Τα στεγανά της πανεποπτικής παρακολούθησης

Οι σιωπές των αρμοδίων αρχών

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 24/08/2005

Πριν από λίγο καιρό, η σκέψη ότι παρακολουθούνται όλοι οι κάτοικοι μιας χώρας -ή του πλανήτη- αποτελούσε επιστημονική φαντασία. Τα χρόνια πέρασαν, ο εφιάλτης του Τζ. Οργουελ και ο Μεγάλος Αδελφός γίνονται σιγά σιγά πραγματικότητα. Ο Οργουελ, ξεπερνώντας από την άποψη αυτή τον Ιούλιο Βερν, δεν πρόβλεψε μόνο τεχνικά επιτεύγματα, προχώρησε στην πρόγνωση μιας πανεποπτικής πολιτικής εξουσίας. Αλλοι, επίσης διανοητές, έδωσαν έμφαση στα συστήματα επιτήρησης: ο J. Bentham με το Πανεποπτικόν, ο Μ. Foucault με το έργο του «Επιτήρηση και τιμωρία» έδωσαν από νωρίς έμφαση στα συστήματα επιτήρησης. Οι τελευταίοι, ωστόσο, αναφέρονταν σε κλειστά συστήματα, όπως τα σωφρονιστικά καταστήματα, και όχι στην ανοιχτή κοινωνία.

Από την αρχή της τρίτης μ.Χ. χιλιετίας οι κρατικές αλλά και οι ισχυρές ιδιωτικές εξουσίες έχουν δείξει ότι η πανεποπτική παρακολούθηση, μέσω κλειστών κυκλωμάτων αλλά και δορυφορικών δικτύων, βρίσκεται εντός των προθέσεων και των δυνατοτήτων τους. Η τρομοκρατική δράση αποτελεί πραγματική απειλή, αλλά λειτουργεί και ως πρόφαση: ιδίως το χτύπημα στο καλά φυλασσόμενο με κάμερες Λονδίνο έδειξε ότι η ηλεκτρονική επιτήρηση δύσκολα εξασφαλίζει την πρόληψη.

Η ευρύτερη κοινωνική συναίνεση, που καταγράφεται στις ανεπτυγμένες χώρες, για την εξάπλωση των συστημάτων παρακολούθησης, έχει πάντως καταστήσει τον κλάδο της ασφάλειας έναν από τους πιο προσοδοφόρους για τους επενδυτές: στρατιωτικές, αστυνομικές και άλλες κρατικές αρχές, μυστικές υπηρεσίες, εταιρείες, καταστηματάρχες, ιδιοκτήτες κατοικιών και ταξιδιώτες, όλοι εμφανίζονται διατεθειμένοι να πληρώσουν αδρά για τα μέσα της φύλαξης. Στη Βρετανία η Qinetiq PLC, βιομηχανία που παράγει σχετικά προϊόντα, εισέρχεται στο χρηματιστήριο με αξία που αποτιμάται σε 1 δισ. στερλίνες (1,4 δισ. ευρώ).1 Η τιμή της μετοχής άλλης εταιρείας (Magal Sec. Systems), που παράγει βιντεοφράκτες και βιντεοκάμερες, αυξήθηκε κατά 21% την 7η Ιουλίου 2005, ημέρα των πολύνεκρων εκρήξεων στο Λονδίνο. Η τρομοκρατία αντικειμενικά ωφελεί τα κέρδη των παραγωγών εξοπλισμού ασφάλειας και των επιχειρήσεων παροχής σχετικών υπηρεσιών.

Τη στιγμή όμως ακριβώς που η επιτήρηση των πολιτών τείνει να γίνει πανεποπτική, η εξουσία στεγανοποιεί όλο και περισσότερο τα άδυτά της. Η πληροφόρηση π.χ. του πολίτη για τα δεδομένα του συνόλου των μηχανισμών ασφάλειας και για τις υποδομές που έμμεσα τους στηρίζουν είναι ελάχιστη. Διαρκώς καταγράφεται επίσης μια τάση μεταφοράς λειτουργιών από διαφανείς δομές, όπως τα Κοινοβούλια, σε αδιαφανή γραφεία υπηρεσιών.

Ελλείμματα πληροφόρησης έγιναν αισθητά και στο πλαίσιο των ερευνών για τα αίτια της πρόσφατης αεροπορικής τραγωδίας. Δεν αναφέρομαι στη γενική εικόνα, αλλά σε ειδικά θέματα που ανέκυψαν. Η ανακάλυψη του κρίσιμου «μαύρου» κουτιού, που καταγράφει συνομιλίες στο πιλοτήριο, καθυστέρησε, για τις επικοινωνίες του αεροσκάφους ελάχιστα έγιναν γνωστά, ενώ και οι καταθέσεις των πιλότων των δύο ελληνικών πολεμικών αεροσκαφών, που παρακολούθησαν την τελευταία φάση της πτήσης, έμειναν απόρρητες. Συρροή σιωπών, τυχαίων και μη, που επιβάρυναν την ατμόσφαιρα.

Διαρκέστερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, από τα παραπάνω, το απόρρητο της κατάθεσης των δύο πιλότων. Το ζήτημα μπορεί τελικά να αποδειχθεί δευτερεύον για τη διαλεύκανση της πτώσης του αεροπλάνου, ανακύπτει όμως συχνά σε εξαιρετικά κρίσιμες περιστάσεις. Συγκεκριμένα, οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι δήλωσαν ότι όσο η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη, τα επιμέρους στοιχεία αποτελούν μέρος του ανακριτικού υλικού και δεν είναι ανακοινώσιμα.2 Η δήλωση κατ’ αρχήν δείχνει βάσιμη. Δύο ειδών απόρρητα την τεκμηριώνουν: το στρατιωτικο-διοικητικό και το δικονομικό της ποινικής προδικασίας.

Σε ό,τι αφορά το δικονομικό απόρρητο, που απορρέει από τη μυστικότητα των ανακριτικών ερευνών για την ποινική δίκη, έχει καλλιεργηθεί από καιρό μια σύγχυση. Η μυστικότητα αποτελεί όντως μια γενική αρχή για τη διεξαγωγή των ανακρίσεων, ενώ τα σχετικά έγγραφα συντάσσονται με παρουσία ελάχιστων αρμόδιων προσώπων, τα οποία καθορίζει ο νόμος.3 Πέρα από την αποτελεσματικότητα της διερεύνησης, η μυστικότητα της ανάκρισης διασφαλίζει τον πολίτη από πρόωρους στιγματισμούς και από παραπλανήσεις μέσω ανώριμων ή ανεπαρκών στοιχείων. Δεσμεύει όλους τους δημόσιους λειτουργούς, άμεσα ή έμμεσα αρμόδιους. Κατά προέκταση καλεί όσους πολίτες καταθέτουν σε μια ανακριτική διαδικασία να αποφύγουν τη δημοσιοποίηση της αυτούσιας κατάθεσής τους, αφού έτσι θα καταστρατηγούσαν τη θεσμικά επιθυμητή εχεμύθεια.

Ως εδώ, όμως. Αλλο η αδυναμία ανακοίνωσης αυτούσιων εγγράφων ή πράξεων της ανάκρισης κι άλλο μια -δήθεν- γενική απαγόρευση να εκθέτει ο ίδιος ο μάρτυρας ή κάποιος τρίτος για λογαριασμό του τις από πριν γνώσεις του για τα κρινόμενα περιστατικά. Αυτήν τη διάκριση συσκοτίζουν κάποτε κάποιοι κρατικοί λειτουργοί ή πολίτες, όταν θέλουν να αποφύγουν «ενοχλητικές» δημοσιογραφικές ερωτήσεις. Το παραφούσκωμα του «απορρήτου» έχει άλλωστε και γνωστές παρενέργειες. Προσθέτει ένα πεδίο για επιλεκτικές (συνήθως κερδοφόρες) διαρροές σε ευνοούμενους διαμεσολαβητές ή παραγωγούς ειδήσεων, εμποδίζει τη δημόσια λογοδοσία υπεύθυνων προσώπων και υποθάλπει έωλες φήμες.

Στην αεροπορική τραγωδία, επομένως, το απόρρητο για όσα οι πιλότοι των F-16 αντιλήφθηκαν δεν προκύπτει από την Ποινική Δικονομία, αλλά από τους στρατιωτικούς κανονισμούς και τις διαταγές που δόθηκαν. Ανακύπτει έτσι ένα βασικό ερώτημα: είναι ορθός ο χαρακτηρισμός και η τήρηση, εκ μέρους της διοίκησης, του απορρήτου των αναφορών των πιλότων;

Πάγιες κανονιστικές προδιαγραφές κατευθύνουν αρχικά προς τη θετική απάντηση. Η διαβάθμιση στρατιωτικών εγγράφων και πληροφοριών ως εμπιστευτικών ή απορρήτων συνιστά συχνά όρον αποτελεσματικότητας, ενώ η διαρροή στοιχείων για επιχειρήσεις μπορεί να στοιχίσει νεκρούς. Ασφαλώς όμως υπάρχουν και άλλα δεδομένα που πρέπει να δημοσιοποιούνται. Κάποτε κυριαρχεί ένα υπέρτερο δημόσιο συμφέρον να γίνουν ευρύτερα γνωστά ορισμένα στοιχεία, όπως στην περίπτωση της πτώσης ενός επιβατικού αεροπλάνου.

Εδώ, η ανάγκη σαφούς πληροφόρησης του κοινού δεν αναστέλλεται με εντολές. Οι πολίτες συνεχίζουν να επιβαίνουν στα αεροπλάνα. Εχουν ανάγκη και δικαίωμα να γνωρίζουν, τη στιγμή που αγοράζουν εισιτήριο, ποιοι είναι οι βασικοί κίνδυνοι των πτήσεων. Χρειάζεται π.χ. τάχιστα να ξέρουν αν πρέπει να είναι επιφυλακτικοί απέναντι σε μικρές ιδιωτικές εταιρείες -ή σε μία. Το αγαθό της ζωής αμέτρητων ανθρώπων είναι έκθετο στον αέρα, γι’ αυτό το δημόσιο συμφέρον γνώσης των αιτίων μιας αεροπορικής τραγωδίας είναι υπέρτερο άλλων και άμεσο. Από την άποψη αυτή, η δημοσίευση προκαταρκτικού πορίσματος για τα αίτια της αεροπορικής τραγωδίας ήταν θετική ενέργεια.

Ολες οι εξουσίες ασκούνται υπέρ του λαού, γι’ αυτό θα έπρεπε όλες να είναι διαφανείς. Η μυστικότητα στη δημοκρατία είναι μια έκτακτη ανάγκη, που πρέπει να περιορίζεται σε στενά πλαίσια. Ασφαλώς χρειάζεται να υποχωρεί, όταν το δημόσιο συμφέρον πληροφόρησης είναι βαρύνον και επείγον. Αλλιώς, τα στεγανά και η εχεμύθεια για κάποια κρατικά δεδομένα καταδυναστεύουν τον πολίτη, όπως και η πανεποπτική παρακολούθησή του.

Σημειώσεις

1. Mathew Lynn, Bloomberg /«ΒΗΜΑ», 14/8/2005

2. Βλ. π.χ. από την «Ελευθεροτυπία», 19/8/2005

3. Αρθρα 241 και 150 Κώδικα Ποιν. Δικονομίας

Θέμα επικαιρότητας:
Ανθρώπινα δικαιώματα

Σύνολο: 52 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι