Ναρκωτικά: Μια χρόνια, υποτροπιάζουσα παραπλάνηση

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 29/06/2005

Ο απόηχος των εκδηλώσεων και των αναφορών στην Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών δεν έχει σβήσει. Ακούστηκε αρκετές φορές ένας στερεότυπος αφορισμός, που σε πολλές περιπτώσεις παρεισέφρεε στις αναλύσεις και στις ομιλίες, χωρίς απαραίτητα να κινεί την προσοχή: «Η τοξικομανία αποτελεί μια αυτοπροκαλούμενη χρόνια υποτροπιάζουσα νόσο· ο τοξικομανής είναι ένας άρρωστος». Επομένως, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, παιδαγωγοί, γονείς, ακτιβιστές, υποχωρήστε: η θεραπεία του αρρώστου είναι υπόθεση φαρμάκων και κλινικών. Αν βέβαια το θέμα είχε θεωρητική μόνον αξία, λίγους θα απασχολούσε. Ωστόσο οι πρακτικές συνέπειες που θα επέλθουν, αν η ιδέα αυτή κυριαρχήσει, είναι σαφείς και αφορούν όλο τον ενδιαφερόμενο πληθυσμό.

Εχω εκθέσει και άλλοτε στη σελίδα αυτή τη γνώμη ότι η αντιμετώπιση των ναρκωτικών προϋποθέτει έναν πλουραλισμό προσεγγίσεων και μεθόδων. Η κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών έχει πασίγνωστες κοινωνικές, ψυχολογικές, πολιτικές, εγκληματολογικές και ασφαλώς και ιατρικές επιπτώσεις. Στην αρμοδιότητα των γιατρών προφανώς εμπίπτουν ζητήματα της σωματικής αποτοξίνωσης, οι επιπτώσεις στη λειτουργία οργάνων (π.χ. στο ήπαρ) και τα ψυχιατρικά ευρήματα, όταν συνυπάρχουν. Πρόβλημα δημιουργείται μόνο αν μια επιστημονική προσέγγιση και πολιτική επιχειρεί να εκτοπίσει κάθε άλλη και να μονοπωλήσει τις προτάσεις.

Οι περισσότεροι από όσους επαναλαμβάνουν την εξίσωση «τοξικομανία = χρόνια υποτροπιάζουσα νόσος» κινούνται από ενδιαφέρον, έως και από στοργή, για τους εξαρτημένους. Δεν προέρχονται μόνο από τον ιατρικό χώρο, αλλά μπορεί να είναι πολιτικοί, δημοσιογράφοι ή και πολίτες χωρίς ειδικότητα. Θυμούνται όλοι ότι κάποτε η αντικατάσταση της εικόνας του «τοξικομανή - εγκληματία» από εκίνη του «τοξικομανή-αρρώστου» λειτούργησε ανθρωπιστικά και προοδευτικά. Μόνο που σήμερα η εμπειρία και η ωριμότητα έχουν δείξει ακριβώς ότι το ζήτημα είναι πολυδιάστατο. Τα μονολιθικά δόγματα, οι απλές εξισώσεις και οι ταμπέλες δεν βοηθούν στην κατανόηση και στην αντιμετώπισή του.

Ανάμεσα στους καλόπιστους, βέβαια, κινούνται και κάποιες σκιές επιτηδείων. Οι τελευταίοι γνωρίζουν καλά ότι η διάδοση των ναρκωτικών προσδιορίζεται από κοινωνικούς παράγοντες, ότι πρόληψη με φάρμακα ή επεμβάσεις στα γονίδια δεν γίνεται, καθώς και ότι η κοινωνική επανένταξη είναι αναγκαίο και βασικό προαπαιτούμενο της θεραπείας. Δεν τους απασχολεί το γεγονός ότι η μονοδιάστατη πρότασή τους είναι τελικά επιβλαβής, αφού αποπροσανατολίζει από καίριες αιτιακές συνθήκες που θα έπρεπε να μεταβληθούν και δυσκολεύει την ανάπτυξη των αποτελεσματικών θεραπευτικών προσεγγίσεων. Θυμίζω τον λόγο: το μήνυμα ότι ο τοξικομανής είναι ένας άρρωστος μεταφράζεται σε πλατείες και αγορές κατά τρόπον που ο καθένας εύκολα μπορεί να προβλέψει: Ο τοξικομανής δηλώνει ανήμπορος («κάντε κάτι εσείς») να αγωνιστεί και να μεταστραφεί ηθικά. Περιμένει μόνο την εξ ύψους (αρμοδίων, γιατρών, αστυνόμων κ.λπ.) σωτηρία. Με άλλα λόγια, ο παραιτημένος τοξικομανής και ο κερδοσκόπος ψευδοσωτήρας είναι δύο φιγούρες που βολεύονται με την ταμπέλα της αρρώστιας.

Πολλοί καλόπιστοι υποστηρικτές πάντως της εξίσωσης «τοξικομανία ίσον χρόνια υποτροπιάζουσα νόσος» ούτε καν φαντάζονται τις ειδικότερες παρενέργειές της. Τις εκθέτω ως συμβολή σε ένα διάλογο που ήδη έχει ανοίξει.

- Η ιατροκεντρική οπτική γωνία αφήνει αμήχανους τους ασχολούμενους με την πρόληψη. Οι ενεργοί εξαρτησιογόνοι παράγοντες των αδιεξόδων (φτώχεια, οικογενειακές δυσλειτουργίες, κοινωνικός αποκλεισμός) αφήνονται άθικτοι, ενώ βέβαια εμβόλια για την πρόληψη της διάδοσης των ναρκωτικών δεν έχουν βρεθεί. Το έλλειμμα αυτό και η παράκαμψη των αιτιολογικών προσεγγίσεων, που αποβλέπουν στις κοινωνικές συνθήκες επιχειρείται να καλυφθούν με την εισαγωγή ενός τεχνικού όρου: η αρρώστια της τοξικομανίας είναι, λέγεται, αυτοπροκαλούμενη. Ευνοούνται επομένως οι εξηγήσεις και οι προσεγγίσεις που εξατομικεύουν τα πράγματα, ενώ η πολλή συζήτηση για κοινωνικά αίτια και δυσλειτουργίες υποστηρίζεται ότι περιττεύει. Βοηθά στο θόλωμα των νερών και η αντικειμενική δυσκολία αξιολόγησης των προγραμμάτων πρόληψης. Σε κάθε περίπτωση, η ιατροκεντρική κατεύθυνση υποτιμά τα μόνα αποτελεσματικά εργαλεία πρόληψης, τις ψυχολογικές-κοινωνικές παρεμβάσεις.

- Μια θεραπεία-απεξάρτηση είναι ανέφικτη, αν δεν προηγηθούν η επεξεργασία των κοινωνικοψυχολογικών αδιεξόδων και η επανένταξη σε έναν στοιχειωδώς βιώσιμο μικρόκοσμο. Πανάκριβες κλινικές αποτοξίνωσης προσφέρουν ταχύρρυθμα «αποτελέσματα». Μόλις όμως ο πελάτης τους θα ξανασυναντήσει εκείνα που του γεννούν την επιθυμία της τεχνητής διεξόδου, τα αποτελέσματα αυτά ανατρέπονται.

Εχει επινοηθεί όμως και εδώ ένας όρος-κλειδί για τη διασφάλιση μιας «αξιοπιστίας» του μονοπωλίου θεραπείας και των κερδών. Η τοξικομανία είναι, λέγεται, μια χρόνια υποτροπιάζουσα νόσος. Εκδίδεται, δηλαδή, προκαταβολικά το συγχωροχάρτι για την αποτυχία. «Τι να γίνει, εμείς προσπαθήσαμε, τα χρήματά σας αξιοποιήθηκαν, αλλά το παιδί ξαναπαίρνει ναρκωτικά, επειδή η ίδια η νόσος είναι υποτροπιάζουσα».

Στην πραγματικότητα, όσοι ακολουθούν τον ανηφορικό και πιο μακρόχρονο δρόμο της κοινωνικοψυχολογικής και ηθικής προσπάθειας, κερδίζοντας την κοινωνική τους ένταξη, έχουν -διεθνής η διαπίστωση- χαμηλά ποσοστά υποτροπής, τα οποία και πάλι σε αρκετές περιπτώσεις διασυνδέονται με κοινωνικά αίτια. Κατά ακριβολογίαν, αν η κοινωνικοψυχολογική προσπάθεια δεν έχει ολοκληρωθεί με την κοινωνική ένταξη, η θεραπεία δεν έχει καν συντελεστεί και, επομένως, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για υποτροπή.

- Η ιατροκεντρική θεώρηση είναι απρόσφορη για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των εξαρτημένων. Η ταύτιση του εγκληματία με άρρωστο έχει ευτυχώς εγκαταλειφθεί από τον 19ο αιώνα.

-Εξίσου απρόσφορη μέχρι και επικίνδυνη είναι μια πρόταξη των ιατρικών και φαρμακευτικών προσεγγίσεων όταν πρόκειται για εξαρτημένους εφήβους. Αν ο έφηβος μάθαινε στην κρίσιμη ηλικία του ότι μια ιατρική συνταγή ή μια κάψουλα τον σώζει από το αδιέξοδο και το ψυχοπλάκωμα, σε όλη του τη ζωή θα αναζητούσε ουσίες, κάθε είδους, για να διαχειριστεί τα αδιέξοδά του.

- Οι «πιάτσες» διακίνησης ναρκωτικών, που δημιουργούνται σε διάφορα σημεία των πόλεων, αποτελούν σημαντικό μέρος του προβλήματος: καθηλώνουν τους εξαρτημένους στο στάδιο της κατάχρησης και συνιστούν εστία διάδοσης, ενώ οι αστυνομικές παρεμβάσεις κατορθώνουν μόνο να τις μετατοπίζουν. Είναι φανερό ότι ιατρικά μέσα για την καταπολέμησή τους δεν νοούνται. Εδώ οι εμπνευστές του ιατροκεντρικού μοντέλου απεξάρτησης σηκώνουν ψηλά τα χέρια, εμφανίζουν την πιάτσα σαν φαινόμενο φυσικό και αναπόδραστο και περιορίζονται σε ανώδυνα αναθέματα.

Ας επαναλάβουμε ότι δεν αναφερόμαστε καθόλου σε μια ορθολογική άσκηση της φαρμακευτικής ή της ιατρικής, ούτε στην περίθαλψη παθολογικών συμπτωμάτων που συνυπάρχουν, ούτε βέβαια στη χορήγηση υποκαταστάτων για τη μείωση της βλάβης από την εξάρτηση. Το βραχυκύκλωμα απειλείται εξαιτίας ενός διαχειριστικού ολοκληρωτισμού, που καπηλεύεται το όνομα της ιατρικής για να ελέγχει και να κερδίζει.

Εχουμε προσπεράσει ασυλλόγιστα την εποχή της ανίχνευσης και ανάδειξης των κοινωνικών αιτίων. Τώρα πάλι το ιστορικό φυσικοποιείται, ανάγεται σε κάτι βιολογικό ή τεχνολογικό, σε οτιδήποτε άλλο πέρα από τις κοινωνικές συνιστώσες και εντάσεις. Για την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων προσφέρονται ηρεμιστικά, για τη δυστυχία χάπια, για την πρόληψη κάμερες και για την επανένταξη αναμένονται αναβράζονται δισκία. Αυτή η παραπλανητική μετατροπή του κοινωνικού σε φυσικό, όταν υπηρετεί το κέρδος, ισοδυναμεί με απάτη.

*Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ, Πρόεδρος ΚΕΘΕΑ

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι