τη σύνδεσή της με το δολάριο! "Ανοησίες" και "βλακείες" χαρακτηρίσθηκαν οι δηλώσεις αυτές τόσο στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και στο Ecofin, όπου δεν δόθηκε καμία συνέχεια, καθώς θεωρήθηκε ότι αποτυπώνουν περισσότερο την αποσύνθεση της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι, παρά απόψεις που χρειάζονται σοβαρή αντιμετώπιση.

Μεγαλύτερη βαρύτητα έχουν όμως εκθέσεις, όπως αυτή του γνωστού οικονομολόγου Ντάνιελ Γκρος και άλλων με τον τίτλο "Η ΟΝΕ σε κίνδυνο" (Emu at risk) που εξέδωσε την περασμένη εβδομάδα το Κέντρο Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής το οποίο εδρεύει στις Βρυξέλλες. Στην έκθεση αυτή αναλύονται οι αποκλίνουσες πορείες εθνικών οικονομιών εντός της ΟΝΕ και εξάγεται το συμπέρασμα ότι η κρίση μπορεί να κλιμακώνεται την επόμενη δεκαετία, ιδίως στην περίπτωση της Ιταλίας.

Τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος εισήγαγε άλλωστε κατά της Ιταλίας την Τρίτη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πρόκειται για την τρίτη μεγάλη χώρα της ευρωζώνης που υπάγεται σ’ αυτή τη διαδικασία, αλλά η διαφορά της από τη Γαλλία και τη Γερμανία είναι το εξαιρετικά υψηλό δημόσιο χρέος της (106% του ΑΕΠ). Η ενέργεια της Επιτροπής σχολιάσθηκε ως δοκιμή για την αξιοπιστία του αναθεωρημένου προγράμματος σταθερότητας, για το οποίο ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Λουκάς Παπαδήμος έλεγε πρόσφατα ότι είναι ακόμα πολύ νωρίς για να κρίνουμε τις επιπτώσεις από τη μεταρρύθμισή του.

Θέμα επικαιρότητας:
Ευρωπαϊκό Σύνταγμα

Σύνολο: 65 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι