Ο μνήμων, ο είρων,ο ασίγαστος

O αριστερός Aναγνωστάκης σώπασε όταν έπαψε να έχει ανάγκη τον τραγικό ποιητή Aναγνωστάκη

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 09/07/2005

Ο καθένας μας αισθάνεται τιμή για κάποιους ανθρώπους που γνώρισε. Στο προσωπικό μου μερίδιο και, από ό,τι ξέρω, πολλών ακόμα της γενιάς του Πολυτεχνείου και των αμέσως επόμενων λαμπρή θέση κατέχει ο Mανόλης Aναγνωστάκης. Mε ασπίδα το αίσθημα αυτό γράφω σήμερα, αδιαφορώντας για τα ξένα χωράφια που περνάω, καθώς προσωπική ανάγκη πιέζει να ταιριάξω μέσα μου τις εικόνες του σπουδαίου νεκρού.

H οπτική του στη μεταπολεμική κοινωνία όπως αποτυπώνεται στην ποίησή του μοιάζει να συγκρούεται με την αναζήτηση του νέου που επιχειρούν τα περί αισθητικής και πολιτικής κείμενά του. Σαν οι διαφορετικοί «εαυτοί» του Αναγνωστάκη να απέκλιναν και να απαιτούσαν μια στροφή της ποιητικής του για να συνυπάρξουν. Μια στροφή που ο ποιητής Αναγνωστάκης δεν έκανε

Να ταιριάξω τις εικόνες. Του ποιητή, του ανθρώπου, του κομματικού, του αριστερού, του λόγιου. H κληρονομιά που μας αφήνει είναι ασφαλώς η ποίησή του, αλλά αυτή φορτίζεται ακόμα περισσότερο αν περιλάβουμε και τους άλλους «εαυτούς» του Αναγνωστάκη. H προσωπική μου προσέγγιση στηρίζεται σε δύο υποθέσεις. H πρώτη είναι ότι πρέπει να αποδεχτούμε τον εσωτερικό «καταμερισμό» που επέβαλε στους «εαυτούς» του. Χωρίς να ξέρουμε τι του κόστισε ψυχολογικά, είναι εκ των υστέρων σαφές ότι ο ίδιος οριοθέτησε τη λειτουργία της ποίησής του. Υπήρξε ποιητής της πολεμικής δεκαετίας του ’40, ποιητής του τραγικά έκτακτου, της «καρδιάς του εικοστού μεσαίωνα» (Δ. Ραυτόπουλος). Συνέχισε όσο οι πληγές της έκτακτης εποχής ήταν νωπές, και επανήλθε πρόσκαιρα, όταν αυτές ξανάνοιξαν με τη δικτατορία. Ύστερα «σώπασε» ως ποιητής. Όχι από απέχθεια έναντι της «ηθικής έκπτωσης» της πολιτικής και της κοινωνίας, όπως θέλει μια αριστερή απολιτική ηθικολογία του συρμού, αλλά για τον αντίθετο λόγο. Ο πολιτικός Αναγνωστάκης, ο αριστερός Αναγνωστάκης, ο ασίγαστος, φιλοπαίγμων και είρων Αναγνωστάκης, έπαψε να έχει ανάγκη τον τραγικό ποιητή Αναγνωστάκη. Γιατί και στην Ελλάδα πια η ζωή διεκδικούσε το δικαίωμά της έναντι του θανάτου, και το καινούργιο τον κέντριζε πια περισσότερο από τη μνήμη.

Το τραγικά έκτακτο

H δεύτερη υπόθεσή μου είναι ότι η σύγκρουση των διαφορετικών πλευρών του ανθρώπου Αναγνωστάκη μπορεί να αντικειμενοποιηθεί και να ελεγχθεί αν απλωθεί πάνω στην τροχιά που διέγραψε η Ελλάδα και η γενιά του ποιητή από την τραγωδία στην κανονικότητα. H δική μου γενιά είναι η τελευταία που έζησε και τις δύο πλευρές της καμπύλης, γι’ αυτό ίσως αισθάνθηκε τόσο τη συγκίνηση της ποίησής του. H πιο κρίσιμη περίοδος κατά την οποία εκδηλώνεται νομίζω με σαφήνεια η σύγκρουση που υποθέτω, απλώνεται από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 ώς τη δικτατορία. Όταν δηλαδή κλείνουν αργά και βασανιστικά οι πληγές του πολέμου και συσσωρεύονται, επίσης αργά και βασανιστικά, οι προϋποθέσεις που θα εξασφαλίσουν μετά τη δικτατορία τη δημοκρατική ομαλοποίηση. Αντικείμενο της σύγκρουσης η στάση του Αναγνωστάκη απέναντι στη μετάβαση από το έκτακτο στο κανονικό, η στάση απέναντι στον επιταχυνόμενο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας, υποκεφάλαιο του οποίου ήταν και η εναγώνια προσπάθεια πολιτικής, ιδεολογικής και αισθητικής ανανέωσης της Αριστεράς.

H ποίηση του Αναγνωστάκη δεν επιτέλεσε τη μετάβαση. Θέλησε και έμεινε στο τραγικά έκτακτο, επιφορτίζοντας την ποίησή του αλλά και την ποίηση γενικότερα, να παλεύει στα όρια του άφατου που το έκτακτο εξ ορισμού εμπεριέχει. Γι’ αυτό άλλωστε σχεδόν από την αρχή προαγγέλλει κάθε τόσο το τέλος της. Το ότι στον εσωτερικό του «καταμερισμό» οριοθέτησε έτσι την ποίησή του το αντιλαμβανόμαστε και μόνο από τους τίτλους των συλλογών του, εφαρμόζοντας τη δική του προτροπή «οι τίτλοι στα "περιεχόμενα" άμα τους διάβαζες στη σειρά φτιάχναν ένα καινούργιο ποίημα». Εποχές 1, 2, 3 (δημοσιευμένες από το 1945 ώς το 1951), η Συνέχεια 1, 2, 3 (από το 1953 ώς το 1962), το Περιθώριο ’68-’69, ο Στόχος (1970) και το Υστερόγραφο (1983).

Αξεδιάλυτη ένωση

H Εποχή είναι μία, η πολεμική δεκαετία, ύστερα έχουμε τη συνέχειά της, κάποιες (σπαρακτικές) σημειώσεις στο περιθώριό της, την ηθικά υποχρεωτική επιστροφή επί χούντας και το γοητευτικό υστερόγραφο στα προηγούμενα. H γοητεία που μας άσκησε η ποίηση του Αναγνωστάκη έγκειται νομίζω πρωτίστως στην αξεδιάλυτη ένωση «υπαρξιακής» και πολιτικής ποίησης. Επίτευγμα μιας εκβιασμένης από την Ιστορία ενηλικίωσης, η προσωπική αγωνία, η σύγκρουση του εφηβικού απεριόριστου με την ώριμη αποδοχή της πραγματικότητας, η διελκυστίνδα του έρωτα και του θανάτου, η ελπίδα και η απόγνωση, χύνονται στη μήτρα της πολιτικής. Στον Αναγνωστάκη αυτό στάθηκε δυνατό και επιθυμητό μόνο στην εποχή που η πολιτική είχε λάβει από μόνη της τραγικό υπαρξιακό χαρακτήρα, όταν οι επιλογές και τα διλήμματα είχαν φτάσει στο «μεδούλι» της ανθρώπινης συμβίωσης και της ηθικής. H έντονη υπαρξιακή διάσταση προφύλαξε από το να γίνει η πολιτική στην ποίησή του απλουστευτικά διλημματική και αγωνιστική, «εμείς» εναντίον «αυτών». Γι’ αυτό η ποίηση του Αναγνωστάκη δεν υπήρξε στρατευμένη ή αντιστασιακή (A. Αργυρίου, Γ. Δάλλας). Αντιστρόφως τώρα, η αποκρυστάλλωση του υπαρξιακού συναισθήματος στην πολιτική και την ηθική έδωσε πολλές διόδους πρόσβασης «στην αμετάφραστη πλευρά του εαυτού μας» (Ντ. Ούγκρεσιτς), γεγονός που εξηγεί τη γοητεία και τη δημοφιλία της ποίησης του Αναγνωστάκη. Πιστεύω ότι δεν έχει νόημα να τη διαβάσουμε προσπαθώντας να διαχωρίσουμε τις δύο διαστάσεις της. Είτε για να επιπλήξουμε τις υπαρξιακές «αδυναμίες» του ποιητή όπως έκαναν στον καιρό τους οι κομματικοί φύλακες των δογμάτων του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, είτε αντίθετα για να τις αναγορεύσουμε σε βασικό ψυχαναλυτικό πυρήνα που εγγυάται την επικαιρότητα της ποίησής του (N. Βαγενάς).

H δύναμη του ηττημένου

Αυτόν τον αξεδιάλυτο υπαρξιακό-πολιτικό πυρήνα αντιπαρέθεσε ο ποιητής Αναγνωστάκης στη μεταπολεμική περίοδο και στον αργόσυρτο εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας. Ζητάει να υπερασπίσει το απόλυτα τραγικό της προηγούμενης εποχής από την έκπτωση, «να συντηρήσει ό,τι η πρόοδος του χρόνου ζητά να αναλώσει, να εξαγοράσει ή να ευτελίσει» (Δ. N. Μαρωνίτης). Ο ποιητής διαλέγει το λειτούργημα του αρχαίου μνήμονα, τού πριν τα γραπτά αρχεία αρχειοφύλακα, που αναλάμβανε να διαφυλάξει τη μνήμη της Πόλεως και των ανθρώπων της. Ή των νεκρών της. Μόνο στη δεκαετία του ’60 (Συνέχεια 3) η ποίησή του αφήνει διόδους για μια θετικότερη, πιο ειρηνεμένη στάση έναντι της κανονικότητας που επανέρχεται «ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό».

Ξέρουμε ότι εκείνη την περίοδο ο Αναγνωστάκης δέχτηκε τα πυρά της κομματικής ορθοδοξίας. Του καταλόγιζε ότι έγραφε «ποίηση της ήττας». H σχετική διαμάχη έχει πλέον ιστορικό και μόνο χαρακτήρα. Αξίζει όμως να υπογραμμίσουμε ένα (φαινομενικά μόνο) παράδοξο που πιστεύω ότι ισχύει. Το «κλίμα» και η ποιητική ηθική (Δ. N. Μαρωνίτης) που εξέπεμπε η λεγόμενη «ποίηση της ήττας» συνέβαλε καθοριστικά στην αναπαραγωγή της ηθικής - διανοητικής ηγεμονίας που άσκησε η ηττημένη Αριστερά στη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική εποχή. Ξέρουμε ότι η ρίζα αυτής της ηγεμονίας βρίσκεται στο κύρος που απέκτησε η κομμουνιστική Αριστερά κατά την Εθνική Αντίσταση. H ηγεμονία ωστόσο συνεχίστηκε παρά την ήττα στον Εμφύλιο. Το κοινό νήμα που δεν έσπασε ήταν η αντίσταση. Αντίσταση σε τι; Κατ’ αρχάς στις διώξεις. Ιδίως αυτές που υπέστησαν οι πνευματικοί άνθρωποι της Αριστεράς, η σκληρή μεταχείριση των οποίων γέννησε ένα «σύμπλεγμα ενοχής» στους ομότεχνους ιδεολογικούς αντιπάλους τους (B. Λεοντάρης). Εξίσου όμως δραστική πρέπει να στάθηκε η πνευματική - συναισθηματική αντίσταση στη «σκοτεινή» πλευρά του εκσυγχρονισμού, στην αλλοτριωτική διάσταση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Το βόλεμα, η συναλλαγή, το χρήμα, η ταχεία αλλαγή των παραδοσιακών βιωματικών χώρων έγιναν οι νέοι εχθροί έναντι των οποίων ανανεωνόταν η αντίσταση. H προσωπική ακεραιότητα έγινε το νέο όπλο της, συμπληρωματικό στην αντίσταση που έτσι κι αλλιώς γινόταν στα στρατόπεδα. Ο αδιάφθορος της καθημερινότητας και ο ήρωας των στρατοπέδων ενώνονταν αναπαράγοντας την ηθική - διανοητική ηγεμονία της Αριστεράς. Έτσι ο αντιφασισμός συνέχιζε και συνδεόταν σχεδόν ασύνειδα με τον αντικαπιταλισμό και την κριτική της σύγχρονης αλλοτρίωσης. Αυτή η τελευταία ήταν ένα καταλυτικό όπλο στη φαρέτρα της πνευματικής Αριστεράς γιατί ακριβώς περνούσε τα σύνορά της και εξέφραζε ένα πολύ γενικότερο ηθικό - καλλιτεχνικό κλίμα. Στην ουσία δεν ήταν παρά μια συγκεκριμένη αποκρυστάλλωση της κριτικής που η Τέχνη άσκησε και ασκεί στις εργαλειακές - αλλοτριωτικές όψεις της νεωτερικότητας. Κι αυτή η κριτική παγκοσμίως ασκήθηκε από όλους τους ιδεολογικούς χώρους και τις ιδιαίτερες πνευματικές ευαισθησίες. Σοσιαλιστικές, συντηρητικές, φιλελεύθερες. H ευρύτερη σύμπτωση έδινε στις συγκεκριμένες μεταπολεμικές συνθήκες εξαιρετική εμβέλεια και ηγεμονική δυνατότητα στην ελληνική πνευματική Αριστερά.

Σε κάθε περίπτωση, η ποίηση του Αναγνωστάκη εξέφρασε συμπυκνωμένα και συγκλονιστικά αυτή την κριτική στον αργό μεταπολεμικό εκσυγχρονισμό και τη βασανιστική ειρήνευση. Ο αξεδιάλυτος υπαρξιακός - πολιτικός πυρήνας της ποίησής του που είχε ανεβάσει στα ύψη το τραγικό περιεχόμενο της πολεμικής εποχής μεγέθυνε τώρα το βάθος της «πτώσης» μετρώντας το από τη θέση μιας ηθικής - πολιτικής αδιαλλαξίας. Νομίζω ότι εκφράζω κάτι συλλογικότερο λέγοντας ότι αυτό το μείγμα συναντήθηκε με τις αγωνίες των δικών μας γενιών που κινητοποιήθηκαν στην περίοδο της δικτατορίας. Ανταποκρινόταν άλλωστε στις συνθήκες της τότε ελληνικής κοινωνίας όπως τη βιώναμε. Από τη μια, η στράτευση και η αντίσταση στους φοιτητικούς χώρους, από την άλλη η ηθική αγανάκτηση για τη «σιωπή» της μεγάλης πλειοψηφίας. Σε αυτή τη διπλή ηθικό- πολιτική βάση αναζωογονήθηκε και ενισχύθηκε η πνευματική ηγεμονία της Αριστεράς στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.

Από τον μνήμονα στον είρωνα

O Μανόλης Αναγνωστάκης με τον Μίκη Θεοδωράκη το 1976

Σήμερα ξέρουμε ότι αυτή η πνευματική ηγεμονία της Αριστεράς στη μεταπολιτευτική Ελλάδα ήταν εγγενώς μπαταρισμένη. H ηθική - πολιτιστική υπεροχή υπονομευόταν από την πολιτική - προγραμματική καθυστέρηση και τη λειψή κατανόηση των μετασχηματισμών που εξελίσσονταν. Κάνω την υπόθεση ότι ο Αναγνωστάκης διαισθάνθηκε αυτό το χάσμα και το βίωσε και σαν προσωπικό πρόβλημα. Το υποθέτω από την απόκλιση που πιστεύω ότι παρατηρείται μεταξύ του ποιητικού του λόγου από τη μια και του πολιτικού - αισθητικού κριτικού λόγου του από την άλλη, κατά την κρίσιμη δεκαετία του ’60. H οπτική του στη μεταπολεμική κοινωνία όπως αποτυπώνεται στην ποίησή του μοιάζει να συγκρούεται με την αναζήτηση του νέου που επιχειρούν τα περί αισθητικής και πολιτικής κείμενά του. Σαν οι διαφορετικοί «εαυτοί» του Αναγνωστάκη να απέκλιναν και να απαιτούσαν μια στροφή της ποιητικής του για να συνυπάρξουν. Μια στροφή που ο ποιητής Αναγνωστάκης δεν έκανε. Ήταν πολύ πολιτικός ώστε να επενδύσει διαφορετικά την υπαρξιακή του αγωνία; Ήταν χαρακτηριολογικά λιγότερο «αγωνιώδης» από όσο η ποίησή του έδειχνε; Θα απαντούσα ναι και στα δύο, αλλά αυτές είναι προσωπικές εντυπώσεις από τη γνωριμία με τον άνθρωπο.

Έχουν ωστόσο συνήγορό τους τη στάση του Αναγνωστάκη μετά τη δικτατορία. H μεταπολίτευση έκλεισε τις πληγές του Εμφυλίου. H Ελλάδα έγινε «χώρα κανονική». H δημοκρατία έθρεψε νέες πολιτικές ελπίδες. Ο Αναγνωστάκης δόθηκε ολόθερμα σε αυτές. H ηθική απόρριψη και ο υπαρξιακός σαρκασμός της καθημερινότητας δεν συνιστούσε πια πολιτική στάση που ο ποιητής Αναγνωστάκης αισθανόταν ή μπορούσε να διατηρήσει. Γι’ αυτό σταμάτησε. Και επιστράτευσε τον χαρούμενο, παιχνιδιάρη είρωνα Μανούσο Φάσση, για να βγάζει τη γλώσσα στην κοινωνία, στην πολιτική, στην Αριστερά, στον ίδιο τον δημιουργό του. Ο Μνήμων έδωσε τη θέση του στον είρωνα. Έτσι κι αλλιώς και οι δυο τους πυρπολούνταν από το ασίγαστο πάθος για ζωή.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι