Μπήκαμε στην εποχή του κυμαινόμενου γιουάν

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 24/07/2005

Ποια θα είναι η επόμενη κίνηση; Το ερώτημα αυτό προβλημάτιζε όλους τους οικονομικούς αναλυτές ανά τον κόσμο μετά την απόφαση της Κίνας να αποδεσμεύσει την ισοτιμία του νομίσματός της από το δολάριο και να εγκαινιάσει το νέο καθεστώς ελεγχόμενης διακύμανσης με μιαν ανατίμηση του γιουάν κατά 2,1%.

Τη νέα συναλλαγματική της πολιτική ανακοίνωσε η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας την Πέμπτη, διευκρινίζοντας ότι το ρενμίμπι (το "νόμισμα του λαού" όπως είναι η επίσημη ονομασία του γιουάν) εφεξής θα μπορεί να κυμαίνεται εντός προκαθορισμένων ορίων στη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος έναντι ενός καλαθιού νομισμάτων, το οποίο πάντως ακόμα δεν γνωστοποίησε. Κάθε βράδυ η Λαϊκή Τράπεζα θα ανακοινώνει την κεντρική ισοτιμία κλεισίματος, γύρω από την οποία θα επιτρέπεται μια διακύμανση μέχρι 0,3% έναντι του δολαρίου την επόμενη μέρα. Ως πρώτη κεντρική ισοτιμία με το νέο καθεστώς, ανακοίνωσε την Πέμπτη τα 8,11 γιουάν προς ένα δολάριο, μιαν ανατίμηση κατά 2,06% από την κλειδωμένη ισοτιμία των 8,277 γιουάν που ίσχυε από το 1994.

Η ενέργεια αυτή θεωρήθηκε μια πρώτη ανταπόκριση στις ολοένα εντονότερες από το 2003 εκκλήσεις/πιέσεις των ΗΠΑ κατά πρώτο λόγο, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της Ιαπωνίας, ακόμα και αναπτυσσομένων χωρών προς την Κίνα να ανατιμήσει το νόμισμά της. Με εκπληκτικούς ρυθμούς ανόδου του ΑΕΠ της, 9,5% το πρώτο εξάμηνο φέτος, και με ετήσια άνοδο των εξαγωγών 30% τα τελευταία τρία χρόνια, η ραγδαία αναπτυσσόμενη κινεζική οικονομία έχει ένα πελώριο και διογκούμενο πλεόνασμα στο εμπόριό της με τον υπόλοιπο κόσμο. Από 3% του ΑΕΠ το 2003, το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών έφθασε το 4% το 2004 και ενδέχεται φέτος να ξεπεράσει το 6% του ΑΕΠ.

Καθώς η πτωτική πορεία του δολαρίου συνεχίζεται, ως συνέπεια των πολύ μεγάλων ελλειμμάτων, κρατικού και εμπορικού, και της μηδενικής αποταμίευσης στις ΗΠΑ, η διατήρηση της πρόσδεσης του γιουάν στο δολάριο γινόταν πηγή πρόσθετων σοβαρών ανισορροπιών στην παγκόσμια οικονομία. Διότι τα ήδη εξαιρετικά φθηνά, λόγω πολύ χαμηλού κόστους παραγωγής, κινεζικά προϊόντα, που κατακλύζουν τις αγορές όλου του κόσμου, γίνονταν τεχνητά ακόμα φθηνότερα.

Θετικά δυτικά σχόλια...

Ο τερματισμός της κλειδωμένης ισοτιμίας με το δολάριο και η μικρή ανατίμηση του γιουάν χαιρετίσθηκαν ως "καλή αρχή" στις ΗΠΑ. "Πολύ θετική" τη χαρακτήρισε ο υπουργός Οικονομικών \Τζον Σνόου\, μιλώντας για "έναρξη μιας φοβερά σημαντικής διαδικασίας", που θα μπορούσε να λύσει μια από τις μεγαλύτερες οικονομικές διενέξεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Και ο πρόεδρος της Fed, της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, \Αλαν Γκρίνσπαν\ έκανε λόγο για "αξιοθαύμαστο πρώτο βήμα". Είναι "το είδος του βήματος που πρέπει να κάνεις όταν είχες επί μια δεκαετία κλειδωμένη την ισοτιμία σου", είπε, προσθέτοντας πάντως ότι εκκρεμούν "μια σειρά περαιτέρω προσαρμογές, όσο

θα αυξάνεται η συμμετοχή της Κίνας στην παγκόσμια αγορά".

Αν οι Αμερικανοί αξιωματούχοι έσπευδαν έτσι να επισημάνουν στις κινεζικές αρχές ότι αναμένουν να υπάρξει συνέχεια, πιο μετρημένος ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας \Ζαν-Κλοντ Τρισέ\ "καλωσόρισε" την απόφασή τους, προσδοκώντας ότι "η διαχείριση του νέου καθεστώτος ελεγχόμενης διακύμανσης των ισοτιμιών θα συμβάλει στην παγκόσμια χρηματοοικονομική σταθερότητα". Στην Ευρώπη, που περισσότερο έχει δοκιμασθεί από τη διπλή υποτίμηση δολαρίου-γιουάν έναντι του ευρώ πολλούς μήνες τώρα, δεν διατυπώθηκαν αντίστοιχα πιεστικά σχόλια.

... αλλά και αμφιβολίες

Οι υποδείξεις προς το Πεκίνο να προχωρήσει γρήγορα σε πρόσθετα βήματα απηχούν την επίμονη άποψη πολιτικών και οικονομολόγων των ΗΠΑ ότι το γιουάν απαιτείται να ανατιμηθεί κατά 15% τουλάχιστον - ορισμένοι μιλούν και για 20-25% - και με τις ισχυρές πιέσεις στο Κονγκρέσο να επιβληθούν δασμοί στις εισαγωγές από την Κίνα εφόσον δεν πραγματοποιείται μια ανατίμηση τέτοιας έκτασης.

Στον αμερικανικό Τύπο εξάλλου η νέα κινεζική συναλλαγματική πολιτική επικρίθηκε ως αδιαφανής. Το ημερήσιο όριο διακύμανσης 0,3% προς τα πάνω ή προς τα κάτω σημαίνει ότι θεωρητικά η Κίνα μπορεί να ανατιμήσει το νόμισμά της μέχρι 6% το μήνα, αλλά και να το υποτιμήσει αντίστοιχα, έγραφαν την Παρασκευή οι New York Times, διακρίνοντας τεράστια ευχέρεια των αρχών να ανεβοκατεβάζουν το γιουάν όπως θέλουν.

Από την πλευρά της η επίσημη αγγλόφωνη εφημερίδα του Πεκίνου China Daily προειδοποιούσε ωστόσο προχθές σε κύριο άρθρο της ότι προσδοκίες για μεγαλύτερη ανατίμηση του γιουάν "ήταν, και θα είναι, μη ρεαλιστικές". Την Παρασκευή, πρώτη μέρα λειτουργίας της διατραπεζικής αγοράς συναλλάγματος με το νέο καθεστώς, το γιουάν υποτιμήθηκε ελαφρά, από 8,1100 σε 8,1111 ως προς το δολάριο.

Παρ’ όλα αυτά, η επενδυτική τράπεζα Merril Lynch πρόβλεπε ότι το γιουάν θα ανέβει στα 7,5 έναντι του δολαρίου ως το τέλος του έτους, και, κάπως πιο συγκρατημένα, η Goldman Sachs ότι μπορεί να ανατιμηθεί έως και 9%, αλλά μέσα σε δώδεκα μήνες, άνκαι άλλες διεθνείς τράπεζες ήσαν συντηρητικότερες στις εκτιμήσεις τους.

Το δίκοπο μαχαίρι

Εστω και μικρή, η ανατίμηση του γιουάν πυροδότησε την Παρασκευή αύξηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου μέχρι και κατά ένα δολάριο στην αγορά του Λονδίνου, στη βάση της εκτίμησης ότι η προμήθειά του θα έρχεται πλέον φθηνότερη για τις μεγάλες ενεργειακές ανάγκες της Κίνας. Παράλληλα πυροδότησε μαζικές πωλήσεις αμερικανικών κρατικών χρεογράφων και αγορές ευρωπαϊκών ομολόγων, προκαλώντας αντίστοιχες προσαρμογές στις τιμές και στις αποδόσεις τους.

Δεν επρόκειτο παρά για κάποιες κινήσεις κερδοσκόπων. Εδωσαν όμως μια πρόγευση για τις οδυνηρές συνέπειες που θα προκαλούνταν (άνοδος αμερικανικών επιτοκίων, κατάρρευση του δολαρίου), αν, όπως επιπόλαια απαιτούν διάφοροι στις ΗΠΑ, μετέβαλλε δραστικά την πολιτική της η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας, η οποία χρηματοδοτεί τα αμερικανικά ελλείμματα αγοράζοντας με τα τεράστια συναλλαγματικά της αποθέματα χαμηλής απόδοσης αμερικανικούς κρατικούς τίτλους. "Σήμερα η Αμερική είναι μια υπερδύναμη που ζει με δανεικά, κάτι που είχε να συμβεί από τότε που ο Φίλιππος ο Β’ βασίλευε στην Ισπανία", έγραφε προχθές ο \Πολ Κρούγκμαν\, για να διερωτηθεί: "Τί θα απογίνουμε εάν και όταν η Κίνα μας πάρει την πιστωτική μας κάρτα;"

Από τη σκοπιά των Κινέζων

"Επιδιώκοντας να εδραιώσει και να βελτιώσει το σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα της αγοράς στην Κίνα, να δώσει στην αγορά τη δυνατότητα να παίξει πλήρως το ρόλο της στην κατανομή των πόρων καθώς και να εγκαταστήσει και να ενδυναμώσει περαιτέρω το καθεστώς ελεγχόμενης διακύμανσης των συναλλαγματικών ισοτιμιών στη βάση της προσφοράς και της ζήτησης, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας, με την έγκριση του Κρατικού Συμβουλίου, κάνει τις ακόλουθες ανακοινώσεις σχετικά με τη μεταρρύθμιση του καθεστώτος συναλλαγματικών ισοτιμιών του ρενμίμπι."

Ετσι ξεκινούσε η αναγγελία της τόσο αναμενόμενης σε όλον τον κόσμο στροφής στη συναλλαγματική πολιτική της Κίνας, και μετά τις τεχνικές διευκρινίσεις κατέληγε: "Η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας έχει την ευθύνη να διατηρεί τη συναλλαγματική ισοτιμία του ρενμίμπι βασικά σταθερή σε ένα προσαρμοζόμενο επίπεδο ισορροπίας, ώστε να προάγει τη βασική ισορροπία του ισοζυγίου πληρωμών και να διαφυλάσσει τη μακροοικονομική και χρηματοοικονομική σταθερότητα."

Στην ευθύνη απέναντι στον κινεζικό λαό είχε επιμείνει άλλωστε, μιλώντας σε πρόσφατο νομισματικό συνέδριο, ο διοικητής της Τράπεζας \Ζου Ξιαοτσουάν\, για να τονίσει ότι πριν μεταρρυθμισθεί η συναλλαγματική πολιτική έπρεπε να διερευνηθούν πλήρως οι επιπτώσεις στους κλάδους της εγχώριας οικονομίας.

Τα συμπεράσματα αυτών των ερευνών δημοσίευσε αναλυτικά προχθές η εφημερίδα Intenational Finance News της Σαγγάης, η οποία ανήκει στο συγκρότημα της Λαϊκής Ημερησίας.

Οι μεγαλύτερες δυσχέρειες προκύπτουν στην κλωστοϋφαντουργία, όπου μια ανατίμηση του γιουάν κατά μία ποσοστιαία μονάδα προκαλεί μείωση κερδών από τις εξαγωγές 12% στη βαμβακουργία, 8% στην εριουργία, και 13% στη βιομηχανία ενδυμάτων. Μία ανατίμηση 3% θα μπορούσε να επιφέρει απώλειες εξαγωγών μέχρι και 30%, σύμφωνα με τον καθηγητή \Βανγκ Κανγκμάο\, επίτιμο πρόεδρο του πανεπιστημίου Ανατολικής Κίνας. Αλλά σοβαρός διαγράφεται ο κίνδυνος χρεοκοπίας μη ανταγωνιστικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων και απώλειας εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας.

Διαφορετικής τάξης κίνδυνο θα αντιμετωπίσει ο κατασκευαστικός κλάδος, ο οποίος, λόγω της υστέρησης της κινεζικής χρηματιστηριακής αγοράς, θα προσέλκυε τεράστια κεφάλαια που θα συρρεύσουν στη χώρα για να επωφεληθούν από το νέο συναλλαγματικό καθεστώς. Κερδοσκοπικά κεφάλαια ήδη ωθούσαν στα ύψη τις τιμές των ακινήτων, στη Σαγγάη για παράδειγμα, και τώρα το φαινόμενο "φούσκας" κινδυνεύει να πολλαπλασιαθεί.

Στις τράπεζες η ανατίμηση συνδέεται με έναν κίνδυνο αποπληθωρισμού, ιδίως καθώς η φούσκα των ακινήτων θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάρρευση των τιμών, αλλά και σε μαζική αδυναμία εξυπηρέτησης δανείων.

Θετική θα είναι, αντίθετα, η επίπτωση στον ενεργειακό τομέα από το φθηνότερο πετρέλαιο, όπως και στα πετροχημικά εργοστάσια.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι