Στη σκιά των μεταρρυθμίσεων

Λευτέρης Παπαγιαννάκης, Η Καθημερινή, 17/07/2005

Πολλά τα πραγματικά προβλήματα της οικονομίας: το μεγάλο, βαθύ και αναποτελεσματικό κράτος, η αδιέξοδη δημοσιονομική διαχείριση, η αγκύλωση και δυσλειτουργία της αγοράς εργασίας… Αλλά τα προβλήματα αυτά δεν γεννήθηκαν χθες, ούτε προσδιορίζουν από μόνα τους την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την ανταγωνιστικότητα. Εκτός κι αν δεν έχουμε ακόμα καθαρή απάντηση στο ερώτημα: ποια είναι η μήτρα της οικονομίας της αγοράς και της ανταγωνιστικότητας;

Σε ένα περιβάλλον προϊούσας διεθνοποίησης –δηλαδή οικονομίας της αγοράς ανοιχτών συνόρων και οριζόντων– ο πυρήνας του προβλήματος της ανταγωνιστικότητας είναι η επιχειρηματική δυναμική. Καμιά χώρα δεν μπορεί να είναι ή να καταστεί ανταγωνιστική αν δεν διαθέτει ένα δυναμικό επιχειρηματικό τομέα, ικανό να αναγνωρίζει και να ενσωματώνει τη (ρητή και άρρητη) γνώση που παράγεται και προσφέρεται πλέον με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, ικανό να μετουσιώνει τη γνώση σε καινοτομίες, κοινωνικά χρήσιμες και οικονομικά αποδοτικές, ικανό να δημιουργεί ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα για τις επιχειρήσεις και για τη χώρα.

Ο δρόμος για την ανταγωνιστικότητα περνάει (κοινός τόπος πια) από την επένδυση στη γνώση, στην καινοτομική επιχειρηματικότητα, στην εξωστρέφεια. Πλην όμως η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα είναι θλιβερά διαφορετική.

Υποτίθεται κατ’ αρχήν ότι στοιχηματίζουμε στη διεθνοποίηση. Αρκετοί αναρωτιούνται μάλιστα μήπως κινδυνεύουμε κιόλας από υπερβολική δόση διεθνοποίησης. Αλλά με κάθε κριτήριο είναι προφανές ότι η χώρα μας εξελίσσεται στην πλέον κλειστή και απομονωμένη οικονομία της Ευρωπαϊκής Eνωσης και πολύ πέραν αυτής.

Βεβαίως, από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, μια ταχεία πορεία διεθνοποίησης ήταν ορατή: υψηλή εισροή διεθνών επιχειρηματικών κεφαλαίων, ταχεία αύξηση της εγχώριας παραγωγής, ακόμα ταχύτερη αύξηση των εξαγωγών (επομένως και της εξωστρέφειας του εγχώριου δυναμικού), αυξανόμενη ικανότητα κάλυψης των απαιτήσεων της εγχώριας κατανάλωσης.

Από τα μέσα όμως της δεκαετίας του 1980, η εγχώρια παραγωγική δραστηριότητα –ανεξάρτητα από τη συγκυριακή διακύμανση των ρυθμών ανάπτυξης– βρίσκεται σε διαδικασία σταθερής αποδιεθνοποίησης: μειώνεται ραγδαία (και τελικά εκμηδενίζεται) η ελκυστικότητά της για τα διεθνή κεφάλαια, περιορίζεται τραγικά η εξωστρέφειά της (οι εξαγωγές δεν ξεπερνούν σήμερα το 8% του ΑΕΠ), συρρικνώνεται σταθερά ο εγχώριος παραγωγικός ιστός (η μεταποίηση έχει περιοριστεί στο 10% του ΑΕΠ), αμφισβητείται πλέον η ικανότητά του να ικανοποιεί όχι μόνο τις διεθνείς αγορές αλλά και την εγχώρια κατανάλωση (οι εξαγωγές δεν καλύπτουν πια ούτε το 30% των εισαγωγών, επιστρέφοντας στα πρότυπα της δεκαετίας του 1950).

Τίποτα το περίεργο για όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις χωρίς παραμορφωτικούς φακούς. Η επιχειρηματικότητα δημιουργεί ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα όταν στηρίζεται στη (κάθε φορά) σύγχρονη γνώση. Πλην όμως η δυναμική αυτή «συνταγή» ακυρώνεται όταν η τυπική εγχώρια επιχείρηση:

Δεν επενδύει στη νέα γνώση, ακόμα και όταν ασκούνται αρκετά προωθημένες δημόσιες πολιτικές ενθάρρυνσης. Για κάθε 1 ευρώ που «ρίχνεται» στην έρευνα και ανάπτυξη της νέας γνώσης από δημόσιους πόρους (ως κίνητρο), «συμπαρασύρονται» αντίστοιχες επιχειρηματικές δαπάνες: 2 ευρώ κατά μέσο όρο στην Ε.Ε. των 25, 3 ευρώ στις πλέον προωθημένες χώρες (Σουηδία, Φινλανδία, ...), αλλά μόνο 0,5 ευρώ στην Ελλάδα (…και στην Τουρκία). Το πρόβλημά μας δεν είναι η ποσότητα της εγχώριας επιχειρηματικότητας, αλλά η ποιότητα και οι προοπτικές της.

Δεν επενδύει σε ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας. Στην κρίσιμη πρώτη παραγωγική ηλικία (25-34 ετών) διαθέτουμε συγκριτικά λιγότερους πτυχιούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (25% έναντι 40% ή ακόμα και 50% στις πλέον προωθημένες χώρες) και ακόμα λιγότερους της τεταρτοβάθμιας (ερευνητές, διδάκτορες). Και όμως αυτά τα νέα παιδιά πλήττονται από υψηλή ανεργία, περισσότερο από άλλες χώρες (περισσότερο –προσοχή– ακόμα και από τους ανειδίκευτους συνομηλίκους τους). Το πρόβλημά μας δεν είναι η υπέρμετρη προσφορά τίτλων γνώσης, αλλά η προφανής ελλιπής ζήτησή τους από το επιχειρηματικό δυναμικό της χώρας.

Αλλά αν η τυπική εγχώρια επιχείρηση αποδιεθνοποιείται, δεν στοιχηματίζει στη γνώση και στους φυσικούς φορείς της, δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες τάσεις ακόμα και όταν η πολιτεία δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις, τότε δεν είναι εμφανές ένα δομικό αδιέξοδο;

Η όποια απόπειρα ερμηνείας δεν μπορεί να προσπεράσει την πρόσφατη οικονομική ιστορία της χώρας. Συγκυριακές επιχειρηματικές συμπεριφορές εντάσεως καπατσοσύνης και λεβεντιάς αφήνουν να χάνονται οι δυναμικές ευκαιρίες, η μία μετά την άλλη, και εγκλωβίζονται σε ρόλους περιθωριακού κομπάρσου. Το επιχειρηματικό μας δυναμικό: «στοιχημάτισε» –τη δεκαετία του ’70– σε ρόλο κατασκευαστή και οικοδόμου για την πρόσκαιρα πλούσια αραβική αγορά και έχασε, όπως ήταν αναμενόμενο.

«Στοιχημάτισε» τη δεκαετία του 1980 σε ρόλο ράφτη και φασονατζή για την πάντα πλούσια ευρωπαϊκή αγορά και έχασε, όπως ήταν επίσης αναμενόμενο (ο ρόλος είχε σαφή ημερομηνία λήξης, η οποία μάλιστα επιταχύνθηκε με την «πτώση του τείχους»).

Μετά την εξωγενή διεθνοποίηση, η γνήσια ενδογενής «στρατηγική»: από την ευκαιριακή εξωστρέφεια στη φοβική εσωστρέφεια. Αμήχανος συμπαραστάτης το κράτος-πατερούλης: κάποτε με την άμεση προστασία (με δασμούς και υποτιμήσεις), άλλοτε με την έμμεση «βοήθεια» (αμερικανική παλαιότερα, ευρωπαϊκή σήμερα), πάντα με την κρυφή στήριξη και ανοχή (στις ακραίες μορφές παραοικονομίας, φορο(&εισφορο)διαφυγής, λαθρεμπορίου, ή στην προκλητική δωρεάν ανάλωση δημόσιων αγαθών & πόρων). Αλλά η προστατευόμενη ελευθεριότητα αναιρεί την ουσία της επιχειρηματικότητας και την οδηγεί σε «παραίτηση».

Το ζητούμενο δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο. Μεταρρυθμίσεις που δεν θα αγγίξουν το πραγματικό και μείζον πρόβλημα της επιχειρηματικής δυναμικής, που θα διευκολύνουν την αναπαραγωγή της υπάρχουσας επιχειρηματικής μιζέριας και εσωστρέφειας, πολύ δύσκολο να ανοίξουν τις πύλες μιας «νέας εποχής», που θα στηρίζεται στην καινοτομική αξιοποίηση της γνώσης και όχι στην αδιέξοδη συμπίεση του κόστους εργασίας.

Το περίεργο είναι ότι εξαιρέσεις υπάρχουν, έστω κι αν αποτελούν αντικείμενο «μελετών περίπτωσης» για τους ειδικούς. Και προϋποθέσεις (άνθρωποι, κεφάλαια, γνώση…) υπάρχουν, αλλά μια νέα δυναμική γενιά επιχειρηματιών και επιχειρήσεων δυσκολεύεται να βρει το δικό της δρόμο.

* O κ. Λευτέρης Παπαγιαννάκης είναι οικονομολόγος, καθηγητής ΕΜΠ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι