Κατά 16,6% αύξηση κερδών από τη «διευθέτηση»

Εργατική νομοθεσία ή νόμοι αύξησης της κερδοφορίας του κεφαλαίου;

Γιάννης Κουζής, Ελευθεροτυπία, 20/07/2005

Σε μια περίοδο που η εργατική νομοθεσία απορρυθμίζεται και υποχωρεί υπέρ του δικαίου του ανταγωνισμού (ακριβέστερα της αύξησης των κερδών) των επιχειρήσεων, το νομοσχέδιο για τη διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου και τις υπερωρίες υπερβαίνει κάθε όριο στην ιστορία των μεταπολεμικών «εργατικών» ρυθμίσεων.

Ποτέ μέχρι σήμερα δύο και μόνο άρθρα δεν επέφεραν τόσο άμεση ανακατανομή πλούτου σε βάρος της εργασίας, όπως συμβαίνει με την ουσιαστικά επιβαλλόμενη υποχρεωτική διευθέτηση και τη μείωση του κόστους των υπερωριών.

Μόνη η διευθέτηση αυξάνει την κερδοφορία του κεφαλαίου από τη μη πληρωμή των υπερωριών κατά 16,6% για κάθε μήνα εφαρμογής της, ενώ παράλληλα επιμηκύνει για μεγάλες περιόδους τα ωράρια (μέχρι και 32 εβδομάδες το χρόνο) και επηρεάζει σημαντικά την απασχόληση, το εισόδημα των εργαζομένων, το ύψος των συντάξεων, τις συνθήκες εργασίας, το βαθμό ελέγχου μιας συχνότατα παραβιαζόμενης νομοθεσίας, τον κοινωνικό προγραμματισμό και την ποιότητα ζωής των εργαζομένων γενικότερα.

Σε αυτή όμως την υπόθεση προκύπτουν πολλά επιπλέον ερωτήματα ως προς την όλη μεθόδευση και τους όρους εφαρμογής της διευθέτησης που προκαλούν τον κοινό νου:

1 Γιατί η κρατική εξουσία επικαλέστηκε την ανάγκη ενός κοινωνικού διαλόγου κορυφής για τη διευθέτηση, όταν ήδη ισχύει σχετικός νόμος (2874/00), όπως και προγενέστερος με ακόμη απλούστερες διαδικασίες (2639/98), που παραπέμπει στον άμεσο κοινωνικό διάλογο σε επίπεδο επιχείρησης όπου μπορεί να προκύψει συλλογική συμφωνία για την εφαρμογή της διευθέτησης, αν κριθεί από τα δύο μέρη ότι υπάρχει αμοιβαίο και ανάλογο όφελος μεταξύ εργοδοσίας και εργαζομένων;

2 Γιατί επιδιώκεται το άλλοθι του κεντρικού κοινωνικού διαλόγου σε μια διαδικασία αναζήτησης της υφαρπαγής της συναίνεσης της ΓΣΕΕ για την αποδοχή της εργοδοτικής βούλησης περί υποχρεωτικής εφαρμογής της διευθέτησης, που συνεπάγεται την άρση της συλλογικής αυτονομίας των κοινωνικών συνομιλητών;

Απασχόληση και υπερωρίες

3 Πώς επιτυγχάνεται, σύμφωνα με τον τίτλο του νομοσχεδίου, η προώθηση της απασχόλησης, όταν είναι προφανέστατο ότι η ίδια η φιλοσοφία της διευθέτησης, όπως της μείωσης του κόστους των υπερωριών και της επαναφοράς της υπερεργασίας, αντιστρατεύεται την άμεση δημιουργία των νέων θέσεων εργασίας;

4 Γιατί επιβάλλεται ουσιαστικά η υποχρεωτική διαιτησία σε περίπτωση που τα συνδικάτα αρνηθούν, στο πλαίσιο άλλωστε της συλλογικής αυτονομίας, να συναινέσουν; Ποια κοινωνική ανάγκη υπηρετεί η υποχρεωτική διαιτησία περί διευθέτησης; Ποια η σχέση αυτής της υποχρεωτικής διαδικασίας ακόμη και με αυτό τον αναχρονιστικό θεσμό της υποχρεωτικής διαιτησίας σε περίπτωση μη υπογραφής ΣΣΕ που καταργήθηκε το 1990 και που ωστόσο αποσκοπούσε στην εξασφάλιση των κατώτατων μισθών που αποτελούν στοιχειώδη όρο επιβίωσης των εργαζομένων;

5 Πώς προκύπτει η επικαλούμενη διατήρηση της συλλογικής ρύθμισης, όταν το 95% των ιδιωτικών επιχειρήσεων στερείται συλλογικής εκπροσώπησης των εργαζομένων και ταυτόχρονα αντίλογου στις προτάσεις της εργοδοσίας κατά τη διαδικασία ενώπιον της ειδικής διαιτητικής επιτροπής;

Υφιστάμενος του νομοθέτη

6 Πώς, αλήθεια, δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως υποχρεωτική η διευθέτηση παρά την τυπική απουσία του απόλυτου διευθυντικού δικαιώματος, αφού αυτή συνάγεται τόσο από τη θεσμοθέτηση της σχετικής διαιτητικής επιτροπής όσο και από τη σύνθεσή της που κυριαρχείται από το ειδικό βάρος του εκπροσώπου της επιθεώρησης εργασίας και του οποίου ο πολιτικός προϊστάμενος είναι ο συντάκτης του νομοσχεδίου που κρίνει αναγκαία την εφαρμογή διευθέτησης;

7 Πώς διασφαλίζεται στην πράξη από τον κίνδυνο της απόλυσης ο εργαζόμενος που αρνείται τη διευθέτηση όταν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας στην Ελλάδα είναι αναιτιολόγητη, πόσο μάλλον όταν ο εργοδότης εφευρίσκει ποικιλία τυπικών δικαιολογιών για τη στάση του;

8 Πώς διασφαλίζεται ότι η διευθέτηση δεν θα λειτουργεί αποκλειστικά σε ετήσια βάση αναφοράς, όταν η παράλληλα προβλεπόμενη τετράμηνη βάση υπολογισμού της δεν έχει απόλυτα διακριτούς όρους λειτουργίας, πόσο μάλλον που η εργοδοσία ήδη εκδηλώνει την αντίθεσή της στον περιορισμένο χαρακτήρα της;

9 Γιατί, τέλος, οι εκπρόσωποι των εργοδοτών, ακραιφνείς υποστηρικτές του περιορισμένου ρόλου του κράτους, επιζητούν και επιτυγχάνουν την παρέμβασή του για τη θέσπιση της υποχρεωτικής διευθέτησης του εργάσιμου χρόνου, όταν ταυτόχρονα, από κοινού με την εκάστοτε κρατική εξουσία, παραπέμπουν το αντίθετου περιεχομένου αίτημα των συνδικάτων για μείωση του χρόνου εργασίας στο άλλοθι των «ελεύθερων» συλλογικών διαπραγματεύσεων, καλυπτόμενοι και οι δύο πίσω από τη δεδηλωμένη άρνηση της εργοδοσίας να αποδεχθεί τη μείωση των ωρών εργασίας;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι