Τρομοκρατία: το μυστήριο της πολιτικής στόχευσης

Βάλλονται πάντως οι πλειοψηφίες

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 13/07/2005

Μετά το κτύπημα στο Λονδίνο δύο τουλάχιστον ζητήματα για την τρομοκρατία ξεκαθάρισαν οριστικά: στόχος των τρομοκρατών δεν είναι μόνο οι Αμερικανοί· η ένταση της αστυνόμευσης εξάλλου δεν αποτελεί αποτελεσματική λύση για την πρόληψη των πληγμάτων. Ας δούμε όμως κάποια πράγματα αναδρομικά.

Αμέσως στις επόμενες ημέρες της τραγωδίας της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στο Μανχάταν, η αστυνομική έρευνα έδειχνε να είναι η μόνη που μπορεί να φθάσει σε ευρήματα και αποκαλύψεις. Οντως, οι ταυτότητες κάποιων τρομοκρατών έγιναν γνωστές. Αν όμως ενδιαφέρει ό,τι διασφαλίζει την πρόληψη, τότε βρισκόμαστε ακόμη στο σημείο μηδέν. Στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» η ώρα της νίκης καθόλου δεν πλησίασε. Ισα ίσα η κατάσταση μετά την εισβολή στο Ιράκ επιδεινώθηκε: η στρατολόγηση εκτελεστών έγινε ευκολότερη, καθώς οι εμπειρίες ολέθρων μετατρέπονται σε ψυχολογική συνθήκη για την άσκηση τυφλής βίας.

Το πρόβλημα είναι ότι, όπως και τα τραγικά θύματα, έτσι και οι φιγούρες των τρομοκρατών-εκτελεστών δείχνουν εναλλάξιμες. Δεν παραπέμπουν αυτόματα στα σταθερά υποκείμενα που κινούν τα νήματα, ούτε στα αίτια που είναι ικανά να εγγραφούν στον ορίζοντα των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων.

Από τη στιγμή του πλήγματος στους Δίδυμους Πύργους είχαν βέβαια αρχίσει να αναζητούνται οι ένοχοι εγκέφαλοι και τα γενικεύσιμα χαρακτηριστικά τους, καθώς και οι κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις των κτυπημάτων. Στην αρχή οι προσπάθειες ερμηνείας, εγγραφής στην ιστορία ή σύνδεσης με πολιτικά ή κοινωνικά αίτια, φτώχεια κ.λπ., οδηγούσαν σε ένα χάος ή σε μια ενδιαφέρουσα από λογοτεχνική άποψη υπενθύμιση του μηδενισμού. Θεωρητικοποιήθηκε μάλιστα η θέση ότι οι συνηθισμένες κοινωνικοπολιτικές εξηγήσεις είναι απρόσφορες1 προφανώς επειδή η ιστορία έχει τελειώσει. Ακριβώς όμως αυτές τις εξηγήσεις και τους προσδιορισμούς περιμένει με αγωνία ο κόσμος: μόνο η αναγνώριση των πόλων της σύγκρουσης, με το σύνολο των κοινωνικών-οικονομικών-πολιτικών τους χαρακτηριστικών, θα επηρεάσει θετικά τις δυνατότητες πρόληψης και το επίπεδο ασφάλειας και ελευθερίας. Στην κατεύθυνση αυτή έχει σημειωθεί κάποια πρόοοδος, χάρη στους αποκλεισμούς εκδοχών και στο ξεκαθάρισμα που προαναφέραμε.

Ο πρόεδρος Μπους, για παράδειγμα, δεν θα μπορούσε να επαναλάβει σήμερα το δόγμα, ότι βασικός στόχος των τρομοκρατών είναι οι ΗΠΑ. Οπως είναι γνωστό, το δόγμα αυτό το είχε αναπτύξει στην ομιλία του στην Αμερικανική Στρατιωτική Ακαδημία του West Point (1.6.2002) και στο έγγραφο του Λευκού Οίκου (17.9.2002), όταν εξήγγειλε την ανάγκη να προχωρήσουν οι ΗΠΑ σε προληπτική ένοπλη δράση2.

Μεσολάβησαν εν τω μεταξύ τα κτυπήματα στην Κωνσταντινούπολη, στο Ριάντ, στη Μαδρίτη, στο Λονδίνο. Η λόγια διατύπωση «πλήττεται το παγκόσμιο χωριό», θα ήταν ευστοχότερη από οποιαδήποτε έξαρση της εθνικής διάστασης των τραγωδιών. Ας προχωρήσουμε όμως ένα βήμα παραπέρα: ούτε η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης ή ό,τι ορίζεται σήμερα ως καπιταλισμός φάνηκαν να επηρρεάζονται ανασχετικά: η παγκοσμιοποίηση της ασφάλειας προωθείται, τα χρηματιστήρια αντέδρασαν ψύχραιμα στο πλήγμα του Λονδίνου, οι επιχειρήσεις παραγωγής και διακίνησης αστυνομικού εξοπλισμού και υπηρεσιών οσμίστηκαν νέα κέρδη.

Η εκδοχή που επικρατεί προς το παρόν είναι ότι η Ανατολή των φανατικών ισλαμιστών πλήττει τον δυτικό κόσμο. Παρά την αναμφίβολη συμμετοχή όμως των φανατικών στον κύκλο της τρομοκρατίας, η σχηματοποίηση «φονταμενταλιστική Ανατολή εναντίον Δύσης» είναι κι αυτή απλουστευτική, αποπροσανατολιστική και μησαλλόδοξη (περισσότερα, ίσως, προσεχώς).

Ο δεύτερος μύθος που κατέρρευσε (πέρα από το δόγμα ότι πλήττονται οι ΗΠΑ) είναι ότι η ένταση της αστυνόμευσης αποτελεί την αποτελεσματική ασπίδα πρόληψης ανάλογων πληγμάτων στο μέλλον. Οι συνηθισμένοι τηλεοπτικοί σχολιασμοί του τύπου «είχαν πληροφορίες κι ωστόσο περιέργως δεν έλαβαν μέτρα», ευανάγνωστοι ως προς την αστυνομολάγνα τους διάθεση, προσκρούουν στην κοινή νοημοσύνη. Το Λονδίνο ήταν και είναι μια από τις καλύτερα φυλασσόμενες μητροπόλεις: στον λονδρέζικο Υπόγειο υπάρχουν 6.000 κάμερες κι ο μέσος Λονδρέζος περνά από κάμερες παρακολούθησης έως και 300 φορές την ημέρα3. Πού άραγε θα μπορούσε να οδηγήσει η -τηλεοπτική συνήθως- πίεση για περισσότερο έλεγχο; σε μια σχέση «μια κάμερα κι ένας αστυνόμος για καθένα πολίτη»;

Είναι δικαιολογημένη επομένως η επιμονή των σοβαρών αρθρογράφων, ότι απέναντι στην τρομοκρατία χρειάζεται πολιτική απάντηση: αποφυγή άμετρης βίας και εισβολών, όπως στο Ιράκ, σεβασμός ατομικών δικαιωμάτων και πολιτική διαχείριση των γνωστών ανοιχτών μετώπων.

Οι σκέψεις για πολιτικούς χειρισμούς του προβλήματος της τρομοκρατίας συνεχίζουν ωστόσο να προσκρούουν στη θεμελιώδη άγνοια: ποιος τελικά είναι ο αντίπαλος; Ακόμη κι αν αποκλείστηκαν κάποιες εκδοχές, η κοινωνικοπολιτική ταυτότητα των τρομοκρατών μένει κατά βάση ασαφής. Μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνονται. Οπως ο αστυνομικός ξεκινά την έρευνά του βασιζόμενος στα κίνητρα, έτσι ο προβληματισμένος πολίτης δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει παρατηρώντας ποιος ωφελείται (ο εκτελεστής μπορεί να είναι φανατικός αυτόχειρας, ο ηθικός αυτουργός όμως προγραμματίζει) και ποιος βλάπτεται.

Στον κύκλο των ωφελούμενων από την ανάπτυξη της τρομοκρατίας συναντώνται οπωσδήποτε τα πιο ετερόκλητα συλλογικά υποκείμενα: θρησκευτικοί φονταμενταλιστές που αγρεύουν οπαδούς και ισχύ, αλλά και εταιρείες που προωθούν υπηρεσίες και τεχνολογικό υλικό αστυνόμευσης, ακόμη και φορείς πολιτικής εξουσίας, που ξαφνικά ξεφεύγουν από το στρίμωγμα. Εκεί που απολογούνταν για την υπερθέρμανση του πλανήτη ή για την ανισότητα, τώρα προβάλλονται ως εγγυητές ασφάλειας και λαϊκοί σωτήρες. Προφανώς, δεν υπαινίσσομαι με αυτά κάποια παγκόσμια συνωμοσία. Στην εποχή ωστόσο της παγκοσμιοποίησης, ένα δίκτυο ομάδων συμφερόντων που ωφελούνται ανακλαστικά είναι δυνατό να αποτελεί υποκείμενο. Πράξεις και παραλείψεις μπορούν άλλωστε εξίσου να συμβάλλουν σε ένα έγκλημα.

Από την άλλη πλευρά, αναμφίβολο είναι ότι στη θέση του βλαπτόμενου βρίσκονται κατεξοχήν οι πλειοψηφίες των λαών. Θύμα γίνεται ο οποιοσδήποτε: κάτοικοι, διαβάτες, επιβάτες, χριστιανοί, Εβραίοι, μουσουλμάνοι, παγανιστές, στην Ευρώπη, στην Αμερική, στην Ασία. Μόνο οι προνομιούχοι δεν κινούνται με το τρένο ή το λεωφορείο. Φυλάσσονται καλύτερα, κινδυνεύουν λιγότερο. Οι πλειοψηφίες άλλωστε βάλλονται διπλά: όχι μόνο με τις τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά και επειδή στο όνομα ακριβώς του πολέμου κατά της τρομοκρατίας αναπτύσσονται τα δίκτυα αστυνόμευσης και ελέγχου που συρρικνώνουν τις κατακτημένες ελευθερίες και τα δικαιώματα του πολίτη.

Χρειάζεται πολύ μελάνι για να αναλυθούν οι παραπάνω διαστάσεις. Εδώ αρκεί ως επίλογος, ότι οι πλειοψηφίες των λαών σταδιακά αποκτούν κοινωνική συνοχή (κοινά συμφέροντα μέσα στους όρους της ανισότητας) και γνωρίζουν το πολιτικό σύστημα που τις ευνοεί: τη δημοκρατία. Αποτελούν αντίπαλο και μπορεί κάποιοι να επιθυμούν να τις τρομοκρατούν και να τις ελέγχουν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Α. Cluckmsann, Ο Ντοστογιέφσκι στο Μανχάταν (μτφρ. Κ. Παπαγιώργη, Γκοβόστης 2003) 37, πρβλ. τις σκέψεις του Π. Παναγιωτόπουλου, Το γεγονός (Βιβλιόραμα 2003) 31 κε.

2. Κ. Χατζηκωνσταντίνου, Ο προληπτικός πόλεμος και η παραχάραξη της λογικής (Παπαζήσης 2004) 18 κε.

3. Νέα, 9-10/7/2005

Θέμα επικαιρότητας:
Διεθνής Τρομοκρατία

Σύνολο: 31 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι