Η διάλυση της συλλογικότητας

Ρομπέρ Καστέλ, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 31/07/2005

Οταν μιλούν σήμερα για την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και για την απόλυτη προτεραιότητα που πρέπει να αποδοθεί στην καλή πορεία των επιχειρήσεων, ώστε να γίνουν ανταγωνιστικές μπροστά στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης, αναφέρονται κυρίως σε μια νέα δυναμική, στην οποία η ευέλικτη και εξατομικευμένη διαχείριση του κόσμου της εργασίας πρέπει να αντικαταστήσει τη συλλογική διαχείριση που γινόταν πάνω στη βάση μόνιμων καταστάσεων απασχόλησης.

Με μια μικρή αναδρομή, αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό που διακυβεύεται μέσα από το μετασχηματισμό του καπιταλισμού -ο οποίος άρχισε να παράγει τα αποτελέσματά του στις αρχές του ’70- είναι κατά βάση η προώθηση μιας γενικευμένης κινητικότητας των εργασιακών σχέσεων, των επαγγελματικών σταδιοδρομιών και της προστασίας που συνδεόταν με τις θέσεις απασχόλησης. Πρόκειται για μια βαθιά δυναμική, η οποία είναι ταυτόχρονα μια δυναμική διάλυσης της συλλογικότητας, επανεξατομίκευσης και διάδοσης της ανασφάλειας.

*Αυτή η δυναμική παίζει σε πολλά επίπεδα. Στο επίπεδο της οργάνωσης της παραγωγής, πρώτα απ’ όλα, παρεμβαίνει αυτό που ο Ούλριχ Μπεκ αποκαλεί «η αποτυποποίηση της εργασίας». Η εξατομίκευση των καθηκόντων επιβάλλει την κινητικότητα, την προσαρμοστικότητα και τη διαθεσιμότητα των εργαζομένων.

Αυτή είναι η τεχνική μετάφραση της απαίτησης για ευελιξία, που σηματοδοτεί τη μετάβαση από τις μακρές αλυσίδες τυποποιημένων ενεργειών, μέσα σε ένα ιεραρχικό πλαίσιο από εναλλασσόμενους εργαζόμενους, στον καταμερισμό της ευθύνης σε κάθε άτομο ή σε μικρές ομάδες στις οποίες ανήκει το καθήκον να διαχειρίζονται οι ίδιες την παραγωγή τους και να εξασφαλίζουν την ποιότητά της.

Σε οριακές καταστάσεις η εργασιακή συλλογικότητα μπορεί να διαλυθεί πλήρως και η επιχείρηση μπορεί να συνενώνει τους εργαζόμενους στον ίδιο χώρο, όπως γίνεται με την οργάνωση της εργασίας σε δίκτυα, όπου οι εργαζόμενοι συνδέονται στο χρόνο της υλοποίησης ενός προγράμματος, χωρίζουν στη συνέχεια, για να επανασυνδεθούν διαφορετικά στο πλαίσιο ενός νέου προγράμματος.

*Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, οι ίδιες οι επαγγελματικές σταδιοδρομίες γίνονται κινητικές. Μια σταδιοδρομία εκτυλίσσεται όλο και λιγότερο στο πλαίσιο μιας και της ίδιας επιχείρησης μέσα από προκαθορισμένα στάδια που φτάνουν μέχρι τη συνταξιοδότηση. Εχουμε την προώθηση ενός «βιογραφικού μοντέλου» (Ούλριχ Μπεκ): κάθε άτομο πρέπει να αναλάβει το ίδιο την ευθύνη για τα απρόοπτα της επαγγελματικής του διαδρομής, που έχει γίνει ασυνεχής, να κάνει τις επιλογές, να πραγματοποιεί έγκαιρα τις αναγκαίες μεταβολές. Και εδώ σε οριακές καταστάσεις ο εργαζόμενος καλείται να γίνει ο «επιχειρηματίας» του εαυτού του, να φτιάξει μάλλον τη θέση εργασίας του παρά να την καταλάβει και να οικοδομήσει τη σταδιοδρομία του έξω από τα γραμμικά τυποποιημένα σχήματα της φορντιστικής επιχείρησης. Καταλήγει έτσι να είναι υπερεκτεθειμένος και ευάλωτος, επειδή δεν υποστηρίζεται πλέον από τα συστήματα συλλογικών ρυθμίσεων.

*Σε αυτές τις επιταγές της κινητικότητας δεν υπακούουν, βέβαια, στον ίδιο βαθμό όλα τα εργασιακά καθήκοντα και όλες οι επαγγελματικές κατηγορίες. Αυτές οι επιταγές γίνονται ιδιαίτερα αισθητές στα πιο προχωρημένα πεδία οργάνωσης της εργασίας, που κυριαρχούνται εξ ολοκλήρου από τις νέες τεχνολογίες («νέα οικονομία», «δικτυακή οικονομία», «πληροφορική επανάσταση», «άυλη εργασία», «γνωσιακός καπιταλισμός» κ.λπ.). Αλλά αυτοί είναι οι πιο δυναμικοί τομείς και οι επιταγές που αναδεικνύονται σε αυτούς επιβάλλονται, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, στα περισσότερα πεδία της παραγωγής.

Αντί να αντιπαραβάλλουμε σύγχρονες και παραδοσιακές ή αρχαϊκές μορφές οργάνωσης της εργασίας, χρειάζεται μάλλον να υπογραμμίσουμε τη βαθιά αμφισημία αυτής της διαδικασίας εξατομίκευσης και διάλυσης της συλλογικότητας που διαπερνάει τις πιο διαφορετικές μορφές οργάνωσης της εργασίας και επηρεάζει πρακτικά όλες τις κατηγορίες εργαζομένων. Με μια ορισμένη έννοια, ο εργαζόμενος απελευθερώνεται από συλλογικούς καταναγκασμούς που μπορεί να ήσαν καταθλιπτικοί, όπως ήσαν στο πλαίσιο της τεϊλορικής οργάνωσης της εργασίας.

Αλλά είναι, κατά κάποιον τρόπο, «υποχρεωμένος να είναι ελεύθερος», να έχει δηλαδή υψηλές επιδόσεις, ενώ σε μεγάλο βαθμό έχει εγκαταλειφθεί αβοήθητος. Γιατί οι καταναγκασμοί προφανώς δεν έχουν εκλείψει, αλλά τείνουν να επιδεινωθούν σε ένα πλαίσιο ακραίου ανταγωνισμού και υπό την απειλή της ανεργίας.

*Δεν είναι, όμως, όλος ο κόσμος εξίσου εξοπλισμένος για να αντιμετωπίσει αυτές τις επιταγές. Ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων επωφελούνται βέβαια από αυτόν τον ατομικιστικό εκσυγχρονισμό. Αυτό είναι το στοιχείο αλήθειας που περιέχει η νεοφιλελεύθερη εξύμνηση του επιχειρηματικού πνεύματος.

Αυτή η εξύμνηση, ωστόσο, συνεπάγεται μιαν αποσιώπηση: Ξεχνάει να υπογραμμίσει -κάτι που είναι όμως η πιο στοιχειώδης κοινωνιολογική διαπίστωση- ότι αυτή η γενικευμένη κινητικότητα εισάγει νέες διαιρέσεις στον κόσμο της εργασίας και στον κοινωνικό κόσμο:

Υπάρχουν οι κερδισμένοι της αλλαγής, αλλά υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το ξαναμοίρασμα της τράπουλας και καταλήγουν να απαξιώνονται.

*Αυτή η ανακατανομή δεν γίνεται τυχαία. Εκτός από τις διαφορές ικανοτήτων που χαρακτηρίζουν τα άτομα στο ψυχολογικό πεδίο, αυτή εξαρτάται από τους αντικειμενικούς πόρους που τα άτομα μπορούν να κινητοποιήσουν και από τα στηρίγματα στα οποία μπορούν να βασιστούν για να υιοθετήσουν τις νέες καταστάσεις.

Χρειάζεται εδώ να θυμίσουμε ότι, για όλους εκείνους που δεν μπορούν να διαθέτουν άλλους πόρους εκτός από εκείνους που αντλούν από την εργασία τους, αυτά τα στηρίγματα είναι ουσιαστικά συλλογικού χαρακτήρα. Με άλλα λόγια: γι’ αυτούς που δεν διαθέτουν άλλα «κεφάλαια» -όχι μόνον οικονομικά αλλά και πολιτιστικά και κοινωνικά - η προστασία ή είναι συλλογική ή δεν υπάρχει.

*Στους χώρους εργασίας υπάρχουν πρώτα από όλα εκείνοι οι δεσμοί αλληλεγγύης που γεννιούνται από μια κοινή κατάσταση και από μια κοινή εξάρτηση.

Αυτοί οι δεσμοί αποτέλεσαν τη βάση με αφετηρία την οποία οι πιο αδύναμοι εργαζόμενοι μπόρεσαν συχνά να οργανωθούν, να αντισταθούν και να απαλλαγούν ώς ένα βαθμό από τις πιο άμεσες μορφές εκμετάλλευσης. Και είναι επίσης οι συλλογικές συμβάσεις, τα κοινωνικά δικαιώματα της εργασίας και της νομοθετικά εγγυημένης προστασίας αυτά που τους εξασφάλισαν την προστασία τους στο παρόν και τους επέτρεψαν να ελέγξουν την αβεβαιότητα για το μέλλον τους.

Αντιλαμβάνονται, επομένως, αυτοί οι εργαζόμενοι, ότι η διάλυση αυτών των συλλογικών συστημάτων μπορεί να τους ξαναρίξει στην κοινωνική ανασφάλεια.

* Ο ΡΟΜΠΕΡ ΚΑΣΤΕΛ είναι διευθυντής σπουδών στην Ecole des hautes etudes en sciences sociales.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι