Δημοκρατίες χωρίς λαό

Ανδρέας Πανταζόπουλος, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 24/07/2005

Η δημοκρατική υπόσχεση περνά σήμερα τη δική της σοβαρή δοκιμασία. Η δοκιμασία της όμως αυτή θα έλεγε κανείς ότι, εν μέρει τουλάχιστον, προήλθε και από το θρίαμβό της. Η ευρωπαϊκή μεταπολεμική της ανάπτυξη, και όσον αφορά την Ελλάδα η μεταπολιτευτική της εμπέδωση, τροφοδότησε φαινόμενα ατομικισμού και δημιούργησε, όσο και αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο, τους όρους της συρρίκνωσής της.

**Το μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος, η μεταπολεμική προνοιακή δημοκρατία που εισήγαγε τις ευρωπαϊκές κοινωνίες σε ένα καθεστώς «ευημερίας», διασφαλίζοντας την κοινωνική συνοχή, έφτιαξε με την καταναλωτική της ιδεολογία και τρόπο ζωής τις προϋποθέσεις του κοινωνικού κατακερματισμού. Ετσι, ο «χειραφετημένος μικροαστός», η χειραφέτηση του οποίου οφειλόταν και στη συλλογική έκφραση και διεκδίκηση των δικαιωμάτων του και στην πολιτική του συμπόρευση με την εργατική τάξη, σήμερα νιώθει να ασφυκτιά μέσα στις «παρωχημένες» συλλογικότητες, αναζητά με εξατομικευμένο και μοναχικό τρόπο την ατομική του ανέλιξη, αρνούμενος να «πληρώσει» για τον άνεργο και τον αποκλεισμένο.

**Η υποχώρηση της συλλογικότητας συμπαρέσυρε και την αλληλεγγύη. Αυτή τη θεσμική εξέγερση των μεσοστρωμάτων κατά της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης την ακολούθησε αδιαμαρτύρητα το σύνολο σχεδόν της ευρωπαϊκής (και ελληνικής φυσικά) πολιτικής ελίτ.

**Η παγκοσμιοποίηση και ο νεοφιλελευθερισμός ανέλαβαν όλα τα υπόλοιπα: Την κατασυκοφάντηση και δραστική υποτίμηση των «παραδοσιακών» μορφών πολιτικής οργάνωσης, έκφρασης και διεκδίκησης, τον εκθειασμό της ιδιώτευσης. Ο νεοφιλελευθερισμός και όλοι όσοι προσχώρησαν σε αυτόν, μεταξύ αυτών ολόκληρη σχεδόν η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, ανακάλυψαν, κατασκευάζοντάς την, μία νέο-πραγματικότητα: αυτήν της ατέρμονης και αγχώδους προσαρμογής στις νέες εξελίξεις οι οποίες είναι «αναντίστρεπτες».

**Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική υποτάχθηκε στην οικονομία και στην τεχνολογία, το κράτος αποσύρθηκε και η δημοκρατία αποκοινωνικοποιήθηκε. Το αποτέλεσμα ήταν να διαβρωθεί η ίδια η μαζική κοινωνική νομιμοποίηση της δημοκρατίας, η κοινωνική της βάση, ο λαός. Οι σημερινές δημοκρατίες είναι δημοκρατίες χωρίς λαό, χωρίς εδραίο κοινωνικό υποκείμενο και αξιόπιστες εναλλακτικές πολιτικές εκπροσωπήσεις. Οι κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις υποβιβάστηκαν στην έκφραση «διαφορετικών απόψεων», μέσα από την εξύμνηση του «διαλόγου»: διάλογος, διάλογος, διάλογος, αυτό είναι το σύνθημα των σημερινών άνευρων δημοκρατιών.

Οι συναινέσεις τις οποίες επικαλούνται είναι παθητικές, πάντα «διαλογικές», αγχώδεις και φοβικές, προκύπτουν μέσα από διαδικασίες εξατομικευμένων «ορθολογικών επιλογών» που ουσιαστικά υπαγορεύονται από τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, τη βιομηχανία των δημοσκοπήσεων και την υπερτίμηση της μοναχικής, άυλης και «ημερολογιακής έκφρασης» στο Διαδίκτυο.

Την ίδια στιγμή, το υπαρκτό πρόβλημα ασφάλειας που αντιμετωπίζουν λόγω των γενοκτονικής έμπνευσης τρομοκρατικών απειλών φαίνεται να οδηγεί στην υιοθέτηση μέτρων «ύψιστης ασφάλειας» που εν δυνάμει μπορούν να υποθηκεύσουν βασικά ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες.

**Γίνεται σαφές ότι η δημοκρατία σήμερα δοκιμάζεται γιατί δεν μπορεί να υποδείξει τους αντιπάλους της, αρνείται στον εαυτό της το δικαίωμα να συγκρουσθεί μαζί τους, υπερασπιζόμενη τις ιδρυτικές της αξίες και αρχές, με πρώτη αυτή του λαού και των ελευθεριών του. Ελάχιστοι δημοκράτες χρησιμοποιούν σήμερα την υποτιμητική κατ’ αυτούς λέξη «λαός», ο όλο και συρρικνούμενος δημόσιος χώρος έχει κατακλυσθεί από «πολίτες», «κοινωνία πολιτών», ΜΚΟ, χωρίς ιστορία, ταξική προέλευση και συλλογικές προσδοκίες.

**Αν στο λόγο αρκετών δημοκρατών την πάλη των τάξεων την αντικατέστησε η πάλη των θέσεων, οι πολιτικές ελίτ δεξιάς και αριστεράς έχουν μαζικά προσηλυτισθεί στο «μεταρρυθμισμό».

Ο περί μεταρρύθμισης λόγος, μαζί βέβαια με το «διάλογο», είναι τα οχήματα του ολιγαρχικού μεταμορφισμού των δημοκρατιών.

Το «δεν υπάρχει άλλος δρόμος» είναι η μόνιμη επωδός ενός υπερφιλελεύθερου και αντιπολιτικού νέο-κυνισμού που αδιαφορεί για την κοινωνική έρημο που κατασκευάζει. Και το παζλ συμπληρώνεται με την τυφλή πίστη στην τεχνολογική πρόοδο στην οποία όλοι οφείλουν να υποκλιθούν άκριτα και αδιαμαρτύρητα. Μια ειδική μορφή δοκιμασίας της δημοκρατίας παρατηρείται σήμερα στην Ελλάδα.

**Πέρα από τα πολλά κοινά της χαρακτηριστικά με τα συμβαίνοντα στην υπόλοιπη δημοκρατική Ευρώπη, διαπιστώνει κανείς, εν μέσω του θερινού μεταρρυθμιστικού οίστρου της Νέας Δημοκρατίας, ένα απειλητικό για τη δημοκρατία κοινωνικό φαινόμενο: την άνοδο της μνησικακίας. Εργαζόμενοι του λεγόμενου ιδιωτικού τομέα και μόνον για το λόγο ότι εργάζονται σε αυτόν στρέφονται κατά συναδέλφων τους του λεγόμενου δημόσιου τομέα. Είναι εξαιρετικά ανησυχητικό το γεγονός, πράγμα το οποίο αποτυπώνεται και σε δημοσκοπήσεις, ότι αυτή η «υποστήριξη» που παρέχεται προς τις εν λόγω «μεταρρυθμίσεις» δεν δικαιολογείται στη βάση ενός άλλου διαφορετικού κοινωνικού και πολιτικού σχεδίου, αλλά έχει την αφετηρία της στο φθόνο του θεωρούμενου ως «βολεμένου» άλλου.

**Αυτός ο νεο-λαϊκιστικός μνησίκακος «αντικρατισμός» εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα έρχεται να προσφέρει ιδεώδη κοινωνική νομιμοποίηση σε ευρύτερα σχέδια απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, ευρύτερα, αφ’ ενός γιατί ό,τι σήμερα εκτυλίσσεται φαίνεται να είναι η απαρχή μιας γενικότερης κοινωνικής αποσταθεροποίησης, και αφ’ ετέρου γιατί και το μεγαλύτερο τμήμα της αντιπολίτευσης, διαποτισμένο και αυτό ίσως περισσότερο από την ίδια τη σημερινή κυβέρνηση από το «νέο μεταρρυθμισμό», έχει πλήρως προσηλυτισθεί στις επιταγές της ευελιξίας της αγοράς εργασίας, έστω με την επιδιωκόμενη «συναίνεση» μέσω της νέο-προοδευτικής αυταπάτης της «συμμετοχικής δημοκρατίας».

* Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ είναι λέκτορας, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών, ΑΠΘ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι