Επικίνδυνη ανευθυνότητα

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή, 20/07/2005

Η εκρηκτική επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών, όπως επιβεβαιώθηκε και με τά ταμειακά στοιχεία για το πρώτο εξάμηνο που δημοσίευσε η Τράπεζα της Ελλάδος, θα όφειλε να σημάνει γενικό συναγερμό στην κυβέρνηση. Μάλιστα και πέρα από την κυβέρνηση, σε ολόκληρη την οικονομία. Δεν πρόκειται μόνον, όπως αρκετοί θέλουν να πιστεύουν, για το πρόβλημα που θα έχουμε με τους "χωροφύλακες του συμφώνου σταθερότητας" στις Βρυξέλλες, για τις περικοπές σημαντικών κοινοτικών χρηματοδοτήσεων που θα επιφέρει η αθέτηση της ανειλημμένης δέσμευσης να μειωθεί δραστικά το έλλειμμα από φέτος, ώστε να πέσει κάτω από το 3% του ΑΕΠ του χρόνου. Αυτό υπάρχει, και είναι σοβαρό. Αλλά πιο βασικό είναι ότι δεν αντέχει μια οικονομία με δημόσιο χρέος ήδη της τάξης του 110% του ΑΕΠ της, όταν εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ρυθμούς πάνω από 3%, να συνεχίζει να παρουσιάζει δημόσια ελλείμματα στο 5 ή στο 6% του ΑΕΠ. Διότι οδηγείται με βεβαιότητα στην κατάρρευση. Ακόμα επωφελούμαστε από τα περίπου ενιαία, και πάντως χαμηλά, επιτόκια που εφαρμόζονται στην Ευρωζώνη για το δημόσιο δανεισμό. Χάρη στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πληρώνουμε για την εξυπηρέτηση του χρέους "μόνο" το 5,5% του ΑΕΠ μας, όσο για το σύνολο των δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού για την παιδεία και την υγεία. Η διατήρηση αυτής της πολιτικής όμως δεν είναι διόλου εξασφαλισμένη. Τί θα κάνουμε αν το 5,5 γίνει 10; Από πού θα κόψουμε τα δισεκατομμύρια για να πληρώνουμε τους τόκους που χρωστάμε; Σύμφωνα με τα έως τώρα δημοσιευμένα στοιχεία, η διόγκωση του ελλείμματος φέτος δεν προέρχεται από υπερβάσεις δαπανών, η αύξηση των οποίων συγκρατείται στο 4% στον τακτικό προϋπολογισμό, ενώ στις δημόσιες επενδύσεις είναι πολύ μειωμένες. Είναι αποτέλεσμα της μεγάλης υστέρησης των εσόδων, δηλαδή της διεύρυνσης της φοροδιαφυγής ή, για να το πούμε αλλιώς, μιας ολοένα πιο εκτεταμένης φοροδοτικής "απεργίας". Όποιος μπορεί να κλέψει το φόρο, δεν τον πληρώνει. Μια κοινωνική κρίση εμπιστοσύνης στο κράτος είναι η άλλη όψη της δημοσιονομικής κρίσης στην οποία βυθίζεται η χώρα. Και αυτή δεν αντιμετωπίζεται με απόπειρες αστυνόμευσης και με αποσπασματικά μέτρα που θα εντείνουν ακόμα περισσότερο τις ανισότητες, σαν αυτά που καθυστερημένα σχεδιάζονται. Θα απαιτούσε μια σοβαρή συνολική πολιτική επανεξέταση του φορολογικού συστήματος, με τους όρους συναγερμού που επιβάλλουν οι αριθμοί. Σ’ αυτές τις συνθήκες, εξωφρενικές είναι οι ελπίδες για ένα μοναδικό συντελεστή φόρου εισοδήματος στο 25% από το 2007, με αφορολόγητο όριο 13.000 ευρώ, που καλλιεργούν στο υπουργείο Οικονομίας ("Καθημερινή" 10/7/2005). Πρόκειται για τολμηρή πρόταση που θα ενείχε ίσως σημαντικά πλεονεκτήματα, εφόσον τα δημόσια οικονομικά βρίσκονταν σε ισορροπία, και οι φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί λειτουργούσαν με σχετική επάρκεια. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις συνέτρεχαν στην Ισπανία (έλλειμμα σχεδόν μηδενικό, δημόσιο χρέος απολύτως διαχειρίσιμο), όταν το αντιπολιτευόμενο τότε Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα άνοιξε το 2001 δημόσια συζήτηση γύρω από την πρόταση να καθιερωθεί μοναδικός συντελεστής φόρου εισοδήματος. Αφετηριακό επιχείρημα ήταν η ίση μεταχείριση των εισοδημάτων από κεφάλαιο και από εργασία, καθώς οι πλούσιοι απέφευγαν να φορολογηθούν με τους υψηλούς συντελεστές της προοδευτικής κλίμακας, ιδρύοντας εικονικές εταιρείες από τις οποίες αντλούσαν εισόδημα φορολογούμενο με το χαμηλότερο ενιαίο συντελεστή που ίσχυε για τα κέρδη. Η προοδευτικότητα εξασφαλιζόταν από τη θέσπιση ενός αρκετά υψηλού αφορολογήτου ορίου. Στο προεκλογικό τους πρόγραμμα το 2004, οι σοσιαλιστές πρότειναν έναν ενιαίο συντελεστή 30% και αφορολόγητο όριο τα 10.000 ευρώ συν 3.000 για κάθε εξαρτώμενο παιδί. Το αφορολόγητο όριο θα μπορούσε να αυξομειώνεται αν η οικονομία έτεινε προς υπερθέρμανση ή προς ύφεση. Πρότειναν επίσης τη φορολόγηση των υπεραξιών με 30%, μετά από ένα αφορολόγητο όριο 6.000 ευρώ, φόρο στην περιουσία 0,5%, και πάλι μετά ένα αφορολόγητο όριο συναρτώμενο με την ηλικία (600.000 ευρώ για έναν πενηντάρη), και πολύ χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ για τα βασικά τρόφιμα και για τα πολιτιστικά αγαθά. Αυτά θα τα εφάρμοζαν από το 2006. Όταν όμως, μετά την τρομοκρατική επίθεση στη Μαδρίτη, οι σοσιαλιστές κέρδισαν τις εκλογές και άλλαξαν αμέσως την εξωτερική πολιτική της Ισπανίας (Ιράκ), ο πρωθυπουργός Χοσέ Λουί Ροντρίγκες Θαπατέρο, αποφεύγοντας να ανοίξει άλλα μέτωπα, όρισε υπουργό Οικονομίας τον Πέδρο Σόλμπες, πιο συντηρητικό σοσιαλιστή με το υψηλό κύρος του επιτρόπου, ο οποίος ανέβαλε επ’ αόριστον τη φορολογική μεταρρύθμιση. Η ιδέα, όπως ήρθε εδώ από την πλατεία Συντάγματος, ακούστηκε πιο γενναιόδωρη από την ισπανική. Πώς θα επιδρούσε στα έσοδα, όταν το 2004 το (κατά δήλωσιν) ευπορότερο 4,3% των φορολογουμένων που είχε δηλώσει το 19,4% του εισοδήματος πλήρωσε το 56,7% του φόρου; Έχουν ξεχάσει τη δημοσιονομική καταστροφή που προκάλεσαν επί κυβέρνησης Μητσοτάκη οι μειώσεις φόρων του Γιάννη Παλαιοκρασά, στο όνομα του περιορισμού της φοροδιαφυγής που θα έφερναν;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι